Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό “Οι Νάξιοι”
(τεύχος 33, Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2008).

Μέρος α’: μια θεωρητική προσέγγιση…

Ίσως δύο από τις πιο χαρακτηριστικές πολιτισμικές σταθερές που παρατηρούνται στις περισσότερες κοινότητες ανά τον κόσμο είναι τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις, οι υπεραπλουστευμένες, δηλαδή, αλλά ως επί το πλείστον διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις, που διαμορφώνονται από τα μέλη μιας κοινότητας και έχουν ως αντικείμενο αναφοράς τους συγκεκριμένες κατηγορίες ατόμων και ομάδων. Το ενδιαφέρον με τα συγκεκριμένα κοινωνικά φαινόμενα είναι ότι ενώ προέρχονται από την καθημερινή κοινή πραγματικότητα, δεν ανταποκρίνονται στην αντικειμενική της πλευρά. Θα λέγαμε ότι αντιπροσωπεύουν περισσότερο το πώς τα ίδια τα άτομα αντιλαμβάνονται και κατηγοριοποιούν τον γύρω τους κόσμο (πώς τον αναπαριστούν), ενώ αυτές οι ιδεολογικές, υποκειμενικής υφής, κατασκευές σχετίζονται άμεσα με την ίδια τη συμπεριφορά που τελικά θα υιοθετηθεί απέναντι στις συγκεκριμένες ομάδες.

Πιο συγκεκριμένα, ως στερεότυπα θα χαρακτηρίζαμε τις οποιεσδήποτε κατηγορηματικές γενικεύσεις -όχι αποκλειστικά αρνητικές- που αφορούν ανθρώπους ή κοινωνικές ομάδες και που αγνοούν την ατομική ή κοινωνική ποικιλία και διαφορά. Η προκατάληψη διαφοροποιείται από το στερεότυπο στο ότι αποτελεί μία αποκλειστικά αρνητική ή δυσμενή στάση απέναντι σε μία ομάδα ή απέναντι στα μέλη που την απαρτίζουν. Χαρακτηρίζεται, όπως σημειώνει η Κωστούλα-Μακράκη (2001), από στερεότυπες πεποιθήσεις και πηγάζει από διαδικασίες που συντελούνται σε όσους τηρούν αυτή τη στάση και όχι από την πραγματική εξακρίβωση τού αν η ομάδα έχει τα γνωρίσματα που της αποδίδονται.

Read the rest of this entry »

Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό “Οι Νάξιοι” (τεύχος 5/ Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2001). Βασική πηγή συγγραφής του ήταν το βιβλίο του Νίκου Κεφαλληνιάδη “Δαμαριώνας”.

Ανάμεσα στους πρόποδες της «Ράχης Δαμαριώνα» και «στου Λαού το βουνί», στο νότιο μέρος του Λεκανοπεδίου της Τραγαίας, βρίσκεται ο Δαμαριώνας, ένα χωριό που ξεχωρίζει για τη γνήσια νησιώτικη αρχιτεκτονική του, για τις απέραντες εκτάσεις του με ελαιώνες, αμπέλια, ποτιστικά χωράφια και βοσκοτόπια και κυρίως για τους ανθρώπους του. Άνθρωποι, οι οποίοι κουβαλούν ό,τι η Αξώτικη γη τους προσέφερε και τους προσφέρει ακόμη. Περνούν την κάθε στιγμή της ζωής τους έτσι όπως της αξίζει, πόσο μάλλον, όταν εντάσσεται στα πλαίσια της θρησκευτικής ζωής.

Read the rest of this entry »

Το παρόν κείμενο αποτελεί το τέταρτο και τελευταίο μέρος μιας σειράς άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οι Νάξιοι” του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων (τεύχη 29, 30, 31, 32).

Με το φωτογράφο της Χώρας

Ο Δημητράκης ήταν και βοσκός ήταν και σμυριγλάς και κάθε χρόνο εζύγιζε στο όνομά του από εκατό έως διακόσα κοντάρια σμυρίγλι. Όχι μόνο ο Δημητράκης, αλλά και όλοι οι βοσκοί είχαν και δυο εργάτες. Είχαν βέβαια όλοι τα βιβλιάριά τους και έβαζαν τα ένσημα. Ανάλογα με την ποσότητα του σμυριγλιού που παρέδιδαν στο κράτος, έμπαιναν και τα ένσημα στο βιβλιάριο. Ο Δημητράκης, λοιπόν, μια μέρα κατέβηκε στη Χώρα της Νάξου για να ανανεώσει το βιβλιάριό του που ήταν πολύ παλιό. Έπρεπε να βγάλει και φωτογραφίες που ήταν απαραίτητες στο βιβλιάριο.

Ευρήκε, λοιπόν, στην παραλία ένα φωτογράφο με την μηχανή με το πανί και με το τρίποδο που ήταν επάνω η μηχανή. Ο φωτογράφος, λοιπόν, έβαλε μια καρέκλα και κάθισε ο Δημητράκης επάνω και τον οδήγησε πώς θα κάθεται και τι «πόζα» θα κρατήσει. Ο Δημητράκης του λέει: «Να σε ρωτήσω κάτι;» «Ό,τι θες», του απαντάει ο φωτογράφος. «Αυτό ιαέ το νυχάκι που έχεις στο αριστερό σου δαχτυλάκι, είντα το χρειάζεσαι και τσιτώνει πέρα σαν διάολος». Ο φωτογράφος δε μίλησε. Ο Δημητράκης όμως του το ξαναλέει. Και πάλι δε μιλάει ο φωτογράφος. Αφού του είπε όμως και τρίτη φορά, ο φωτογράφος νευρίασε και, όπως ήταν θυμωμένος, λέει: «Για να ξύνω τα τέτοια μου». Και τότε ο Δημητράκης του λέει: «Αμ’ άφης, λοιπόν, και στο άλλο χέρι να ξύνεις και τα δικά μας». Ο φωτογράφος βέβαια δεν περίμενε μια τέτοια απάντηση από ένα χωριάτη βρακά, που μόνο ένας Πειραιώτης μάγκας μπορούσε να του απαντήσει έτσι.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Read the rest of this entry »

Περιγραφή των ιδιωμάτων της Νάξου:
3. Το ιδίωμα τ’ Απεράθου

copy.jpgΤο ιδίωμα τ’ Απεράθου μιλιέται στη βορειοανατολική περιοχή της Νάξου, η οποία περιλαμβάνει τα χωριά Απείρανθο και Δανακό, καθώς και την παραθαλάσσια περιοχή των Τριάκαθων ή αλλιώς της Μουτσούνας. Το ιδίωμα των παραπάνω χωριών παρουσιάζει διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά ως προς τη φωνητική, τη μορφολογία, τη σύνταξη και το λεξιλόγιο, σε σύγκριση με τα ιδιώματα των υπόλοιπων χωριών της Νάξου. Πέρα, όμως, από την καθαρά γλωσσική διαφοροποίηση, όπως σημειώνει ο Δ.Β. Οικονομίδης, οι κάτοικοι των χωριών αυτών διαφέρουν -ή τουλάχιστον διέφεραν εντονότατα στο παρελθόν- και ως προς την αμφίεση, τα ήθη και τα έθιμα, αλλά και γενικότερα τη νοοτροπία. Βέβαια, κάθε χωριό της Νάξου έχει τα δικά του διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα, παρόλ’ αυτά η Απείρανθος παρουσιάζει μια ακόμα πιο έντονη διαφοροποίηση.

Read the rest of this entry »

Το παρόν κείμενο αποτελεί το τρίτο μέρος μιας σειράς άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οι Νάξιοι” του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων (τεύχη 29, 30, 31, 32).

Ο(Γ)ΐώργης ο Αυγερινός, ο Λιουδο(γ)ιώργης που λένε, όταν ήταν νέος που ήταν κάτοικος στην Αθήνα, είχε έρθει στο χωριό το καλοκαίρι. Ήταν πολύ του γλεδιού, του καλού κρασιού και της καλής παρέας. Ένα βράδυ που είχε συναντήσει τους φίλους του, πήγανε για καμιά ταβέρνα, αλλά ήταν κλειστές. Ένας από τους φίλους είπε: «Εγώ έχω καλό κρασί, αλλά δεν έχω μεζέ». Αποφάσισαν, λοιπόν, να πάνε να παραβιάσουν την πόρτα του χασάπικου του Δημητράκη να πάρουν κρέας και να το πλήρωναν την άλλη μέρα, όπως και έγινε. Παραβίασαν την πόρτα και πήρανε όσο κρέας χρειαζότανε και πήγανε στου ενός το σπίτι που είχε το κρασί και γλεντούσαν ως το πρωί. Ο Δημητράκης επήγε το πρωί ν’ ανοίξει το χασάπικο, αλλά μόλις πήγε να βάλει το κλειδί στην πόρτα, η πόρτα άνοιξε μοναχή της… εμπήκε στο μαγαζί και είδε ότι του είχαν πάρει ένα τετάρτι κρέας, που ήταν τέσσερις οκάδες. Απόρησε που δεν επήρανε τίποτα άλλο, που είχε σαράντα οκάδες κρέας και είχε χίλιες δραχμές μέσα στο μπεζαχτά. Δε μίλησε όμως, δεν είπε σε κανένα τίποτα, μόνο σκεπτότανε ποιος να ήταν ο άνθρωπος, που δεν πήγε για να τον ζημιώσει, μόνο για να φάει.
Ο Αυγερινός ξύπνησε το μεσημέρι και πήγε για καφέ στην Πλάτσα και πέρασε απ’ έξω από το χασάπικο του Δημητράκη. Ο Δημητράκης ήταν στο κατώφλι της Καλλιόπης, δίπλα στο μαγαζί, καθισμένος, είχε ακουμπήσει τα άγκωνά του στο γόνατο και το χέρι στο μάγουλο και σκεπτόταν. Μόλις είδε όμως τον Αυγερινό, πέταξε μια φωνή λίγο δυνατή και λέει: «Επ, γ…. το στανιό μου». Και ο (Γ)ιώργης τον αρώτησε: «Μα τι ήπαθες;» και ο Δημητράκης λέει: «Μωρέ ξεχασμένος ήμου πως είσ’ επά». Δηλαδή, αν είχε σκεφτεί ότι ήταν στο χωριό ο Λιουδο(γ)ιώργης, δε θα σπούσε το κεφάλι του για να βρει ποιος ήταν ο νυχτερινός πελάτης. Τότε πήγε κοντά ο (Γ)ΐώργης, του ζήτησε συγγνώμη και του πλήρωσε το κρέας και την πόρτα.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Read the rest of this entry »

Αρχειοθήκη