«Εφτός είναι ο γάδαρος που τα φασόλια τρώει, αλλά το δικαστήριο μας ήβγαλε αθώοι!»


Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό “Οι Νάξιοι”
(τεύχος 3, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2000).

Μια εύθυμη ιστορία από το Σωζο’ιάννη
(Γιάννη Πρωτονοτάριο)

Ίσως είναι από τις σπάνιες πια στιγμές, όπου εμείς οι νέοι έχουμε την ευκαιρία να βεγγερίζουμε και ν’ ακούμε ιστορίες από τα παλιά, από ανθρώπους που ζήσανε στα χωριά της Νάξου τη φτώχεια, την ανέχεια, παράλληλα, όμως την αγάπη, τη φιλία, την τιμιότητα και την παραξενιά ίσως ορισμένων…

Αντικείμενο της ιστορίας που θα ακολουθήσει τα «τρα’ούδια», τα κοτσάκια, δηλαδή, και η αξία τους για εκείνα τα χρόνια. Είναι αξιοσημείωτο πως

«… τα τρα’ούδια εφτά είχαν αξία και ντα πρόσεχένε ο κόσμος και πόση μανία είχε να τ’ ακούσει… και όνταν ένα τρα’ούδι ήταν πετυχημένο να μη φεύγει απ’ το στόμα ντου… ακουγοντάνε και το λέ’ανε και όσο τα πρόσεχε ο κόσμος τόσο είχαν όροξη οι άθρωποι να τα βγάνουν…».

Γιάννης Πρωτονοτάριος (Σωζο'ιάννης).

Πρωταγωνιστής της ιστορίας μας ο γνωστός «ποιητής» και άξιος τεχνίτης του Ναξιώτικου και δη Απεραθίτικου έντεχνου λόγου, ο Γιάννης Πρωτονοτάριος (Σωζογιάννης) από τ’ Απεράθου της Νάξου, ο οποίος δυστυχώς δε ζει πια…

Σε ηλικία περίπου 7- 8 χρονών ο πάππος του τού χάρισε ένα γάιδαρο και ένα ντουμπάκι. Ο γάιδαρος, όμως, ήταν πολύ γέρος μα, παρά τα λόγια του πατέρα του: «Μα τι τον θες το γάδαρο παιδί μου, να ‘τονε γεροντοκομήσουμε, να ψοφήσει στα χέρια μας;», εκείνος ήθελε να τον κρατήσει. Και πραγματικά τον κράτησε τον γάιδαρο, καθώς και το ντουμπάκι, το οποίο αν και παλιό, το είχε φτιάξει και έπαιζε με τους τσαμπουνάρηδες του χωριού [1].

Μετά από καιρό, ο γάιδαρος, γέρος και πονηρεμένος, πήγε και με το στόμα του «εβούρλησε τσοι τράφοι και μπήκε σ’ ένα ποτιστικό κ’ ήφαε μια πρασά φασόλια» [2]. Το ποτιστικό αυτό χωράφι ήταν ενός ανθρώπου από τους πιο παράξενους του χωριού, του Τυπονικόλα. Οι αγροφύλακες έφεραν το γάιδαρο στο χωριό, ειδοποίησαν την οικογένεια του και αφού πλήρωσαν ένα τάλιρο τον πήραν πίσω. Την ίδια στιγμή, όμως, ήρθε ο Τυπονικόλας σπίτι και άρχισε να λέει : «Μου’ φαε τα φασόλια ο γάδαρος…». Ο αφέντης του Σωζογιάννη, ο Σώζος, είπε αμέσως στον Τυπονικόλα: «Πόσο κάναν’ τα φασολάκια, η πρασά αυτή; Θα’ κανε 30 οκάδες; Ε’ώ δεν το πιστεύγω, σου βάνω όμως ότι ήκαμε 50 οκάδες, από 2 φράγκα η οκά, κάνει 100 φράγκα. Θα σου πλερώσω λοιπό’ 100 φράγκα». Ο Τυπονικόλας αρνήθηκε και ο Σώζος του πρότεινε να κάνει και ένα μεροκάματο στ΄ αμπέλια. Και πάλι ο Τυπονικόλας αρνήθηκε και ζήτησε 400 φράγκα. Ο Σώζος, όμως, απάντησε: «Βρε τι ‘ναι αυτά που λες, μα μήτε Θεός το σηκώνει, μήτ’ ο δαίμονας… να σου δώσω 400 φράγκα; Θα πάω να στα σπείρω, 8, 10 μεροκάματα όσο πάει και θα σου κάμω και το μεροκάματο στ’ αμπέλια…». «Θα μου δώσεις 400 φράγκα, αλλιώς θα σε πάω στο δικαστήριο», απάντησε ο Τυπονικόλας…

Ήρθε, λοιπόν, η κλήση και πήγε ο πατέρας του στο δικαστήριο. Την παραμονή της δίκης [3], καθώς είχε μαζέψει τα 400 φράγκα (πούλησε λάδι, πήρε δανεικά) μάζεψε τα παιδιά του, το Γιάννη, 8 χρονών, τη Μαριά, 6, και το Μανώλη, 4, και τους υποσχέθηκε ότι εάν αθωωνόταν, μ’ αυτά τα λεφτά θα έπαιρνε του καθενός από ένα ζευγάρι παπούτσια και μια φορεσιά ρούχα. Το βράδυ, λοιπόν, τα παιδιά έπεσαν στα εικονίσματα και παρακαλούσαν ν’ αθωωθεί ο αφέντης τους.

Το μεσημέρι, σχολώντας από το σχολείο ο μικρός Γιάννης, καθώς δεν ήταν ακόμη φερμένος ο αφέντης του από την Τραγαία, ξεκίνησε για τον Αϊ- Γιάννη, από όπου θα μπορούσε να δει αν ερχόταν ο πατέρας του, ακολουθούμενος από τα μικρά αδέλφια του. Περνώντας μέσα από μονοπάτια, έφθασαν στον Αϊ- Γιάννη και περίμεναν τον πατέρα τους. Κατά τις 2 η ώρα είδαν στα «Περα Χωράφια» μια παρέα 6 –7 ατόμων, ο ένας παντελονάς και οι άλλοι βρακάδες. Η αδελφή του η Μαριά ξεχώρισε αμέσως τον πατέρα της και είπε: «Μωρέ, σηκώνει ο αφέντης».

Πραγματικά, ο Σώζος είχε κάτι στο ραβδί του, είχε αθωωθεί με τη βοήθεια ενός ξάδελφου του, του Στρουμπελοδημήτρη, τον οποίο συνάντησε στην Τραγαία τυχαία και μαθαίνοντας αυτός το πρόβλημά του, αποφάσισε να ‘ρθει σα μάρτυρας στο δικαστήριο. Βάζοντας, λοιπόν, το χέρι στο Ευαγγέλιο, είπε: «Δεν έχει γάδαρο ο Σώζος. Δεν ξέρω αν είν’ του γιου ντου ή του πεθερού ντου. Ο γιος του είναι μικρός, 8 χρονώ, τον καβαλά και κάνει βόρτες, τον θωρεί (ο Τυπονικόλας) και θαρρεί πως είν’ δικός του. Αλλά ο Σώζος μήτε αγόρασε γάδαρο, μήτ’ έχει. Έχει ένα μουλάρι, γάδαρο δεν έχει… Όσοι είναι εδώ αρώτησέ τους. Του πεθερού του είναι ο γάδαρος και τον έχει χαρίσει..». Αθωώθηκε ο Σώζος και είπε στον Τυπονικόλα: «Άκουσε να δεις Νικόλα, κοίταξε άλλη φορά να είσαι τίμιος. Ε’ώ αθωώθηκα, αλλά θα πάω να σου σπείρω τα ποτιστικά… Πότισέ το εσύ αύριο και ‘ω θα στο σπείρω με δικά μου φασόλια, χωρίς μεροκάματο. Θα σου αναστήσω αυτό που σου ‘φαε ο γάδαρος».

Πραγματικά, μετά από 2 μέρες πήγε και πότισε, την αυγή, το ποτιστικό ο Τυπονικόλας. Επιστρέφοντας, όμως, στο χωριό για να πάει στο ορυχείο, συνάντησε το Γιάννη, καβάλα στο γάιδαρο [4], στην «Τρανή Βελανιά» [5]. Του λέει, λοιπόν, θυμωμένος: «Αυτός είναι ο γάδαρος που μου’ φαε τα φασόλια, αυτός είναι ο γάδαρος!…». Ο μικρός Γιάννης, όμως, χτυπώντας το χέρι του αμέσως του απαντά:

«Εφτός είναι ο γάδαρος που τα φασόλια τρώει,
αλλά το δικαστήριο μας ήβγαλε αθώοι!»

Και ο Τυπονικόλας, ημερωμένος από το τραγούδι θαυμάζοντάς το, είπε: «Για ξαναπέ μου το κακοθάνατε!». Το επανέλαβε και ο Τυπονικόλας έφυγε χωρίς να συνεχίσει. Το βράδυ ήξεραν το κοτσάκι 200 σμυριγλάδες και την άλλη μέρα όλο το χωριό. Θαύμαζαν αυτό το πιτσιρίκι για την ετοιμολογία του και το θάρρος του…

[1] Την εποχή εκείνη δεν υπήρχανε βιολιά στην Απείρανθο, παρά μόνο ο Σταματομανώλης. Οι τσαμπουνάρηδες φώναζαν το Σωζογιάννη, παρά το μικρό της ηλικίας του, να παίζει ντουμπάκι, αφού «ήξερε καλά το χρόνο».
[2] «Γκρέμισε τους τοίχους και μπήκε σ’ ένα χωράφι και έφαγε μια πρασιά με φασόλια» .
[3] Τα δικαστήρια ήταν στην Τραγαία.
[4] Ο Σωζογιάννης είχε δυναμώσει το γάιδαρό του ταΐζοντας τον με τα πίτουρα του χοίρου τους, που τα έκλεβε από τη μάνα του.
[5] Σημείο του χωριού, όπου υπήρχε μια μεγάλη βελανιδιά και εκεί οι κυνηγοί σκότωναν πουλιά και ήταν το στέκι τους.

Advertisements

3 thoughts on “«Εφτός είναι ο γάδαρος που τα φασόλια τρώει, αλλά το δικαστήριο μας ήβγαλε αθώοι!»

  1. Πραγματικά το ποστ σου «Φωτεινή Παντογνώστρα» ήταν καταπληκτικό.
    Μπράβο!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s