Αρχείο

Archive for the ‘Διαλεκτικά κείμενα’ Category

Γλωσσικές στάσεις και απεραθίτικο ιδίωμα

Το παρόν άρθρο αποτελεί ένα μικρό απόσπασμα έρευνας, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της εκπόνησης της διπλωματικής μου εργασίας για το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπό την εποπτεία της επίκουρης καθηγήτριας Γλωσσολογίας, Μ. Κακριδή Φερράρι. Παρουσιάστηκε στις εργασίες του 4ου Πανελλήνιου Συνεδρίου “Η Νάξος διά μέσου των αιώνων” τον Σεπτέμβριο του 2008 στην Κωμιακή της Νάξου. Θα συμπεριληφθεί στα υπό έκδοση Πρακτικά του Συνεδρίου.

Στάσεις των νεότερων γενεών των κατοίκων τ’ Απεράθου απέναντι στη μητρική τους γλώσσα – Μέρος 1ο

1. Εισαγωγή

Σκοπός της ανακοίνωσης είναι η παρουσίαση τμήματος από τα αποτελέσματα κοινωνιογλωσσικής έρευνας για το ιδίωμα τ’ Απεράθου Νάξου, μέσα στα πλαίσια της διπλωματικής μου εργασίας για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών [1] . Η έρευνα εστιάστηκε στη διερεύνηση των στάσεων των νεότερων γενεών της απεραθίτικης κοινότητας (16 έως 24 και 24 έως 35 ετών) απέναντι στο απεραθίτικο ιδίωμα, με άλλα λόγια μελετήθηκαν οι απόψεις, τα συναισθήματα και οι προθέσεις τους απέναντι στη μητρική τους ποικιλία.

2. Μεθοδολογία και στοχοθεσία έρευνας

Λαμβάνοντας υπόψη το θεωρητικό πλαίσιο που ακολουθείται σε έρευνες γλωσσικών στάσεων [2], καθώς επίσης και προηγούμενες μελέτες που έχουν γίνει για τα ελληνικά δεδομένα [3], για την παρούσα έρευνα προτιμήθηκε ο συνδυασμός δύο άμεσων μεθόδων: του γραπτού ερωτηματολογίου και της δομημένης συνέντευξης [4].

Η κατασκευή του ερωτηματολογίου βασίστηκε στην επιδίωξή μας να δοθεί η δυνατότητα στους πληροφορητές να εκφράσουν την άποψή τους πάνω σε ζητήματα που αφορούσαν το απεραθίτικο ιδίωμα, την Κοινή Νεοελληνική, αλλά και γενικότερα το σύνολο των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιωμάτων. Για τον λόγο αυτό, προσπαθήσαμε να συγκροτήσουμε ένα ομοιόμορφο σώμα ερωτήσεων, το οποίο θα πραγματευόταν ζητήματα γλωσσικής επιλογής και χρήσης, καθώς επίσης και γλωσσικής διατήρησης, κυρίως όμως θα επικεντρωνόταν στις στάσεις των πληροφορητών απέναντι στο απεραθίτικο ιδίωμα, αλλά και στις κοινωνικές του συνδηλώσεις, οι οποίες σχετίζονται με τον καθορισμό της απεραθίτικης ταυτότητας και τον ενδεχόμενο ρόλο του ιδιώματος ως προς αυτό το θέμα.

Η προσέγγιση των στάσεων της συγκεκριμένης ομάδας πληροφορητών πραγματοποιήθηκε με μία ποικιλία ερωτήσεων, άμεσων και έμμεσων, αλλά και με τη χρήση κλιμάκων και ερωτήσεων ελέγχου.
Για την παρούσα ανακοίνωση, επιλέξαμε να παρουσιάσουμε τα συμπεράσματα μίας συγκεκριμένης ενότητας ερωτήσεων, μέσα από την οποία επιδιώξαμε να αποσπάσουμε τη γνώμη που οι πληροφορητές έχουν διαμορφώσει για τη γλώσσα τους (αν τους αρέσει να τη μιλούν, πώς θα την χαρακτήριζαν, αν τους είναι χρήσιμη κ.λπ.), προσπαθώντας να δούμε κατά πόσο διακρίνονται οι βασικές διαστάσεις των στάσεων (γνωστική, συναισθηματική, βουλητική).

Πέρα όμως από τις άμεσες αξιολογικές κρίσεις, ζητήθηκε η γνώμη των πληροφορητών για τη στάση των υπόλοιπων Ναξιωτών, αλλά και των Αθηναίων απέναντι στ’ απεραθίτικα, ενώ προστέθηκαν και ερωτήσεις ελέγχου, προκειμένου να γίνει διασταύρωση σε συγκεκριμένες παρατηρούμενες τάσεις. Πρόθεσή μας ήταν να δούμε κατά πόσο υπάρχει η πιθανότητα το απεραθίτικο ιδίωμα να διαθέτει εμφανές γόητρο, σε σχέση με τα υπόλοιπα ιδιώματα της Νάξου, αλλά και να διερευνήσουμε το αφανές του γόητρο σε σχέση με το εμφανές γόητρο της Κοινής.

Η συλλογή των ερωτηματολογίων πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο και τον Δεκέμβριο του 2007 (το σύνολο των ημερών παραμονής στ’ Απεράθου και της συγκέντρωσης του υλικού ήταν 20 μέρες). Ένας παράγοντας που συνέβαλε καθοριστικά στη μαζικότερη συγκέντρωση πληροφορητών ήταν η βοήθεια που είχαμε από τοπικούς βοηθούς, οι οποίοι λειτούργησαν ως σύνδεσμοι ανάμεσα στην ερευνήτρια και τους μετέχοντες στην έρευνα [5], δημιουργώντας μία φιλική ατμόσφαιρα που ευνοούσε την αυθόρμητη έκφραση και συμπεριφορά, γλωσσική και μη [6].

Read more…

Ω, που να μη do χωνέψεις κακοθάνατε…

Είχε λοιπό η Βροντού έναν ανιψό. Πκοιός ήταν ο ανιψός; Ο Ίφτης. Επέρνα λοιπό ο Ίφτης με τσοι βράκες, με εικοσιεφτά πίεση. Η πίεσή dου δεν ήπεφτε ποτέ. Επέρνα από κει και του ‘λεε η Βροντού, λέει, «κάτσε», λέει, «να σε κεράσω ένα κρασάκι». Το κατρουτσάκι τόσο δα ε; Ο Ίφτης τώρα ήξερε ότι δεν dο λέει με dη ψυχή της η Βρόνταινα, λέει «Δε θέλω Κατερίνα». «Όχι κάτσε, κάτσε», καθότανε ο Ίφτης κ’ ήπινε dο gατρούτσο και μετά σηκωνότανε κ’ ήφευγε. Λέει, «Ω, που να μη dο χωνέψεις» …λέει η Βρόνταινα. «Ω, που να μη dο χωνέψεις κακοθάνατε»

____________________________
Προφορική αφήγηση από τον Πέτρο Πρωτονοτάριο
Η ηχογράφηση έγινε τον Γενάρη του 2000

Ο Παλιός… ήτο αλλιώς

Η μάνα dου είχε γεννήσει κι ο Παλιός ήτονε καμιά εικοσαριά χρονώ. Ήτανε βοσκοκόπελο, με κάτι βοσκοί ήτονε κει. Kαι κάθα που ήρχουντάνε λοιπό στο χωριό να ξυριστεί, να πλυθεί -έρχουντάνε κάθε μήνα, κάθε ενάμισι κάθε, ξέρω γω- ήλεε [η μάνα του] του Μανώλη, λέει, “να ‘χεις την εφκή μου”, λέει, “Μανώλη μου. Φέρε μια bροβατίνα ‘πα χάμαι, να την αρμέω, να πίνει”, λέει, “το μωρό μια ‘υχιά γάλα”. Του το ‘λεγε λοιπό, του το ξανάλεγε… ε καμιά φορά το θυμήθηκε λοιπόν ο Παλιός… Εδιάει dη bροβατίνα ο Μανώλης στο σπίτι. Μόλις εδιάηκε, λέει, “Bάλε μου ένα ποτήρι νερό”, λέει, “Δεν έχω. Κάτσε”, λέει, “να ‘χεις την εφκή μου να πεταχτώ να φέρω”. Παίρνει τη λαήνα λοιπόν αυτή να πάει να την ‘εμώσει. “Και κούνειε”, λέει, “και το μωρό”. Εκούνιε ο Μανώλης το μωρό κι ‘λεε:

Κοιμήσου που να κοιμηθείς τον ύπνο του θανάτου
να μη bρολάβεις να το πκιείς το γάλα του προβάτου!

________________

Προφορική αφήγηση από τον Γιώργο Πολυκρέτη
Η ηχογράφηση έγινε τον Γενάρη του 2000

Ο Κλους

Περί του ιδιώματος τ’ Απεράθου για ακόμα μια βολά… Σκέφτηκα πως θα ήταν μία καλή ιδέα να περάσω στο μπλογκ ορισμένα διαλεκτικά κείμενα που έχω συγκεντρώσει, τα οποία είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό τους γραπτές αφηγήσεις για πρόσωπα του χωριού, οι οποίες αφηγήσεις είχαν εκδοθεί το 1986 σε ημερολογιακή έκδοση του Απεραθίτικου Συλλόγου. Δυστυχώς, δεν γνωρίζω τους αφηγητές για να τους αναφέρω… Έχω διατηρήσει την ορθογραφία των κειμένων, εκτός από κάποιες αλλαγές στη στίξη.

Ο Κλους (Νικόλας Πετρ. Πολυκρέτης 1881-1942)

klous.gifΤ’ όνομά ντου επόμεινε στην ιστορία του χωριού κι εφτό τα λέει όλα. Ζει και θα ζει στον αιώνα των αιώνων. Απού τσοι τύποι τση μοσκαριάς και του ‘έλιου πο’ σμίανε τσ’ Απόκριες με το Ζαάρη, το Γκορρέ, το Μπενάκη κι εκάνασι λέει το γκόσμο να κατουριέται απού τα ‘έλια, με κείνες πλια τσοι μοσκαριές και τσοι παρλάτες στη μπλάτσα τ’ Απεραθιού.

Από κοπελάκια που ‘μεστα μέχρι και σήμερα ακούμε πως ο Κλους ετούτο, τ’ άλλο κι ετσά κι αλλιώς και πάει λέοντας κι εμείς ακούοντας. Σε ‘ουτό το σημείωμα είναι δύσκολο να μεταφέρουμε το βίο και τη μπολιτεία του με όλα τα καμώματα και τα γουστόζικά ντου, που βέβαια είναι σκορποβολισμένα από ‘πα κι από κει χωρίς να χαθούσιν ακόμα, απού τα χείλια και τηνε ψυχή τ’ Απεραθίτη. Ήτονε τόσο τορμηρός που τίοτις δε ντου ξέφευγε κι ήψαχνε κάθα στιμής να ‘βρει την ευκαιρία να εντυπωσιάσει και να πολυκουβεδιαστεί…

Θα ‘τονε λέει χειμώνας του 1925-26 στ’ Απεράθου, που ‘χε-ν-απεθάνει ένας νέος άθρωπος στο χωριό, ας μην αναφερθούμε στ’ όνομά ντου, χρειάζεται όμως να πούμε πώς ήτονε ένα τύπος αρχοντικός ποξεχώριζε άμα-ν-επέρνα σ’ τσοι ρύμνες και στη μπλάτσα του χωριού. Ένας τύπος ξενικός τση παλιάς Αθήνας. Ο Κλους όμως ήτονε φτωχός κι αναγκαιμένος χωριανός. Όντεν επέθανε λοιπό ο άλλος ο ξενικός κι ο κοκέτης εφώναξε-ν η χήρα το Γκλου και του ‘δωκε-ν όλη τη ντυμασά του μακαρίτη, που και κείνη έχει τη δικιά τζη ξεχωριστή ιστορία με το χωριό. Τιμημένη ‘υναίκα. Δε φανταζούμεστα πως αγωνιάτε ‘ια το τέλος τση ιστορίας μας και να κακοβάνετε πως τάχατις είνηκε ντίοτα με το Γκλου και τη χήρα. Όχι. Μόνου που από ‘πα κι αμπρουστά ο Κλους ήκανε ντην εμφάνισή ντου μετά τα μεσάνυχτα σκοτεινά και χειμωνιάτικα ντυμένος με τα ρούχα και τα παπούτσα ολόϊδιος εκείνος ο συγχωρεμένος κοκέτης που ‘τονε δικά ντου! Στην αρχή εκείνοι που τον είδασι πρώτοι εκατατρομάξασι κι εϊνησαν ανεφταόρατοι. Και δεν είναι λίο πράμα να θωρείς μια τέθοια ολόιδια σκιά στα βαθιά μεσάνυχτα.

Σιά σιά κι από καιρό σε καιρό που το’ κανε-ν ο Κλους, εβούηξε ντο χωργιό πως εβουρκολάκιασε-ν ο κοκέτης κι εδουλειούσα-ν οι κακόμοιροι αθρώποι να φανούσι και να πορπατήξουσι μοναχοί ντωνε τη νύχτα στο χωριό…

“Καλέ μ’ αλήθεια ‘ειτόνισσα; Είνταν εφτά ντα πράματα π’ ακούμε;”, ήλεν η μια τσ’ αλλονής.

“Ο Θεός είναι μεγάλος, βοήθησέ μας Άι μου ‘Ιάννη”, τσ’ εποκρίνουντάνε η άλλη κι εσταυροκοπκιόντανε.

Συχνά λοιπό ήκανε ντην εμφάνισή ντου ο τύπος τση νύχτας ο βουρκολακιασμένος με τα ολοζώντανα φερσίματα και τη ντυμασά του συχωρεμένου. Και καταλαβαίνετε τώρα, ψόματα ή αλήθεια, είντα ‘ινουντάνε στο χωριό. Εουτό το σεργιάνι και την ιστορία ‘ια κείνοι τζοι χρόνοι στ’ Απεράθου, μας τα ιστόρησε ο ‘Ιώργης Ζευγώλης (ο εκπαιδευτικός μας σύμβουλος) που μας επρόστεσε πως μια βραδινιά εκατέβαινε-ν ο Ζευγωλοδημήτρης απού τη Φυροΐστρα (δυο μετά τα μεσάνυχτα), χειμώνας κακός καιρός. Και μόλις, λέει, εδιάηκε να μπροβάλει στο στιαστό του Βλάση, εξάνοιξε κι είδε ένα καταμόναχο να σεργιανίζει… το βουρκολακιασμένο!!

“Ω βοή μπου μου ‘ρθε”, είπεν απού μέσα ντου ο Ζευγωλοδημήτρης, “μουρέ αλήθεια ν’ εφτά που λέσι… κι εώ δε ντα πίστευγα;;” Εκοντόκατσε, λέει, λιάκι κι εσκέφτηκε να ‘υρίσ’ απίσω. Ύστερα πάλι το μετάνιωσε. “Όχι το γκερατά!” και τραβά απού τη ζώνη ντου το μπιστόλι. “Πίσω και σ’ έφαα”, το φώναξε δυνατά με το παλιοχρειάσιδο στο χέρι.

Κι ο βουρκολακιασμένος ποχέστηκε, με το συμπάθειο, α τη ντρομάρα ντου, “Μουρέ στάσου, μη με σκοτώσεις μα ο Κλους είμαι ω Ζευγωλοδημήτρη.”

Κι από τότες λέει ο Κλους, που να ξανατορμήσει να… βουρκολακιάσει. Ευτυχώς που ο Ζευγωλοδημήτρης είχε τη μπαλικαριά και το μπιστόλι. Αλλιώς ακόμα θα ‘χαμε να λέμε ‘ια κείνο ντο βουρκολακιασμένο γκοκέτη στο χωριό…

Ο Σταυρής του Φασόλη

Περί του ιδιώματος τ’ Απεράθου για ακόμα μια βολά… Σκέφτηκα πως θα ήταν μία καλή ιδέα να περάσω στο μπλογκ ορισμένα διαλεκτικά κείμενα που έχω συγκεντρώσει, τα οποία είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό τους γραπτές αφηγήσεις για πρόσωπα του χωριού, οι οποίες αφηγήσεις είχαν εκδοθεί το 1986 σε ημερολογιακή έκδοση του Απεραθίτικου Συλλόγου. Δυστυχώς, δεν γνωρίζω τους αφηγητές για να τους αναφέρω… Έχω διατηρήσει την ορθογραφία των κειμένων, εκτός από κάποιες αλλαγές στη στίξη.

Ο Σταυρής του Φασόλη ( Σταυρής Στεφ. Σταυριανός 1872-1938 )

stavris-tou-fasoli.gifΕίπαμε να μη γκάνομε πρόλο’ο ‘ια ‘φτό ντον άνθρωπο, ‘ιατί θα καταλάβετε και μοναχοί σας απού τα καμώματα και τα λεόμενά ντου. Αλλά μόνου δυο λέξες, πως ήτονε, λέει, φτωχός και καλός οικογενειάρχης. ‘Ια τα ρέστα ντου θα τα δούμε παρακάτω. Όμως, είντα να πρωτολέει κανείς ‘ια ‘φτό ντο γουστόζικο τύπο και πλέρωνες λέει ‘ια να τον έχεις στη μπαρέα. Και κατιτίς τέθοιο πρέπει πως ήκανε η Καλλιόπη του Μανέττα στο γκαφενέ τζη στη μπλάτσα, που τον ήθελε ‘ια κράχτη, επειδής ο Σταυρής, με τα γουστόζικα και τσι ιστορίες του, ετράβα κόσμο κοντά ντου. Και φαίνεταί μου πως ‘ια ‘φτη ντη… ‘δουλειά’ τα ‘χε-ν ο Σταυρής όλα δικά ντου. Και τση το ‘πε καμιά βολά:
Read more…