Αρχείο

Archive for the ‘Απεραθίτικες ιστορίες’ Category

Το “ετοιμόλογον” του Δημητράκη – μέρος δ’

Το παρόν κείμενο αποτελεί το τέταρτο και τελευταίο μέρος μιας σειράς άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οι Νάξιοι” του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων (τεύχη 29, 30, 31, 32).

Με το φωτογράφο της Χώρας

Ο Δημητράκης ήταν και βοσκός ήταν και σμυριγλάς και κάθε χρόνο εζύγιζε στο όνομά του από εκατό έως διακόσα κοντάρια σμυρίγλι. Όχι μόνο ο Δημητράκης, αλλά και όλοι οι βοσκοί είχαν και δυο εργάτες. Είχαν βέβαια όλοι τα βιβλιάριά τους και έβαζαν τα ένσημα. Ανάλογα με την ποσότητα του σμυριγλιού που παρέδιδαν στο κράτος, έμπαιναν και τα ένσημα στο βιβλιάριο. Ο Δημητράκης, λοιπόν, μια μέρα κατέβηκε στη Χώρα της Νάξου για να ανανεώσει το βιβλιάριό του που ήταν πολύ παλιό. Έπρεπε να βγάλει και φωτογραφίες που ήταν απαραίτητες στο βιβλιάριο.

Ευρήκε, λοιπόν, στην παραλία ένα φωτογράφο με την μηχανή με το πανί και με το τρίποδο που ήταν επάνω η μηχανή. Ο φωτογράφος, λοιπόν, έβαλε μια καρέκλα και κάθισε ο Δημητράκης επάνω και τον οδήγησε πώς θα κάθεται και τι «πόζα» θα κρατήσει. Ο Δημητράκης του λέει: «Να σε ρωτήσω κάτι;» «Ό,τι θες», του απαντάει ο φωτογράφος. «Αυτό ιαέ το νυχάκι που έχεις στο αριστερό σου δαχτυλάκι, είντα το χρειάζεσαι και τσιτώνει πέρα σαν διάολος». Ο φωτογράφος δε μίλησε. Ο Δημητράκης όμως του το ξαναλέει. Και πάλι δε μιλάει ο φωτογράφος. Αφού του είπε όμως και τρίτη φορά, ο φωτογράφος νευρίασε και, όπως ήταν θυμωμένος, λέει: «Για να ξύνω τα τέτοια μου». Και τότε ο Δημητράκης του λέει: «Αμ’ άφης, λοιπόν, και στο άλλο χέρι να ξύνεις και τα δικά μας». Ο φωτογράφος βέβαια δεν περίμενε μια τέτοια απάντηση από ένα χωριάτη βρακά, που μόνο ένας Πειραιώτης μάγκας μπορούσε να του απαντήσει έτσι.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Read more…

Το “ετοιμόλογον” του Δημητράκη – μέρος γ’

Το παρόν κείμενο αποτελεί το τρίτο μέρος μιας σειράς άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οι Νάξιοι” του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων (τεύχη 29, 30, 31, 32).

Ο(Γ)ΐώργης ο Αυγερινός, ο Λιουδο(γ)ιώργης που λένε, όταν ήταν νέος που ήταν κάτοικος στην Αθήνα, είχε έρθει στο χωριό το καλοκαίρι. Ήταν πολύ του γλεδιού, του καλού κρασιού και της καλής παρέας. Ένα βράδυ που είχε συναντήσει τους φίλους του, πήγανε για καμιά ταβέρνα, αλλά ήταν κλειστές. Ένας από τους φίλους είπε: «Εγώ έχω καλό κρασί, αλλά δεν έχω μεζέ». Αποφάσισαν, λοιπόν, να πάνε να παραβιάσουν την πόρτα του χασάπικου του Δημητράκη να πάρουν κρέας και να το πλήρωναν την άλλη μέρα, όπως και έγινε. Παραβίασαν την πόρτα και πήρανε όσο κρέας χρειαζότανε και πήγανε στου ενός το σπίτι που είχε το κρασί και γλεντούσαν ως το πρωί. Ο Δημητράκης επήγε το πρωί ν’ ανοίξει το χασάπικο, αλλά μόλις πήγε να βάλει το κλειδί στην πόρτα, η πόρτα άνοιξε μοναχή της… εμπήκε στο μαγαζί και είδε ότι του είχαν πάρει ένα τετάρτι κρέας, που ήταν τέσσερις οκάδες. Απόρησε που δεν επήρανε τίποτα άλλο, που είχε σαράντα οκάδες κρέας και είχε χίλιες δραχμές μέσα στο μπεζαχτά. Δε μίλησε όμως, δεν είπε σε κανένα τίποτα, μόνο σκεπτότανε ποιος να ήταν ο άνθρωπος, που δεν πήγε για να τον ζημιώσει, μόνο για να φάει.
Ο Αυγερινός ξύπνησε το μεσημέρι και πήγε για καφέ στην Πλάτσα και πέρασε απ’ έξω από το χασάπικο του Δημητράκη. Ο Δημητράκης ήταν στο κατώφλι της Καλλιόπης, δίπλα στο μαγαζί, καθισμένος, είχε ακουμπήσει τα άγκωνά του στο γόνατο και το χέρι στο μάγουλο και σκεπτόταν. Μόλις είδε όμως τον Αυγερινό, πέταξε μια φωνή λίγο δυνατή και λέει: «Επ, γ…. το στανιό μου». Και ο (Γ)ιώργης τον αρώτησε: «Μα τι ήπαθες;» και ο Δημητράκης λέει: «Μωρέ ξεχασμένος ήμου πως είσ’ επά». Δηλαδή, αν είχε σκεφτεί ότι ήταν στο χωριό ο Λιουδο(γ)ιώργης, δε θα σπούσε το κεφάλι του για να βρει ποιος ήταν ο νυχτερινός πελάτης. Τότε πήγε κοντά ο (Γ)ΐώργης, του ζήτησε συγγνώμη και του πλήρωσε το κρέας και την πόρτα.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Read more…

Ω, που να μη do χωνέψεις κακοθάνατε…

Είχε λοιπό η Βροντού έναν ανιψό. Πκοιός ήταν ο ανιψός; Ο Ίφτης. Επέρνα λοιπό ο Ίφτης με τσοι βράκες, με εικοσιεφτά πίεση. Η πίεσή dου δεν ήπεφτε ποτέ. Επέρνα από κει και του ‘λεε η Βροντού, λέει, «κάτσε», λέει, «να σε κεράσω ένα κρασάκι». Το κατρουτσάκι τόσο δα ε; Ο Ίφτης τώρα ήξερε ότι δεν dο λέει με dη ψυχή της η Βρόνταινα, λέει «Δε θέλω Κατερίνα». «Όχι κάτσε, κάτσε», καθότανε ο Ίφτης κ’ ήπινε dο gατρούτσο και μετά σηκωνότανε κ’ ήφευγε. Λέει, «Ω, που να μη dο χωνέψεις» …λέει η Βρόνταινα. «Ω, που να μη dο χωνέψεις κακοθάνατε»

____________________________
Προφορική αφήγηση από τον Πέτρο Πρωτονοτάριο
Η ηχογράφηση έγινε τον Γενάρη του 2000

Ο Παλιός… ήτο αλλιώς

Η μάνα dου είχε γεννήσει κι ο Παλιός ήτονε καμιά εικοσαριά χρονώ. Ήτανε βοσκοκόπελο, με κάτι βοσκοί ήτονε κει. Kαι κάθα που ήρχουντάνε λοιπό στο χωριό να ξυριστεί, να πλυθεί -έρχουντάνε κάθε μήνα, κάθε ενάμισι κάθε, ξέρω γω- ήλεε [η μάνα του] του Μανώλη, λέει, “να ‘χεις την εφκή μου”, λέει, “Μανώλη μου. Φέρε μια bροβατίνα ‘πα χάμαι, να την αρμέω, να πίνει”, λέει, “το μωρό μια ‘υχιά γάλα”. Του το ‘λεγε λοιπό, του το ξανάλεγε… ε καμιά φορά το θυμήθηκε λοιπόν ο Παλιός… Εδιάει dη bροβατίνα ο Μανώλης στο σπίτι. Μόλις εδιάηκε, λέει, “Bάλε μου ένα ποτήρι νερό”, λέει, “Δεν έχω. Κάτσε”, λέει, “να ‘χεις την εφκή μου να πεταχτώ να φέρω”. Παίρνει τη λαήνα λοιπόν αυτή να πάει να την ‘εμώσει. “Και κούνειε”, λέει, “και το μωρό”. Εκούνιε ο Μανώλης το μωρό κι ‘λεε:

Κοιμήσου που να κοιμηθείς τον ύπνο του θανάτου
να μη bρολάβεις να το πκιείς το γάλα του προβάτου!

________________

Προφορική αφήγηση από τον Γιώργο Πολυκρέτη
Η ηχογράφηση έγινε τον Γενάρη του 2000

Ο Κλους

Περί του ιδιώματος τ’ Απεράθου για ακόμα μια βολά… Σκέφτηκα πως θα ήταν μία καλή ιδέα να περάσω στο μπλογκ ορισμένα διαλεκτικά κείμενα που έχω συγκεντρώσει, τα οποία είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό τους γραπτές αφηγήσεις για πρόσωπα του χωριού, οι οποίες αφηγήσεις είχαν εκδοθεί το 1986 σε ημερολογιακή έκδοση του Απεραθίτικου Συλλόγου. Δυστυχώς, δεν γνωρίζω τους αφηγητές για να τους αναφέρω… Έχω διατηρήσει την ορθογραφία των κειμένων, εκτός από κάποιες αλλαγές στη στίξη.

Ο Κλους (Νικόλας Πετρ. Πολυκρέτης 1881-1942)

klous.gifΤ’ όνομά ντου επόμεινε στην ιστορία του χωριού κι εφτό τα λέει όλα. Ζει και θα ζει στον αιώνα των αιώνων. Απού τσοι τύποι τση μοσκαριάς και του ‘έλιου πο’ σμίανε τσ’ Απόκριες με το Ζαάρη, το Γκορρέ, το Μπενάκη κι εκάνασι λέει το γκόσμο να κατουριέται απού τα ‘έλια, με κείνες πλια τσοι μοσκαριές και τσοι παρλάτες στη μπλάτσα τ’ Απεραθιού.

Από κοπελάκια που ‘μεστα μέχρι και σήμερα ακούμε πως ο Κλους ετούτο, τ’ άλλο κι ετσά κι αλλιώς και πάει λέοντας κι εμείς ακούοντας. Σε ‘ουτό το σημείωμα είναι δύσκολο να μεταφέρουμε το βίο και τη μπολιτεία του με όλα τα καμώματα και τα γουστόζικά ντου, που βέβαια είναι σκορποβολισμένα από ‘πα κι από κει χωρίς να χαθούσιν ακόμα, απού τα χείλια και τηνε ψυχή τ’ Απεραθίτη. Ήτονε τόσο τορμηρός που τίοτις δε ντου ξέφευγε κι ήψαχνε κάθα στιμής να ‘βρει την ευκαιρία να εντυπωσιάσει και να πολυκουβεδιαστεί…

Θα ‘τονε λέει χειμώνας του 1925-26 στ’ Απεράθου, που ‘χε-ν-απεθάνει ένας νέος άθρωπος στο χωριό, ας μην αναφερθούμε στ’ όνομά ντου, χρειάζεται όμως να πούμε πώς ήτονε ένα τύπος αρχοντικός ποξεχώριζε άμα-ν-επέρνα σ’ τσοι ρύμνες και στη μπλάτσα του χωριού. Ένας τύπος ξενικός τση παλιάς Αθήνας. Ο Κλους όμως ήτονε φτωχός κι αναγκαιμένος χωριανός. Όντεν επέθανε λοιπό ο άλλος ο ξενικός κι ο κοκέτης εφώναξε-ν η χήρα το Γκλου και του ‘δωκε-ν όλη τη ντυμασά του μακαρίτη, που και κείνη έχει τη δικιά τζη ξεχωριστή ιστορία με το χωριό. Τιμημένη ‘υναίκα. Δε φανταζούμεστα πως αγωνιάτε ‘ια το τέλος τση ιστορίας μας και να κακοβάνετε πως τάχατις είνηκε ντίοτα με το Γκλου και τη χήρα. Όχι. Μόνου που από ‘πα κι αμπρουστά ο Κλους ήκανε ντην εμφάνισή ντου μετά τα μεσάνυχτα σκοτεινά και χειμωνιάτικα ντυμένος με τα ρούχα και τα παπούτσα ολόϊδιος εκείνος ο συγχωρεμένος κοκέτης που ‘τονε δικά ντου! Στην αρχή εκείνοι που τον είδασι πρώτοι εκατατρομάξασι κι εϊνησαν ανεφταόρατοι. Και δεν είναι λίο πράμα να θωρείς μια τέθοια ολόιδια σκιά στα βαθιά μεσάνυχτα.

Σιά σιά κι από καιρό σε καιρό που το’ κανε-ν ο Κλους, εβούηξε ντο χωργιό πως εβουρκολάκιασε-ν ο κοκέτης κι εδουλειούσα-ν οι κακόμοιροι αθρώποι να φανούσι και να πορπατήξουσι μοναχοί ντωνε τη νύχτα στο χωριό…

“Καλέ μ’ αλήθεια ‘ειτόνισσα; Είνταν εφτά ντα πράματα π’ ακούμε;”, ήλεν η μια τσ’ αλλονής.

“Ο Θεός είναι μεγάλος, βοήθησέ μας Άι μου ‘Ιάννη”, τσ’ εποκρίνουντάνε η άλλη κι εσταυροκοπκιόντανε.

Συχνά λοιπό ήκανε ντην εμφάνισή ντου ο τύπος τση νύχτας ο βουρκολακιασμένος με τα ολοζώντανα φερσίματα και τη ντυμασά του συχωρεμένου. Και καταλαβαίνετε τώρα, ψόματα ή αλήθεια, είντα ‘ινουντάνε στο χωριό. Εουτό το σεργιάνι και την ιστορία ‘ια κείνοι τζοι χρόνοι στ’ Απεράθου, μας τα ιστόρησε ο ‘Ιώργης Ζευγώλης (ο εκπαιδευτικός μας σύμβουλος) που μας επρόστεσε πως μια βραδινιά εκατέβαινε-ν ο Ζευγωλοδημήτρης απού τη Φυροΐστρα (δυο μετά τα μεσάνυχτα), χειμώνας κακός καιρός. Και μόλις, λέει, εδιάηκε να μπροβάλει στο στιαστό του Βλάση, εξάνοιξε κι είδε ένα καταμόναχο να σεργιανίζει… το βουρκολακιασμένο!!

“Ω βοή μπου μου ‘ρθε”, είπεν απού μέσα ντου ο Ζευγωλοδημήτρης, “μουρέ αλήθεια ν’ εφτά που λέσι… κι εώ δε ντα πίστευγα;;” Εκοντόκατσε, λέει, λιάκι κι εσκέφτηκε να ‘υρίσ’ απίσω. Ύστερα πάλι το μετάνιωσε. “Όχι το γκερατά!” και τραβά απού τη ζώνη ντου το μπιστόλι. “Πίσω και σ’ έφαα”, το φώναξε δυνατά με το παλιοχρειάσιδο στο χέρι.

Κι ο βουρκολακιασμένος ποχέστηκε, με το συμπάθειο, α τη ντρομάρα ντου, “Μουρέ στάσου, μη με σκοτώσεις μα ο Κλους είμαι ω Ζευγωλοδημήτρη.”

Κι από τότες λέει ο Κλους, που να ξανατορμήσει να… βουρκολακιάσει. Ευτυχώς που ο Ζευγωλοδημήτρης είχε τη μπαλικαριά και το μπιστόλι. Αλλιώς ακόμα θα ‘χαμε να λέμε ‘ια κείνο ντο βουρκολακιασμένο γκοκέτη στο χωριό…