Αρχείο

Archive for the ‘Απεραθίτικα κοτσάκια’ Category

Κοτσάτος Β’

Κοτσάτος Β’
(πατήστε το λινκ για να κατεβάσετε το τραγούδι)

 

Όποια δει τση κουβεδιάζει
και θαρρεί πως με πειράζει.

Ήτον’ η καρδιά μ’ ατσάλι
μά ‘χει καταντήσει χάλι.

Ω καρδιά μου πο’ν’εμπόριες
να μη πιάνεις σταναχώριες.

Ήκαμές με κι ήχασά τα
και παραμιλώ στη στράτα.

Τη καρδιά μου πιτακώνω
να μη σπάσει απ’ τον πόνο.

Άμα θες εσύ θα ‘ιάνει
η καρδιά μου μάνι μάνι.

________________

(από το cd του Απεραθίτικου Συλλόγου
“Σκοποί και τραγούδια από την Απείρανθο της Νάξου”)

Τα κοτσάκια τ’ Απεράθου


Ο ναύτης με το λαούτο
O.M. Stackelberg-Costumes et usages des peuples de la Grece moderne
Ρώμη 1825

Τα κοτσάκια, σύμφωνα με τον Ζευγώλη (1954), είναι οκτασύλλαβα δίστιχα, τα οποία αρχικά χρησιμοποιούνταν για τσάκισμα (refrain) στα δεκαπεντασύλλαβα. Aργότερα επιβλήθηκαν και έγιναν το κύριο τραγούδι, αποτελώντας τα σύγχρονα έμμετρα δημιουργήματα των κατοίκων τ’ Απεράθου, χαρακτηριστικά της στιχουργικής φυσιογνωμίας τους.

Ήπηρα βόρτα το χωριό να θυμηθώ τα νιάτα
τσι περασμένοι έρωτες, τα χρόνια τα φευγάτα.

Του χωριού μου τα στενά σο–
κακια δεν θα τα ξεχάσω.

Α bάρεις βόρτα του χωριού τα σπίθια ένα-ένα
πιότερα ν’ ακατοίκητα πάρα κατοικημένα.

Εχορταριάσα dα στενά–
‘ιατί κανένας δε bερνά.

Η ιδιορρυθμία τους είναι ότι η τελευταία λέξη του πρώτου στίχου είναι κομμένη στα δύο και με τέτοιο τρόπο, ώστε το ένα της κομμάτι ν’ αποτελεί το τέλος του πρώτου κι η υπόλοιπη την αρχή του δεύτερου στίχου. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι λέξεις υποτάσσονται στον αυστηρό νόμο του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας.

Κάθα δεκαπέντε σύνα-
διώμαι με τα μάθια κείνα.

Σώνημαι η μια βολά που
θα σε συναντήσω κάπου.

Προσπαθώ να σου ξεχάσω
μα δε bάνε οι πόνοι πάσο.

Ήμαθα κι ας είν’ αργά το
χαραχτήρα σου τo σκάρτο.

Εκατάλαβά σε εύτυ-
χώς εγωιστή και ψεύτη.

Ευτυχώς που σε κατάλα-
βα προτού μου κάμεις κι άλλα.

Κοτσάτος
Από το cd «Σκοποί και τραγούδια από την Απείρανθο της Νάξου»
του
Απεραθίτικου Συλλόγου
(αν θέλετε να ακούσετε τον Κοτσάτο, πατήστε
εδώ,
για να κατεβάσετε το αρχείο ήχου)

Όπως σημειώνει ο Σφυρόερας (1984:132), η λέξη κοτσάκια συναντάται στα βιβλία της Φαναριώτικης ποίησης στα τέλη του 18ου αιώνα, τα οποία εκτός από τις διηγήσεις και τους δεκαπεντασύλλαβους στίχους, περιελάμβαναν και δίστιχα τραγούδια, τα κοτσάκια, τα οποία αποτελούσαν αγαπημένο ανάγνωσμα της εποχής, ενώ τα μάθαιναν απ’ έξω οι Έλληνες της Πόλης και τα τραγουδούσαν στα γλέντια και στις χαρές τους.

Η ομοιότητα των πολίτικων και των απεραθίτικων κοτσακιών οφείλεται στο γεγονός ότι πολλοί Απεραθίτες, μα κυρίως Απεραθίτισσες, είχαν ξενιτευτεί στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου τα άκουσαν και τα έφεραν με την επιστροφή τους στο χωριό. Σπουδαίο ρόλο στην εξάπλωσή τους στην Απείρανθο έπαιξαν οι Απεραθίτισσες γυναίκες, με τη φυσική τους κλίση να αυτοσχεδιάζουν δίστιχα και να φτιάχνουν τραγούδια με μεγάλη ευκολία.

Ζευγώλης, Γ. (1954). “Μια νέα τεχνοτροπία στα λαϊκά τραγούδια της Νάξου”. Νέα Εστία, τ.55, τεύχος 640.
Σφυρόερας, Ν. (1984). Δημοτικά τραγούδια από τ’ Απεράθου της Νάξου. Αθήνα: Έκδοση του Απεραθίτικου Συλλόγου.

Πατινάδα

Ξύπνα φεγγαροπρόσωπη κι έβγα στο παραθύρι
που το φεγγάρι θα σε δει και στο βουνό θα ‘ύρει.

Έβγα, φέξε σα φεγγάρι
που το νου μου μου ‘χεις πάρει.

Στο φεγγαροβασίλεμα ήρθα στη ‘ειτονιά σου
και δε θα φύω αν δε σε δω και σένα τη θωριά σου.

Το φεγγαράκι στο βουνό
αν δε ‘υρίσει δε κουνώ.

Σκοπός πρωϊνής πατινάδας

(Σοκάκι στ’ Απεράθου, Ξεφτέρη Μαρία 1999)

*

Σκοπός πρωϊνής πατινάδας

Γεια σου ωραίο μου χωριό με τσοι ωραίοι τόποι
μα γιάντα να’ σαι ετσά φτωχό να φεύγουν οι ανθρώποι.

Στ’ Απεράθου όμορφά ‘ναι
όποια εποχή και να ‘ναι.

Ήπηρα βόρτα το χωριό να θυμηθώ τα νιάτα
τσοι περασμένοι έρωτες, τα χρόνια τα φευγάτα.

Του χωριού μου τα στενά σο
κακια δεν θα τα ξεχάσω.

Α μπάρεις βόρτα του χωριού τα σπίθια ένα-ένα
πιότερα ν’ ακατοίκητα πάρα κατοικημένα.

Εχορταριάσα ντα στενά
‘ιατί κανένας δεν περνά.

Να’ μουνα στην Απείρανθο μια νύχτα με φεγγάρι
να δω φεγγαροφώτιστα το Ζα και το Φανάρι.

Το φεγγάρι στο βουνό
αν δε ‘υρίσει δεν κουνώ.

Φουρτούνα

Φουρτoύνα

Μέσα στης ζωής την τρίκυ-
μια πλέω σαν καϊκι.

Μ’ ένα καϊκάκι τάξι-
δεύω μα δε θα βαστάξει.

Που μου δώνει σήματά κι-
νδύνου το παλιό βαρκάκι.

Άμα φουρτουνιάζει να’ ν’ η-
βάρκα πρέπει σε λιμάνι.

Κ’ ύβρικα λιμάνι που να
μην το πιάνει η φουρτούνα.

Είναι απαραίτητη σε μιά
φουρτούνα η απανεμιά.

Στίχοι: Μανώλης Γρατσίας (Καρφομανώλης)
Μουσική: Γιάννης Ζευγώλης
(στον δίσκο “Τ’ Αυγινά” της Κούλας Κληρονόμου-Σιδερή)