Το γλωσσικό μωσαϊκό της Ελλάδας


Μια προσέγγιση των μειονοτικών γλωσσών στον Ελλαδικό χώρο

Η πολυγλωσσία στον Ευρωπαϊκό χώρο αποτελούσε πάντοτε μια πρόκληση για όλες τις κυβερνήσεις και τα συλλογικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η διαφύλαξή της αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις για την διατήρηση της ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς. Στις μέρες μας, η δημιουργία και η διατήρηση ενός τόσο περίπλοκου γλωσσικού μωσαϊκού, το οποίο αποτελείται από γλώσσες επίσημες και μη, κρατικές και μη, τυποποιημένες ή όχι, ισχυρές και ασθενείς, μειονοτικές, λιγότερο ομιλούμενες, λιγότερο διδασκόμενες κ.λπ., απειλείται όλο και περισσότερο και ένας σημαντικός λόγος είναι το γεγονός ότι κάποιοι πιστεύουν στην αρχή της γλωσσικής επέκτασης και ομοιομορφίας και υποβαθμίζουν ως «διαλέκτους» ή «ιδιώματα» γλωσσικές μορφές, οι ομιλητές των οποίων έχουν κάθε δικαίωμα να τις χρησιμοποιούν, να τις τιμούν και να τις αναπτύσσουν. Η βαθμιαία κατάργηση των συνόρων, η ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων, ατόμων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, η δημιουργία ενιαίας αγοράς και ενιαίου νομίσματος είναι μερικοί μόνο από τους αντικειμενικούς παράγοντες που επηρεάζουν το γλωσσικό ευρωμωσαϊκό και προωθούν τη δημιουργία μιας ενιαίας κοινής γλώσσας, μιας lingua franca.
Η μειονοτική γλώσσα και η χρήση της είναι ένα από τα επιμέρους κομμάτια ενός «παζλ» που συνθέτουν τη μειονοτική ταυτότητα. Την τελευταία δεκαετία, τα ευρωπαϊκά κράτη μέσα από πρωτοβουλίες διεθνών οργανισμών, όπως είναι το Συμβούλιο της Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, μεριμνούν για τη δημιουργία προϋποθέσεων νομικής και πολιτικής διασφάλισης της ανεμπόδιστης χρήσης των μειονοτικών γλωσσών που μιλιούνται στην επικράτειά τους.

Βασική προϋπόθεση της θεσμοποίησης της προστασίας των μειονοτικών γλωσσών είναι ο προσδιορισμός της έννοιας «μειονοτική γλώσσα». Κατά καιρούς έχουν δοθεί διάφοροι ορισμοί και περιγραφές της μειονοτικής γλώσσας, ωστόσο βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η αντιφατικότητα, καθώς υπάρχει σύγχυση μεταξύ των εννοιών της μειονοτικής γλώσσας και της γλωσσικής μειονότητας. Για τους μη μυημένους ο όρος ‘μειονοτική γλώσσα’ παραπέμπει σε μια αδύναμη από οικονομική άποψη, μικρή από αριθμητική, περιορισμένη από τοπική και κατώτερη από κοινωνική άποψη γλώσσα. Λαμβάνοντας υπόψη όμως τα δύο βασικά κριτήρια που προσδιορίζουν μια γλώσσα ως μειονοτική, την αριθμητική δηλαδή και τη θεσμική της ισχύ, θα μπορούσαμε να πούμε ότι μειονοτική γλώσσα είναι αυτή που έχει να επιδείξει μικρό μόνο αριθμό ομιλητών, ενώ παράλληλα στερείται τα νομιμοποιημένα θεσμικά εκείνα μέσα που συνήθως θέτει το κράτος στην υπηρεσία της ή των επισήμων, εθνικών γλωσσών του.

Η απαρίθμηση και ο εντοπισμός των μειονοτικών γλωσσών που ομιλούνται ή αποτελούν μητρική γλώσσα ορισμένων ομάδων στην Ελλάδα είναι δύσκολο να γίνει αντικείμενο μετρήσεων με ακρίβεια. Οι γλώσσες που αναφέρονται σε μελέτες και σε στατιστικές του 1928, 1940 και 1951, πέρα από την ελληνική είναι οι εξής: η Αθιγγανική/ ρομανές, η Αλβανική, η Αρμενική, η Βουλγαρική ή πομακική, η Εβραϊκή Ισπανική-εβραϊκή, η Κουτσοβλαχική και η Μακεδονοσλαβική. Στην Ελλάδα σήμερα δεν υπάρχει θεσμοθετημένη νομική προστασία καμιάς άλλης γλώσσας από τις παραπάνω, εκτός από την τουρκική στο χώρο της Θράκης, σύμφωνα με το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο των διατάξεων της Συνθήκης της Λοζάνης, που κατοχυρώνουν εκπαιδευτικά δικαιώματα για τους μουσουλμάνους στη μητρική τους γλώσσα. Σήμερα ωστόσο, η Ελλάδα ενδιαφέρεται να ευθυγραμμιστεί με το διεθνές νομικοπολιτικό περιβάλλον που αντιλαμβάνεται την προαγωγή των μειονοτικών γλωσσών ως βασικό παράγοντα αποδοχής ενός κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού μέσα από τον σεβασμό της ετερότητας.

Σήμερα στην ελληνική επικράτεια χρησιμοποιούνται οκτώ μειονοτικές γλώσσες: η Τουρκική, τα Πομάκικα, τα Σλάβικα, τα Βλάχικα, τα Αρβανίτικα, η Ρομανές, τα Αρμένικα και η Λαντίνο. Κοινός παρονομαστής για τις περισσότερες από τις παραπάνω γλώσσες είναι ο στιγματισμός και η υποτίμησή τους, καθώς και ο αποκλεισμός τους από την εκπαίδευση, προφανώς για να διαφυλαχθεί η ελληνική γλωσσική και πολιτισμική καθαρότητα. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι μειονοτικές γλώσσες που απαντώνται στην Ελλάδα εμπλέκονται με τις διμερείς σχέσεις της με τα γειτονικά κράτη. Τα τελευταία χειρίζονται με διαφορετικό τρόπο την ύπαρξη των γλωσσών αυτών, κι αυτό σχετίζεται με την εσωτερική και εξωτερική πολιτική τους, πράγμα που επιδρά ρυθμιστικά στην προαγωγή ή συνηθέστερα στη συρρίκνωσή τους.

Η Τουρκική

Η τουρκική είναι η γλώσσα των τουρκοφώνων μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, που αποτελεί τη μόνη μειονότητα, η οποία προστατεύεται από τη Συνθήκη της Λοζάνης και συναποτελείται από Τούρκους, Πομάκους και Τσιγγάνους. Οι σχετικές διατάξεις της Συνθήκης προβλέπουν μια σειρά υποχρεώσεων για την Ελλάδα και δικαιωμάτων για τους μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες. Οι αποδέκτες των δικαιωμάτων αυτών προσδιορίζονται βάσει της θρησκείας τους και μόνο, ενώ κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην ελεύθερη χρήση της μητρικής γλώσσας δημόσια, ιδιωτικά ή κατά τις λατρευτικές εκδηλώσεις, στο δημόσιο σχολείο, σε ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και σε ορισμένες δικαστικές διαδικασίες. Η Τουρκική είναι η μόνη μειονοτική γλώσσα που χρησιμοποιείται στα Μ.Μ.Ε., ενώ μαζί με την ελληνική, η Τουρκική αποτελεί γλώσσα της εκπαίδευσης στα μειονοτικά σχολεία σε ισόποσο χρόνο. Η μειονοτική εκπαίδευση καλύπτει ως επί το πλείστον την πρωτοβάθμια εκπαίδευση αλλά και τη δευτεροβάθμια σε ορισμένες περιπτώσεις. Πρόκειται για ένα αμφίδρομο γλωσσικό πρόγραμμα στο πλαίσιο του οποίου οι δύο γλώσσες διδάσκονται ως γλωσσικά μαθήματα και χρησιμοποιούνται στη διδασκαλία θεωρητικών και θετικών επιστημών. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η μειονοτική εκπαίδευση και αφορούν τους 9.500 μουσουλμανόπαιδες αλλά και τους δασκάλους και τους καθηγητές τους δεν είναι λίγα. Τα παιδιά της μουσουλμανικής μειονότητας πηγαίνουν στο μειονοτικό σχολείο χωρίς να ξέρουν καθόλου ελληνικά, καθώς η γλώσσα αυτή δε χρησιμοποιείται στο άμεσο οικογενειακό ή ευρύτερο περιβάλλον τους. Παρά την εύλογη προσδοκία χρησιμοποίησης ενός διδακτικού υλικού που θα αντιστοιχούσε στην ιδιαιτερότητα της διδασκαλίας της ελληνικής ως δεύτερης/ ξένης γλώσσας και όχι ως μητρικής, τα παιδιά της μειονότητας καλούνται να μάθουν ελληνικά με τα ίδια διδακτικά βιβλία που χρησιμοποιούν και τα παιδιά που έχουν ως μητρική γλώσσα την ελληνική, ενώ και η κατάρτιση των δασκάλων είναι ανεπαρκής…

Τα Πομάκικα

Τα Πομάκικα είναι η γλώσσα των Πομάκων μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης με χαρακτηριστικά βουλγαρικής διαλέκτου. Είναι γλώσσα προφορικής παράδοσης και θεωρείται σλαβική ποικιλία με λεξιλογικά στοιχεία από την ελληνική όσο και από την τουρκική. Οι Πομακόφωνοι ακολουθούν πιο εύκολα από τους τουρκόφωνους τη μέση εκπαίδευση σε ελληνικά σχολεία και όχι σε μειονοτικά, καθώς και ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση σε ελληνικά ιδρύματα και όχι σε ομόβαθμα ιδρύματα της Τουρκίας.
Οι Πομάκοι βρίσκονται σε μια ιδιάζουσα θέση, καθώς προστατεύονται ως μειονότητα από τη Συνθήκη της Λοζάνης, η γλώσσα τους ωστόσο δεν τυγχάνει καμιάς ρυθμιστικής αντιμετώπισης και προστασίας, καθώς τα πολύ ισχυρότερα τουρκικά μονοπώλησαν το θεσμικό και θρησκευτικό πλαίσιο γλωσσικής προστασίας της μουσουλμανικής μειονότητας. Συνεπώς, τα πομάκικα είναι μια μειονοτική γλώσσα τόσο μέσα στο πλαίσιο της ομόθρησκης, αλλά αλλόγλωσσης μειοψηφίας, με πλειοψηφέν στοιχείο την τουρκική, όσο και στο πλαίσιο της αλλόγλωσσης/ ελληνικής και ετερόδοξης/ χριστιανικής πλειοψηφίας. Γι’ αυτό και οι πομακόφωνοι τείνουν να είναι τρίγλωσσοι, καθώς χρησιμοποιούν τα Πομάκικα, ως μητρική, ενδοοικογενειακή και ενδοεθνοτική γλώσσα, τα Τουρκικά, ως γλώσσα του σχολείου και των ενδομειονοτικών συναλλαγών και τα Ελληνικά, ως γλώσσα του σχολείου, της ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης, της διοίκησης, των αρχών και των εξωμειονοτικών επικοινωνιακών συναλλαγών.

Τα Σλάβικα/ Σλαβομακεδονικά

Τα Σλάβικα /σλαβομακεδονικά είναι η γλώσσα των κατοίκων των συνοριακών νομών της Δυτικής Μακεδονίας και εντάσσεται στο νοτιοδυτικό άκρο του νοτιοσλαβικού γλωσσικού συνεχούς, που αρχίζει από τη Σλοβενία και καταλήγει ανατολικά στη Βουλγαρία και δυτικά στη λίμνη Πρέσπα. Είναι η επίσημη γλώσσα του κράτους της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (Σκοπίων). Μέχρι πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τα ιδιώματα της περιοχής της Μοναστηρίου θεωρούνταν διάλεκτοι της Βουλγαρικής και της Σερβικής. Μετά τη δημιουργία της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας ανακηρύχθηκαν σε αυτόνομη γλώσσα και καλλιεργήθηκαν, ώστε να διαφοροποιηθούν από τη Σερβική και τη Βουλγαρική.
Οι Έλληνες σλαβόφωνοι είναι δίγλωσσοι και στο σύνολό τους θεωρούν τους εαυτούς τους εθνικά και πολιτιστικά Έλληνες. Στους ομιλητές περιλαμβάνονται τόσο Χριστιανοί, όσο και Μουσουλμάνοι, καθώς και αρκετοί Ρομ. Οι νεότερες γενιές τείνουν προς τη μονογλωσσία, υπέρ της Ελληνικής. Παρά τη γειτνίαση με τους Σλαβόφωνους της ΠΓΔΜ, ταχύτατα οι Έλληνες σλαβόφωνοι γίνονται αποκλειστικά ελληνόφωνοι, καθώς τα σλαβομακεδονικά δεν τυγχάνουν καμιάς ρυθμιστικής αντιμετώπισης και επίσημης αναγνώρισης. Τα σλαβομακεδονικά και η εν λόγω μειονότητα αντιμετωπίστηκαν από πολλούς Έλληνες αρκετά αρνητικά, γι’ αυτό και παρουσιάστηκαν ανάλογα φαινόμενα, όπως το ότι δε διδάσκονταν στα σχολεία, δεν επιτρέπονταν στον Τύπο, ούτε σε κάποια άλλη φάση της δημόσιας ζωής. Ενδιαφέρον έχει η ονομασία της γλώσσας. Η ονομασία «Μακεδονική γλώσσα» δόθηκε από το κράτος των Σκοπίων, προκειμένου να δηλωθεί ότι είναι διαφορετική από τη Σερβική και τη Βουλγαρική. Αυτό, βέβαια, δημιούργησε και ενέτεινε τα ήδη σοβαρά πολιτικά και εθνικά προβλήματα με τους Έλληνες. Για τους Έλληνες γλωσσολόγους «Μακεδονικά» είναι το ιδίωμα της Ελληνικής γλώσσας που ομιλείται στην Ελληνική Μακεδονία από τους Έλληνες. Για το σλάβικο ιδίωμα των κατοίκων της Μακεδονίας υιοθέτησαν τον όρο «Σλάβικα» ή «Σλαβομακεδονικά», διαφοροποιώντας τον από τα ελληνικά Μακεδονικά ή τα Μακεδονίτικα, πρακτική η οποία είναι από γεωγραφική άποψη σαφέστερη, από ποιοτική πιο απρόσωπη, ενώ αποδεσμεύεται η γλώσσα από τους «προστάτες» της.

Η Ρομανές

Ξεχωριστή περίπτωση μειονοτικής γλώσσας είναι η Ρομανές κι αυτό συμβαίνει διότι ομιλείται σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο δεν αποτελεί μια ενιαία γλώσσα, αλλά ένα νεφέλωμα από πολλές διαλέκτους και ιδιώματα που σε μερικές περιπτώσεις παρουσιάζουν τέτοιες διαφορές, ώστε να δυσχεραίνουν κατά πολύ τη μεταξύ των ομιλητών τους επικοινωνία. Η Ρομανές αποτελεί απόγονο της γλώσσας ή των γλωσσών που μιλούσαν ορισμένοι κάτοικοι της βόρειας Ινδίας πριν από δέκα περίπου αιώνες, οι οποίοι για άγνωστους μέχρι τώρα λόγους αναγκάστηκαν ν’ ακολουθήσουν μια μακρόχρονη πορεία προς τα δυτικά, υιοθετώντας τη νομαδική ζωή και ζώντας στο περιθώριο των κοινωνιών που τους φιλοξενούσαν. Οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα της ρομανές που μιλούν σήμερα οι Ρομ προέρχονται κατά βάση από τα σανσκριτικά και ορισμένες γλώσσες της βόρειας Ινδίας (παντζάμπι, χίντι, νεπάλι κ.ά.) και έχουν δεχτεί έντονες επιδράσεις από τις γλώσσες της Ασίας (περσικά, αραβικά, τουρκικά), της ανατολικής Ευρώπης (αρμένικα, ελληνικά, ρουμάνικα), αλλά και της δυτικής.

Οι μουσουλμάνοι Αθίγγανοι της Ελλάδας, ως μέλη της αναγνωρισμένης, ως θρησκευτικής, μουσουλμανικής μειονότητας, εντάσσονται και αυτοί όπως και οι Πομάκοι σε μια διαδικασία αλλαγής της γλωσσικής τους συμπεριφοράς υπέρ της τουρκικής, πράγμα που λειτουργεί ως προπομπός τη ταύτισης των δύο μειονοτήτων ως προς την εθνοτική και την εθνική ταυτότητα. Οι ρομανόφωνοι της Κομοτηνής χρησιμοποιούν κατ’ αποκλειστικότητα την τουρκική στην καθημερινή τους επικοινωνία, ενώ η μητρική τους γλώσσα έχει εκτοπισθεί σχεδόν. Στα μειονοτικά σχολεία, στον τομέα της διοίκησης και εργασίας χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα. Η χρήση της Ρομανές από χριστιανούς Αθίγγανους επιτελεί πρωτευόντως λειτουργίες αναγνώρισης και διάκρισης μεταξύ των μελών της τσιγγάνικης κοινωνίας, τόσο σε ενδοφυλετικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, δευτερευόντως δε καθαρά επικοινωνιακές λειτουργίες με το περιβάλλον τους, καθώς οι ανάγκες επικοινωνίας εξυπηρετούνται από την επίσημη-εθνική γλώσσα.

Οι ομιλητές της Ρομανές, πέρα από το γεγονός ότι θεωρούν την ενασχόληση με τη γλώσσα τους έργο ανάξιο λόγου, εκφράζουν προεπιστημονικές απόψεις γι’ αυτήν (π.χ. ότι η γλώσσα τους δεν παραδίδεται σε γραπτό λόγο, γιατί δεν μπορεί να γραφτεί ή ότι η γλώσσα τους δεν έχει γραμματική) ή και απόψεις που αγγίζουν το χώρο της θρησκευτικής μυθολογίας (π.χ. ότι όταν μοίραζε ο θεός γράμματα στους λαούς, οι Ρομ ξέχασαν να πάνε, γι’ αυτό και δεν έχουν γράμματα). Δείχνουν κάποιο ενδιαφέρον για την εκμάθηση της εθνικής γλώσσας της χώρας στην οποία ζουν, ενώ καθόλου ενδιαφέρον για τη συστηματική εκμάθηση της Ρομανές. Γι’ αυτό και μέχρι τώρα σε καμιά χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι Ρομ δεν κινήθηκαν για αναγνώριση της Ρομανές ως μειονοτικής γλώσσας, παρά μόνο για αναγνώριση δικαιώματος στην εθνική εκπαίδευση κ.ά. Η απουσία αιτήματος για συστηματική εκμάθηση της γλώσσας ωστόσο, παράλληλα με το γεγονός ότι δίνουν στη γλώσσα τους χαρακτηριστικά και λειτουργίες μιας συνθηματικής-κρυφής γλώσσας, προδίδει μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία η γνώση της γλώσσας συνεπάγεται την κατοχή ενός προνομίου που δεν μπορεί να το αποκτήσει άτομο που δεν έχει «ζυμωθεί» μέσα στην κοινωνία τους.

Τα Βλάχικα

Τα Βλάχικα είναι μια λατινογενής γλώσσα που χρησιμοποιούν οι Θεσσαλοί, οι Ηπειρώτες και οι Μακεδόνες πολλών χωριών της Πίνδου. Οι ίδιοι οι χρήστες αυτοαποκαλούνται Αρμάνοι, Αρομούνοι ή Βλάχοι. Ο όρος Βλάχικα υποδηλώνει ότι είναι μια αυτόνομη γλώσσα, διαφορετική από την Ρουμανική, που είναι και αυτή λατινογενής γλώσσα της Βαλκανικής. Κι αυτό αιτιολογείται, καθώς υπάρχει έλλειψη γεωγραφικής συνάφειας και επίσης γιατί καθεμία εξελίχθηκε και επηρεάστηκε ανεξάρτητα, τα Βλάχικα από την Ελληνική και τα Ρουμανικά από τα Σλάβικα, τα Ιταλικά και τα Γαλλικά. Τα βλάχικα δεν ακολουθούν τη μοίρα των υπόλοιπων λατινογενών γλωσσών, οι οποίες ανέπτυξαν τη γλωσσική τους μορφή σε επίσημο όργανο. Υπήρξε ανέκαθεν γλώσσα προφορικής συνεννόησης, η οποία χρησιμοποιείτο εκ παραλλήλου με την ελληνική ως όργανο ενδο-ομαδικό μόνο, ενώ ανέπτυξε αξιόλογη δημοτική ποίηση, μεγάλο μέρος της οποίας συνετάχθη και στην ελληνική.
Τα Βλάχικα έτυχαν νομικής προστασίας από το ελληνικό κράτος με τη συμφωνία μεταξύ Ρουμανίας και Ελλάδας αμέσως μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η γλώσσα, θεωρούμενη ως διάλεκτος της Ρουμανικής, διδασκόταν σε σχολεία, ενώ και ορισμένες εκκλησίες τη χρησιμοποιούσαν μέχρι το 1948. Το θέμα ωστόσο από τότε δεν ξανασυζητήθηκε επίσημα. Ενώ αρχικά υπήρχε ένα κλίμα συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας-Ρουμανίας, πράγμα που το επεδίωκε ο Ε. Βενιζέλος και ήταν σύμφωνο με το νομικό δεσμευτικό πλαίσιο της Συνθήκης των Σεβρών, οι μετέπειτα διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, οι μεμονωμένες αυτονομιστικές ενέργειες, καθώς και η διακοπή χρηματοδότησης των σχολείων από τη Ρουμανία συνέτειναν στη παύση κάθε ενδιαφέροντος από την πλευρά του ελληνικού κράτους.

Τα Βλάχικα βρίσκονται σε μεγάλη υποχώρηση και είναι πολύ πιθανόν στην επόμενη γενιά να εξαφανιστούν, καθώς α) οι ίδιοι οι Βλάχοι ταύτιζαν πάντα απόλυτα τους εαυτούς τους εθνικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά με τους άλλους Έλληνες, β) εκτός από πολύ λίγα χωριά, δεν υπάρχουν πια κοινότητες με αμιγή βλαχόφωνο πληθυσμό, γ) δεν υπάρχει γραπτή παράδοση της βλάχικης γλώσσας, ώστε αυτή να καλλιεργείται και δ) δεν τυγχάνουν καμιάς ρυθμιστικής αντιμετώπισης από το ελληνικό κράτος. Τις τελευταίες δεκαετίες αναπτύσσεται επιστημονικό ενδιαφέρον για την αρομουνική αλλά και τους ομιλητές της. Έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες καταγραφής της σε φωνητικό, μορφολογικό και λεξιλογικό επίπεδο, ενώ για τη γραφή της χρησιμοποιήθηκαν τόσο το ελληνικό όσο και το λατινικό αλφάβητο.

Τα αρβανίτικα

Τα Αρβανίτικα είναι η γλώσσα που ομιλείται κυρίως από κατοίκους της Βοιωτίας, της Αττικής, της Αργολιδοκορινθίας, της Καρυστίας και μερικών νησιών. Τα Αρβανίτικα είναι εξέλιξη της Αλβανικής που μιλούσαν Αλβανοί που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στις περιοχές αυτές τους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ενώ έχουν πολλές γλωσσικές ομοιότητες με την τοσκική διάλεκτο της Αλβανικής. Η χρήση του όρου ‘Αρβανίτικα’ υποδηλώνει ότι είναι διαφορετική γλώσσα από τα Αλβανικά. Η μη γραπτή παράδοση που χαρακτηρίζει τα Αρβανίτικα, σε αντίθεση με τα Αλβανικά, ενισχύει τη διάκριση ανάμεσα στις δύο γλώσσες, παρά το γεγονός ότι είναι δυνατή έστω και με δυσκολία η αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των ομιλητών τους. Η Αρβανίτικη είναι γλώσσα προφορικής παράδοσης, ενώ δεν καλλιέργησε λογοτεχνική παράδοση, πλην της αρβανιτόφωνης δημοτικής ποίησης.

Η πολιτιστική, εθνική και πολιτική ταύτιση των Αρβανιτών με τους Έλληνες κάνει τα Αρβανίτικα πολύ ευάλωτα και τείνουν να εξαφανιστούν καθώς οι νέες γενιές δεν τα μιλούν πια. Έχουν υποστεί μεγάλη επίδραση από την Ελληνική ιδιαίτερα στο λεξιλόγιο και είναι πολύ πιθανή η πλήρης αντικατάσταση αυτής της γλώσσας στο εγγύς μέλλον από τα ελληνικά. Τα Αρβανίτικα χρησιμοποιούνται σήμερα ως κώδικας οικειότητας και αλληλεγγύης από ηλικιωμένους και από ορισμένους ανθρώπους ενδιάμεσης ηλικίας, που πιθανώς δεν έχουν κατορθώσει να κινηθούν με επιτυχία στην αστική κοινωνία. Οι παραπάνω περιβάλλουν με θετικές στάσεις τη μητρική τους γλώσσα, η οποία διατηρεί μια συμβολική λειτουργία, την παραπομπή δηλαδή σε παρελθοντικές μνήμες, σε έθιμα και παραδόσεις. Οι ενδιάμεσες ηλικίες διατηρούν κυρίως την αντιληπτική ικανότητα και αποφεύγουν την απαξίωση των Αρβανίτικων, επιδιώκοντας προφανώς τη διατήρηση των δεσμών τους με την κοινότητα και τη συνακόλουθη υποστήριξή τους από αυτή. Οι νεότεροι δε γνωρίζουν παρά λέξεις, τις οποίες χρησιμοποιούν χάριν αστεϊσμού στους μεταξύ τους διαλόγους. Ρητές απορριπτικές στάσεις συναντάμε απ’ όσους κατάφεραν να κινηθούν κοινωνικά με επιτυχία και υιοθέτησαν την πρότυπη ελληνική και την ιδεολογία της μη απόκλισης που τη συνοδεύει.

Η Αρμενική

Η Αρμενική είναι η γλώσσα της μειονότητας των Αρμενίων, η οποία έχει ημιεπίσημη σχεδόν αναγνώριση και μαζί με την Τουρκική είναι οι μόνες μειονοτικές γλώσσες στις οποίες εκδίδονται έντυπα. Περίπτωση διδασκαλίας της αρμενικής μειονοτικής γλώσσας αποτελούν τα ιδιωτικά σχολεία των αρμενικών κοινοτήτων, όπου σε ορισμένα μαθήματα διδάσκεται η αρμενική γλώσσα. Στα τρία αρμενικά δημοτικά σχολεία και στο αρμενικό γυμνάσιο της Αθήνας διδάσκεται η αρμενική γλώσσα, η ιστορία και τα θρησκευτικά. Ωστόσο, η παλαιοτέρα μεγαλύτερη αρμενική κοινότητα της Θεσσαλονίκης δεν διαθέτει από το 1947 δικό της εκπαιδευτικό ίδρυμα. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αρμενικές κοινότητες της Μακεδονίας, της Θράκης και της Κρήτης.

Η Λαντίνο

Η Λαντίνο είναι η λατινογενής γλώσσα που μιλούσαν κυρίως πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, ενώ σήμερα περιορίζεται μόνο στα μέλη της μικρής πια εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Αποτελεί διάλεκτο της ισπανικής που μιλούν οι κάτοικοι της περιοχής της Καστίλης, απ’ όπου ήρθαν το 1492 οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Μετά το Ολοκαύτωμα, το μεγαλύτερο ποσοστό των ομιλητών της Λαντίνο βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και το Ισραήλ. Η ισραηλιτική κοινότητα έχει προωθήσει τη διδασκαλία της μειονοτικής αυτής γλώσσας σε ιδιωτικά σχολεία που έχουν ιδρυθεί. Η Λαντίνο περιέχει αρκετά λεξιλογικά στοιχεία από την Εβραϊκή, την Τουρκική, την Ελληνική και άλλες γλώσσες, είναι ωστόσο καθαρά ισπανική όσον αφορά το βασικό της λεξιλόγιο και την γραμματική της δομή. Έχει τις περισσότερες πιθανότητας προσβολής της βιωσιμότητάς της, καθώς δεν τυγχάνει καμιάς ρυθμιστικής αντιμετώπισης και δεν έχει τη στήριξη από κάποιο άλλο κράτος με επίσημο γλωσσικό καθεστώς τη συγκεκριμένη γλώσσα. Μάλιστα, πολλοί που θα ήθελαν να επιτεθούν εναντίον της αυτονομίας της Λαντίνο υποστηρίζουν ότι μπορούν να το κάνουν αυτό καθώς είναι μια «νοθευμένη» ποικιλία της Ισπανικής.

… Παρόλο, λοιπόν, που το 95% και πλέον του πληθυσμού της Ελληνικής επικράτειας έχει ως μητρική γλώσσα τη Νέα Ελληνική, δεν θα έπρεπε να υποτιμήσουμε ούτε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι πολλοί συμπολίτες μας μιλούν μια διαφορετική γλώσσα από τη δική μας, που διαθέτει εξίσου πλούσιο λεξιλόγιο και αξιοπρόσεκτη δομή. Μέσα στα πλαίσια ωστόσο ενός ελεύθερου ανταγωνισμού είναι προφανές ότι υπερισχύουν οι ισχυρότερες γλώσσες και περιθωριοποιούνται οι ασθενέστερες σ’ ένα φαινομενικά αξιοπρεπές περιθώριο το οποίο πολλοί το ονομάζουν «σεβασμός για την πολιτισμική ποικιλία». Γι’ αυτό και μόνο μια κατάλληλη γλωσσική πολιτική και πρακτική από την πλευρά της πολιτείας μπορεί να προστατεύσει μειονοτικές γλώσσες που απειλούνται από γλωσσικό θάνατο.

Advertisements

5 thoughts on “Το γλωσσικό μωσαϊκό της Ελλάδας

  1. Παράθεμα: Μειονοτικές γλώσσες & γλωσσικές μειονότητες στην Ελλάδα « Φωτεινή παντογνώστρα

  2. Ειμαι και εγω αρβανιτισσα και απο οσο ξέρω οι Αρβανίτες ειναι απο την Ιταλία(νότια Σικελία) και επισης γνωρίζω οτι υπάρχει κοινότητα Αρβανιτών εκει πέρα.

  3. Katerina, ti Italia mou les; Oi Arvanites proerxonte apo thn Albania kai h glosa einai h Albaniki. Pou kolaei h Italia. Be proud to be Greek and Albanian also.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s