“ Άμα δε dηνε ‘ατρεύει κανείς, τη χάνει τη dοπιολαλιά dου ”… (α)



Περιγραφή των ιδιωμάτων της Νάξου:
1. Το παλαιότερο κυκλαδίτικο ιδίωμα

“Η αρχαία ελληνική γλώσσα είχε δύο ευτυχίες: ν’ αποχτήσει μεγάλη λογοτεχνία πριν φανερωθούν οι γραμματικοί και πως για καιρό καμιά διάλεχτός της δεν καθυπερτέρησε τις γειτονικές της και δεν υψώθηκε σ’ επίσημη γλώσσα. Έτσι, πλουτίστηκε η γλώσσα με όλες τις εκφράσεις εκείνες που φέρνουν πάντα μαζί τους κάτι σαν άρωμα της πατρίδας που τις γέννησε. Διδάσκει αυτό κάτι που θα έπρεπε να το στοχαστούν τα σύγχρονα έθνη και που παίρνω το θάρρος να το συστήσω στους σημερινούς Έλληνες. Θα είχαν άδικο την ώρα που παγιώνουν τη γλώσσα τους να διώχνουν εκφραστικά στοιχεία γεμάτα ουσία που τους παρέχουν τα λαϊκά ιδιώματα από τους διάφορους τόπους…”

Η σύσταση του γλωσσολόγου – σημασιολόγου M. Breal, αν και διατυπωμένη στις αρχές του περασμένου αιώνα, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί άκαιρη, μα ούτε και οπισθοδρομική ακόμη και στις μέρες μας. Η Κοινή Νέα Ελληνική, ύστερα από μακροχρόνιους αγώνες φωτισμένων πνευματικών ανθρώπων κατάφερε να εδραιώσει την παρουσία και τη θέση της στο χώρο των ομιλητών της, δικαιολογώντας τη φυσική εξέλιξη και το ευμετάβολο της φύσης της. Υπήρξε, όμως, κάποιο τίμημα εις βάρος των τοπικών διαλέκτων και ιδιωμάτων της;

Αν παρακολουθήσει κάποιος την πορεία της ελληνικής γλώσσας, όπως έχει διασωθεί από τα γραπτά μνημεία και που αριθμεί βίο 40 αιώνων, θα μπορούσε να διακρίνει περιόδους διαλεκτικής διαφοροποίησης, αλλά και περιόδους χρήσης μιας εκάστοτε Κοινής γλώσσας. Η Προϊστορική Κοινή (ή αλλιώς Πρωτοελληνική ή Προδιαλεκτική Κοινή) εξελίχθηκε στην Αρχαία Ελληνική, η οποία κατηγοριοποιήθηκε διαλεκτικά, βάσει γλωσσολογικών κριτηρίων, στην Ιωνική διάλεκτο, με κύριο κλάδο την Αττική, στην Αιολική και τέλος στη Δωρική διάλεκτο. Κατά τους Αλεξανδρινούς χρόνους, βέβαια, οι διαλεκτικές διαφορές υποχώρησαν με τη δημιουργία της Αλεξανδρινής/ Ελληνιστικής Κοινής, η οποία αποτελούσε το πλέον παγκόσμιο όργανο επικοινωνίας της εποχής. Αλλά και αυτή η Κοινή Ελληνική, τόσο λόγω της φυσικής εξέλιξης της ίδιας της γλώσσας, όσο και λόγω εξωτερικών παραγόντων, διασπάστηκε σε τοπικά ιδιώματα, σχηματίζοντας τις διαλέκτους της Νέας Ελληνικής, τις πρώτες μαρτυρίες των οποίων έχουμε περίπου τον 12ο αιώνα. Όπως αναφέρει ο Ν. Κοντοσόπουλος, τ. διευθυντής του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών, η Κρητική, η Κυπριακή και η Ροδίτικη διάλεκτος μας έδωσαν κατά την Αναγέννηση και κάτω από το Φράγκικο ζυγό τα πρώτα τους γραπτά φιλολογικά μνημεία (Ερωτόκριτος, Ερωφίλη κ.λπ.).

Μετά τους πολέμους, ωστόσο, οι διάλεκτοι άρχισαν να σβήνουν. Μέσα στα ιδιωματικά εκφωνήματα των υπερηλίκων κατοίκων της υπαίθρου μπορούσε πλέον κανείς να διακρίνει, αρκετά καθαρά, τύπους και λέξεις της Κοινής Νέας Ελληνικής, ενώ αυτό που διατηρήθηκε, ανάμεσα σ’ αυτά τα σημάδια της παραφθοράς, ήταν η διαλεκτική προφορά, κάποια λείψανα μορφολογίας και τοπικές λέξεις. Κατά τον Ν. Κοντοσόπουλο, επικρατούσε και εξακολουθεί να επικρατεί, χωρίς βέβαια να πέσουμε στην παγίδα των γενικεύσεων, ένα είδος “επαρχιακής” ελληνικής, δηλαδή η Κοινή Νέα Ελληνική σε διαλεκτικό υπόβαθρο. Στις πόλεις πάλι παρατηρήθηκε, και είναι ίσως στις μέρες μας λιγότερο εμφανές, το φαινόμενο της “χρωματισμένης” νέας ελληνικής, ομιλούμενης απ’ αυτούς που μετανάστευσαν από τα χωριά τους στα μεγάλα αστικά κέντρα.

“Άμα δε dηνε ‘ατρεύει κανείς, τη χάνει τη ντοπιολαλιά dου”… αυτή τη φράση είχε πει ένας ηλικιωμένος από την Κεραμωτή της Νάξου στον Α. Σιγάλα, όταν στα 1924 βρέθηκε στη Νάξο για συλλογή γλωσσικού υλικού, σαν συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών. Μέσα σ’ ένα πνεύμα νεωτερισμού και εξέλιξης, τα ιδιώματα θεωρήθηκαν “άσχημα” και ένδειξη κατωτέρου πνευματικού επιπέδου για τους ομιλητές τους. Οι νέοι πλέον δεν τα μιλούσαν, αλλά και οι ηλικιωμένοι είχαν αρχίσει να ξεχνούν τα “παλαιά”… Οι επιστήμονες φιλόλογοι είναι γεγονός πως άρχισαν αρκετά αργά να συλλέγουν συστηματικά το γλωσσικό υλικό του τόπου μας. Την παρατήρηση αυτή την κάνει ήδη στα μισά του προηγούμενου αιώνα ο Α. Σιγάλας, υποστηρίζοντας πως η νέα ελληνική έχει εισχωρήσει σ’ όλα τα ιδιώματα και σε όλα τα γλωσσικά τους επίπεδα (φωνολογία, φωνητική, μορφολογία, σύνταξη κ.λπ.). Ωστόσο, ακόμη και σήμερα δεν είναι αργά ν’ ασχοληθούμε με τις τοπικές διαλέκτους και τα ιδιώματα της Ελληνικής, ενώ θεμελιώδης και καθοριστική είναι η μέχρι τώρα καταγραφή τους από λαμπρούς επιστήμονες του τόπου μας.

Ο πατέρας της Ελληνικής γλωσσολογίας, Γ. Χατζιδάκις, στα 1905 διατύπωσε την επικρατέστερη διαίρεση των νεοελληνικών ιδιωμάτων, η οποία στηρίζεται στη διαφορετική αντιπροσώπευση των άτονων φωνηέντων /i/, /e/, /o/ και /u/. Στα βόρεια ιδίωματα, τα /i/ και /u/ αποβάλλονται (π’λαρ’= πουλάρι), ενώ τα /e/ και /o/ τρέπονται σε [i] και [u] αντίστοιχα (πιδεύου= παιδεύω). Στα ημιβόρεια ιδιώματα, παρουσιάζεται μόνο η αποβολή των /i/ και /u/, ενώ στα νότια ιδιώματα, τα φωνήεντα παραμένουν απαθή.

Στις Κυκλάδες μπορεί κανείς να συναντήσει όλων των τύπων τα νεοελληνικά γλωσσικά ιδιώματα και αυτό ίσως να οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στην πολιτισμική, επομένως και γλωσσική, αλληλεπίδραση των πληθυσμών. Ωστόσο, το επικρατέστερο ιδίωμα των νησιών αυτών είναι το καθαρά νησιώτικο με “νότιο φωνηεντισμό” ιδίωμα, που μοιάζει με την κρητική διάλεκτο, ενώ πολλοί διαλεκτολόγοι μιλούν για κυκλαδοκρητική γλωσσική ενότητα. Η Νάξος, όπως και άλλα κυκλαδονήσια, παρουσιάζει μια ανομοιομορφία στην κατανομή του ιδιώματος. Σύμφωνα με τον Α. Σιγάλα, διακρίνονται 3 γλωσσικά ιδιώματα, τα οποία έχουν χάσει τα αρχαιόπρεπα συστατικά τους τώρα πια και που το καθένα έχει διαφορετική αρχή. Υπάρχει: το παλαιό καθαρό κυκλαδίτικο ιδίωμα, που συναντάται στη Χώρα, στην περιοχή του Λιβαδιού, της Βίβλου, της Τραγαίας, στις Μέλανες, στις Εγγαρές και γενικότερα στα Κάτω μέρη (ιδίωμα Α), το γλωσσικό ιδίωμα που μιλιέται στην περιοχή των Ανούμερω και στο Φιλότι (ιδίωμα Β) και το γλωσσικό ιδίωμα τ’ Απεράθου (ιδίωμα Γ).


Το χαρακτηριστικό του καθαρού κυκλαδικού ιδιώματος, άρα και του παλαιού Ναξιακού ιδιώματος (ιδιώματος Α), είναι ότι προφέρει όλα τα φωνήεντα καθαρά, χωρίς να τα συγχέει. Αποφεύγει, επίσης, τις υπερβολικές και ποικίλου είδους φθογγικές μεταβολές, ενώ παρουσιάζει συχνότερα μεταβολές στο μορφολογικό σύστημα. Οι συχνότερες παθήσεις φωνηέντων που απαντούν είναι η αποβολή, η ανάπτυξη ή η τροπή των φωνηέντων, που σύμφωνα με τον Ι. Προμπονά οφείλεται σε αναλογική επίδραση συγγενών λέξεων, σε παρετυμολογία ή σε συνεκφορά: (α) του /α/ (‘bελόβεργα= αμπελόβεργα, απορτοκάλι= πορτοκάλι, ανεκατώνω= ανακατώνω), (β) του /ε/ (τωνε ματιώ= των ματιών, αρωτώ= ερωτώ, πορπατώ= περπατώ), (γ) του /ο/ (αρφανός= ορφανός, ακλουθώ= ακολουθώ), (δ) σπανιότερα του /ι/ και του /ου/.

Αλλά και τα σύμφωνα υφίστανται αποβολές, αλλαγές, μεταθέσεις, φαινόμενο σύνηθες στο νότιο ιδίωμα. Πολύ συνήθης είναι η αποβολή του /γ/ ανάμεσα σε δύο φωνήεντα (φυ’ή= φυγή, φρύ’ανο= φρύγανο, πη’αίνω= πηγαίνω), αλλά και η ανάπτυξή του στις ρηματικές καταλήξεις των ρημάτων σε -εύω ή -βω (κόβγω= κόβω, σκύβγω= σκύβω). Πολύ συχνή, επίσης, είναι η τροπή των άηχων ψιλών /κ/, /π, /τ/ σε μέσα ηχηρά g, b, d αντίστοιχα, σαν να προηγείται, όπως χαρακτηριστικά λέει ο Α. Σιγάλας, ένα τελικό -ν-, το οποίο δεν ακούγεται πια (το gόπο= τον κόπο, το dόπο= τον τόπο, το bατο= τον πάτο). Η ίδια τροπή συμβαίνει και στα συμφωνικά συμπλέγματα μπ, μβ, ντ, νδ, νκ, νγ (γγ) (αbέλι= αμπέλι, αdικρινός= αντικρινός, αgώνας= αγκώνας). Στο παλαιό ναξιακό ιδίωμα ανήκει και η αλλαγή του /θ/ και /π/ σε /φ/, του /χ/ σε /σ/ και του /κ/ σε /χ/ (φηκάρι= θηκάρι, ράσες= ράχες, χτήμα= κτήμα), καθώς και οι μεταβολές των υγρών /λ/ και /ρ/ (αδερφός= αδελφός). Συχνότατα παρουσιάζεται ανάπτυξη ή και αποβολή του /ν/ και του /σ/ στην αρχή ή στο εσωτερικό των λέξεων (νοικοκύρης= οικοκύρης, ‘υχιά= νυχιά, σβώλος= βώλος, αθότυρο= ανθότυρο). Επίσης, διατηρείται η συνίζηση στις καταλήξεις -ια, -ιος και -ιες (νησιά, φωτιά), αν και αυτό δε συμβαίνει στα χωριά που βρίσκονται κοντά στο Φιλότι και στα άλλα χωριά του Β ιδιώματος. Έτσι, στο Χαλκί π.χ., λόγω της γλωσσικής επίδρασης απ’ το Φιλότι, η συνίζηση δεν διατηρείται (δροσά= δροσιά, φορεσά= φορεσιά, ανιψός= ανιψιός). Επίσης, εμφανίζονται πλείστες άλλες μεταβολές συμφωνικών συμπλεγμάτων, πράγμα που παρατηρείται σε όλα τα ιδιώματα (θάμα= θαύμα, πράμα=πράγμα, άσκημος= άσχημος κ.λπ.). Όσον αφορά την αύξηση των ρημάτων, χαρακτηριστικό του κυκλαδίτικου ιδιώματος είναι η χρήση της χρονικής αύξησης για λόγους αναλογικούς (ήλεγα= έλεγα, ήσπασα= έσπασα, ήφα’α= έφαγα).

Χαρακτηριστικό φαινόμενο του παλαιότερου κυκλαδίτικου ιδιώματος είναι ο τσιτακισμός (πού τσ’ είδες ευτούς να γυρνούνε;= που τους είδες αυτούς να γυρνούν;), του οποίου η χρήση σήμερα έχει περιοριστεί σε λίγες λέξεις. Πιο συνηθισμένη είναι η χρήση του τζ αντί του /κ/ ή του γγ- γκ (τζαιρός= καιρός, άτζελος= άγγελος). Πάλι, όμως, κάποια χωριά εξαιτίας της γειτνίασής του μ’ αυτά του ιδιώματος Β έχουν αντικαταστήσει το τζ με το γγ (ng) ή το g. Ένα άλλο γλωσσικό φαινόμενο που χαρακτηρίζει τόσο το ιδίωμα Α, όσο και το ιδίωμα τ’ Απεράθου (ιδίωμα Γ) είναι η προσθήκη του /ε/ στο τέλος όλων των ρηματικών τύπων, που λήγουν σε -ν (είδενε το παιδί και το gάλιασένε και το φίλιενε= είδε το παιδί και το αγκάλιασε και το φιλούσε). Ο Α. Σιγάλας πιστεύει ότι η προσθήκη αυτή είναι ξένη προς το Ναξιακό ιδίωμα και το αποδίδει σε επίδραση του Β ιδιώματος, άποψη την οποία δεν συμμερίζεται ο Ι. Προμπονάς.

Τα ανωτέρω περιγραφέντα είναι ένα μέρος μόνο του φωνητικού και μορφολογικού κυρίως συστήματος του παλαιού Ναξιακού ιδιώματος, όπως κατεγράφησαν από λαμπρούς επιστήμονες του τόπου μας. Ακόμη και σ’ ένα μικρό νησί, όπως είναι η Νάξος, παρατηρείται μια τέτοιου είδους γλωσσική ποικιλία, η οποία προκαλεί μεγάλη εντύπωση σε ειδικούς και μη. Κι όμως εξηγείται… γιατί όσο περίπλοκη και πολύπλευρη είναι η ψυχή των κατοίκων ενός τόπου, άλλο τόσο πλούσια και ποικίλη θα είναι η γλώσσα του…

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Κοντός Π., Νεοελληνικά ιδιώματα & Τρόποι κατατάξεως (πανεπιστημιακές σημειώσεις).
Κοντοσόπουλος Ν., Διάλεκτοι και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής (εκδ. Γρηγόρη).
Προμπονάς Ι., Η γλώσσα των ναξιακών εγγράφων (1433- 1837) και το παλαιότερον Ναξιακόν ιδίωμα (Ανάτυπο από την Επετηρίδα Ετ. Κυκλαδικών Μελετών, τόμ. Ζ’).
Σιγάλα Α., Γλωσσικά ιδιώματα και εποικισμοί της Νάξου (Ναξιακόν Αρχείον).

Advertisements

3 thoughts on ““ Άμα δε dηνε ‘ατρεύει κανείς, τη χάνει τη dοπιολαλιά dου ”… (α)

  1. Αγαπητή φίλη, εντελώς τυχαία είδα το ιστολόγιό σας και τα ενδιαφέροντα στοιχεία που αναρτήσατε εδώ. Είστε αξιέπαινη για την ενασχόλησή σας με τον δύσβατο τομέα τής ιστορικής διαλεκτολογίας και εύχομαι κάθε επιτυχία στις μεταπτυχιακές σας σπουδές.

    Παρακαλώ επιτρέψτε μου μερικές παρατηρήσεις, που σας γράφω επί τροχάδην και εν μέσω πολλών υποχρεώσεων, με την ελπίδα ότι μπορεί να χρησιμεύσουν σε κάτι:

    Η ανάπτυξη των νεοελληνικών διαλέκτων ερμηνευόταν επί πολλές δεκαετίες με βάση το πρότυπο της «κλεψύδρας»: διάσπαση – ενότητα – διάσπαση. Οι μελέτες, ωστόσο, των διαλεκτικών στοιχείων κυρίως των περιφερειακών χώρων, οι οποίοι διασώζουν περισσότερους αρχαϊσμούς, κατέδειξαν ότι η ερμηνεία αυτή δεν είναι ρεαλιστική. Σήμερα δεν πιστεύουμε πια ότι η ελληνιστική Κοινή ισοπέδωσε σαν οδοστρωτήρας όλες τις αρχαίες διαλέκτους και αναδύθηκε ως ομοιογενής γλώσσα. Μάλλον εικάζουμε ότι από την εφαρμογή της στους επί μέρους ελληνικούς χώρους προέκυψαν γλωσσικές νησίδες διαφορετικών αποχρώσεων με ισχυρότερες τις δωρίζουσες. Μπορείτε να δείτε την ανάτπυξη της θέσεως αυτής στο κλασικό άρθρο τού Τσοπανάκη: «Eine dorische Dialektzone im Neugriechischen» (Byzantinische Zeitschrift 48, 1955, σελ. 49-72), καθώς και στο πρόσφατα μεταφρασμένο βιβλίο τού G. Horrocks, Greek. A history of the language and its speakers.
    Η διόρθωση της άποψης αυτής μπορεί να μας βοηθήσει να ερμηνεύσουμε διαλεκτικά στοιχεία στις περιοχές που αναφέρετε, τα οποία δεν εξηγούνται διαφορετικά. Αν υπάρξει διαθέσιμος χρόνος, θα σας αναφέρω πιο συγκεκριμένα σημεία επ’ αυτού.

    Μερικές διαλεκτολογικές μελέτες, επειδή καταρτίστηκαν χωρίς εξέταση όλων των συναφών θεμάτων, προχωρούν σε εσφαλμένη ομαδοποίηση φαινομένων. Επί παραδείγματι, η τροπή /e/ > /o/ των περπατώ > πορπατώ οφείλεται σε επίδραση του γειτονικού /r/ και δεν είναι ομοίας τάξεως με το ερωτώ > αρωτώ, όπου έχουμε πρώτα σίγηση του ατόνου αρκτικού φωνήεντος και κατόπιν αναλογική επέκταση του /a/. Επίσης, η σίγηση του ενδοφωνηεντικού -γ-, φρύ’ανο, πη’αίνω, είναι φωνητικού χαρακτήρα, ενώ η ανάπτυξη ληκτικού τέρματος /-vγο/, /-vgo/ (κόβγω, σκύβγω) είναι μορφολογικού χαρακτήρα και οφείλεται σε αναλογία προς το θέμα τού αορίστου. Επιπλέον, η προστριβοποίηση (τσιτακισμός, affrication) οφείλεται σε ουράνωση (palatalisation) πριν από /e, i/ και τελείται υπό συγκεκριμένους όρους: ασφαλώς δεν υπάρχει τσιτακισμός στη φράση πού τ(ου)ς είδες αυτούς…, όπου απλώς σιγήθηκε το /u/.

    Συγχωρήστε με, δεν αποδίδω σε εσάς αυτά τα ερμηνευτικά σφάλματα, αλλά σε διαλεκτολογικές μελέτες που δεν έχουν λάβει υπ’ όψιν την πρόσφατη βιβλιογραφία. Ζητώ συγγνώμη επίσης που ο χρόνος μου δεν αφήνει άλλα περιθώρια. Στο ιστολόγιό σας εύχομαι «καλό ταξίδι»΄, ελπίζω δε να ευοδωθούν τα επιστημονικά σας εγχειρήματα.

    Φιλικά.

  2. Καλησπέρα δεν διάβασα το ποστ, αλλά ο τίτλος μού δημιούργησε μια απορία:
    ntοπιολαλιά δηαλδή; Όχι dοπιολαλιά;

  3. Αγαπητέ dr moshe,
    πρώτα απ’ όλα συγχωρέστε με για την πολύμηνη αργοπορία απάντησής μου, αλλά δυστυχώς λόγω πολλών υποχρεώσεων δεν βρήκα τον χρόνο να μπω στο blog. Οι παρατηρήσεις σας με βρίσκουν σύμφωνη γιατί γενικότερα πιστεύω πως πρέπει να επιχειρείται μία ψύχραιμη και πολυπαραγοντική περιγραφή και ερμηνεία περιόδων και φαινομένων, των οποίων τα προς αξιοποίηση δεδομένα δεν είναι και τόσο πολλά.

    Αναμφισβήτητα η Κοινή δεν λειτούργησε ως οδοστρωτήρας εις βαρος των αρχαίων διαλέκτων, αλλά υπήρχαν ενδιάμεσα στάδια σε ένα γλωσσικό συνεχές, με πολλές φορές παράλληλη χρήση παραπάνω του ενός κωδίκων.
    Κατά την ταπεινή μου γνώμη, η εδραίωση μίας Κοινής γλώσσας εξαρτάται από τις ομάδες των ομιλητών που λειτουργούν ως κινητήριες δυνάμεις για την εισαγωγή της. Κάθε ομάδα, ανάλογα με τις ανάγκες της, υιοθετεί αυτό που την εκφράζει καλύτερα και ό,τι θεωρεί πως είναι πιο λειτουργικό (εμπορικοί-οικονομικοί-πολιτικοί παράγοντες~lingua franca, μορφωμένοι~γλώσσα γοήτρου-λογοτεχνική γλώσσα-αττικοιωνική, λαϊκά στρώματα~έντονη τάση προς τη γλωσσική αλλαγή).

    Οι παρατηρήσεις-επισημάνσεις σας όσον αφορά την προσέγγιση των διαφόρων γλωσσικών φαινομένων ήταν ουσιαστική, απλά θα ήθελα να σημειώσω ότι πέρα από τις όποιες αδυναμίες είχαν οι διαλεκτολογικές μελέτες των περασμένων δεκαετιών,στην προκειμένη περίπτωση, ίσως και η δική μου περιληπτική απόδοση να μην ήταν και τόσο πετυχημένη. Το συγκεκριμένο κείμενο το είχα γράψει πριν 7 περίπου χρόνια για ένα τοπικό περιοδικό, που σαφώς ελλείψει χώρου και γλωσσολογικής κρίσης, δεν μπορούσα να το αναπτύξω καλύτερα.

    Σας ευχαριστώ πολύ για την απάντησή σας!

    Αγαπητέ Ντροπαλές μικρές ατάκες,
    σωστή η παρατήρησή σας. Πρόκειται για λάθος που έκανα κατά την αντιγραφή του τίτλου από το word file.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s