Αναρτήθηκε από τον/την marjá
Αναδημοσίευση από το μπλογκ του Σταύρου Σπηλιάκου, “Χορομπαλ(λ)όματα”.
Από το βιβλίο: Σταύρος Χ. Σπηλιάκος. Παιχνίδια & Παιχνιδιατόροι (όργανα κι οργανοπαίχτες) του Χορού στη Νάξο, εκδ. Αντ. Αναγνώστου, Αθήνα 2003, σ.σ. 192-199.

Ειρήνη Κονιτοπούλου-Λεγάκη. Από τον δίσκο "Αθάνατα νησιώτικα Νο2".
Γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1931 στην Κεραμωτή της Νάξου. Από πολύ μικρό παιδί κάθε καλοκαίρι πήγαινε με τους γονείς της στο χωριό της μητέρας της, την Κεραμωτή, ενώ μόνιμη διαμονή είχε στην Αθήνα. Στην Αθήνα έμενε στα Κάτω Πατήσια, στα Τουρκοβούνια, στον Άγιο Θωμά στην Άνω Κυψέλη. Αυτά συνέβαιναν πριν τον Πόλεμο.
Αφού έπιασε ο Πόλεμος πήγανε οικογενειακώς στην Κεραμωτή. Με την άφιξη των Ιταλών στο νησί έφυγαν και πήγαν στον Κινίδαρο, το Γλινάδο, τη Χώρα και με την απελευθέρωση από τους Γερμανούς εγκαταστάθηκαν στο χωριό του πατέρα της, τον Κινίδαρο. Σαν κοπελίτσα πήγε στην Αθήνα. Πήγε πάλι κάτω, ξαναήρθε, πήγαινε, ξαναρχότανε.
Σχολείο δεν πήγε. Τον καιρό που ήτανε στην Κυψέλη, ήτανε μικρή, αλλά ο πατέρας της είχε μανία, με όλη την ταλαιπωρία του ήθελε να μάθει γράμματα και την είχε βάλει σ’ ένα ιδιωτικό σχολείο, στην Άνω Κυψέλη στου Καρούση. Εκεί ό,τι έμαθε. Πήγε μέχρι τη Β’ τάξη. Μετά, το 1940, έφυγε με την οικογένειά της για τη Νάξο. Επιστρατεύτηκαν όλοι οι άντρες για τον πόλεμο. Μείνανε οι γέροι κι οι γυναίκες στα χωριά. Δεν είχε πέσει ακόμα η πείνα και πήγε στην Κεραμωτή στη Γ’ τάξη.
Από τότε που θυμάται ο πατέρας της έπαιζε βιολί. Ήτανε η δουλειά του. Δούλευε τότε την ημέρα εργάτης και τις “καλές μέρες” δούλευε και σε μαγαζί ή σε γάμους ή γιορτές.
- Τραγούδαγες από μικρή;
Πολλές φορές, όταν τραγούδαγα μικρή μόνη μου, χόρευα και πολλές φορές μου ‘ρχότανε κλάμα σ’ ορισμένα τραγούδια, έτσι όπως τα λαϊκά, ου, ου… συγκινιόμουνα πάρα πολύ. Το τραγούδαγα μόνη μου και δεν μ’ ένοιαζε άμα μ’ ακούγανε. Δεν τραγούδαγα για να μ’ ακούσουνε. Τραγούδαγα γιατί το τράβαγ’ η ψυχή μου. Μου άρεσε αυτό το πράγμα τότε.

Οι γονείς της, Μαρία Φυρογένη & Μιχάλης Κονιτόπουλος (Μωρό).
- Σ’ έπαιρνε κοντά στις δουλειές του;
Όταν ήμουνα μικρό και τύχαινε να τους έχουνε καλέσει, γιατί τότε θυμάμαι οι γάμοι γινόντουσαν μες στο σπίτι, και μ’ έπαιρνε. Ήτανε ο θείος μου, ο Φλώριος, αδελφός του πατέρα μου, πού ‘παιζε σαντούρι, αδερφός του πατέρα μου, ο θείος μου ο Δημήτρης ο Φυρογένης στο λαούτο, αδερφός της μάνας μου κι ήτανε και κάποιος άλλος, Αυγουστής, ο μπάρμπας μου γιατί όλοι από την οικογένεια του μπαμπά μου, όλοι ξέρανε να τραγουδήσουνε και να παίξουνε, να το πιάσουνε το όργανο και να το παίξουνε και χωρίς να ‘χουνε και μάθει, ας πούμε. Και στο χορό ήτανε το κάτι άλλο η οικογένεια αυτή. Και τα παιδιά τους όλοι, όλοι. Και μ’ έπαιρνε μαζί. Ήμουνα πολύ γουστόζικο παιδί και τόσο μικρό και δεν εντρεπόμουνα κι όλα. Με κάνανε τέτοιο γούστο κι οι θείοι μου κι ο μπαμπάς μου και με βάνανε να χορέψω. Μ’ έπαιρνε πάντα μαζί του.
Read the rest of this entry →