“Άμα δε dηνε ‘ατρεύει κανείς, τη χάνει τη dοπιολαλιά dου ”… (β’)


Περιγραφή των ιδιωμάτων της Νάξου:
2. Το ιδίωμα των Άνω μερών (Ανούμερων) και του Φιλωτίου

Το δεύτερο γλωσσικό ιδίωμα που παρατηρείται στη Νάξο και θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε είναι αυτό των Άνω μερών ή αλλιώς των Ανούμερων (Κόρωνος, Κωμιακή, Κεραμωτή, Σκαδό, Μέση, Απόλλωνας) και του Φιλωτίου. Σύμφωνα με τον Στ. Ήμελλο, καθηγητή της Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, η γλωσσική φυσιογνωμία κάθε χωριού ξεχωριστά παρουσιάζει κάποια διαφοροποιητικά στοιχεία, τα οποία ήταν διακριτά μεταξύ των κατοίκων. Έτσι, παραδείγματος χάριν, η προφορά των κατοίκων της Κωμιακής θεωρείτο πιο «βαριά», όπως και των Φιλωτιτών, η οποία ονομαζόταν και «βοσκίστικια γλώσσα», επειδή το σύνολο των κατοίκων του Φιλωτίου ήταν βοσκοί και γεωργοί. Σύμφωνα με τη ναξιώτικη παράδοση, οι κάτοικοι των περιοχών αυτών μεταφέρθηκαν και τοποθετήθηκαν εκεί από τους Φράγκους κατακτητές, προκειμένου να βόσκουν τα πρόβατα ή να δουλεύουν ως εργάτες στα σμυριδωρυχεία. Αυτή η παράδοση φαίνεται ότι δεν είναι λανθασμένη, καθώς αποδεικνύεται ότι το γλωσσικό ιδίωμα των κατοίκων των Ανούμερων και του Φιλωτίου παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με το βόρειο γλωσσικό ιδίωμα, το οποίο μιλιέται στη Στερεά Ελλάδα, την Ήπειρο, τη Μακεδονία, τη Θράκη κ.α., ενώ παράλληλα δεν χρησιμοποιούνται βενετσιάνικες λέξεις, όπως στα ιδιώματα της Χώρας και τ’ Απεράθου, παρά σπανιότατα.

Γλωσσικά φαινόμενα που χαρακτηρίζουν το βόρειο ιδίωμα, όπως η αποβολή των /i/ και /u/ (το αίμα μ’= τα αίμα μου, μ’σό τσαρούχι= μισό τσαρούχι) και η τροπή των /e/ και /o/ σε [i] και [u] αντίστοιχα (ιμένα σ’λλουγάσαι= εμένα συλλογάσαι, ουλότελα= ολότελα), συναντώντο στο ιδίωμα Β, η επίδραση, όμως, του ιδιώματος Α, αλλά κυρίως της Κοινής νεοελληνικής γλώσσας ήταν προφανής και καθοριστική της αφάνισής των. Ωστόσο, μπορούμε να διαπιστώσουμε στο ιδίωμα των Ανούμερων και του Φιλωτίου άλλα στοιχεία των βορείων ιδιωμάτων, τα οποία έχουν διατηρηθεί και αφορούν κυρίως την τροπή, την αποβολή ή την ανάπτυξη φωνηέντων ή ακόμα και συμφώνων, με τρόπο ασυνήθιστο και άγνωστο στα νότια ιδιώματα, σε σημείο μάλιστα ώστε το ιδίωμα αυτό να είναι κάπως δυσκολονόητο από τους νεώτερους σε ηλικία, όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Α. Σιγάλας στα 1949.

Αυτό που προκαλεί μεγάλη εντύπωση στο ιδίωμα Β είναι η αποβολή, η ανάπτυξη και η τροπή των έρρινων συμφώνων λ και ρ. Οι μεταπτώσεις που παθαίνει το λ σπάνια συναντώνται σε άλλα ελληνικά ιδιώματα, ενώ μοιάζουν πολύ με τις μεταπτώσεις του συγκεκριμένου φθόγγου στο ιδίωμα της Σαμοθράκης.

Ο φθόγγος λ αποβάλλεται κανονικά: α) στην αρχή της λέξης, όταν προηγείται του α, ο και ου (‘ατρεύω= λατρεύω, ‘αός= λαγός, ‘οής= λογής, ‘αgάδι= λαγκάδι, ‘ούζομαι= λούζομαι), β) στο μέσο λέξης, ανάμεσα στα φωνήεντα α ή ο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ωστόσο, στη θέση του λ αναπτύσσεται ένας υπόκωφος φθόγγος, ένα βραχύ ημίφωνο ου, το οποίο όπως αναφέρει οΉμελλος, αποτελεί αποτέλεσμα προηγούμενης υπερωικής προφοράς του λ (καουά= καλά, αουάθι= αλάτι, βοουά= βολά, θέουω= θέλω, σκύουος= σκύλος). Όταν ακολουθεί, όμως, ή έπεται ο φθόγγος ου, το λ χάνεται, δεν γίνεται ωστόσο υπόκωφο ου (μουάρι και όχι μουουάρι= μουλάρι, βουώνω και όχι βουουώνω= βουλώνω). Σ’ αυτήν την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με αποβολή του λ μέσα σε λέξη, ανάμεσα σε φωνήεντα, το ένα εκ των οποίων είναι το ου (ζούα= ζούλα). Τέλος, το λ αποβάλλεται ανάμεσα σε φωνήεντα, από τα οποία το δεύτερο είναι το ι (‘ια να πυροβοήσει= για να πυροβολήσει, ουωή= λωλή).

Το λ δεν αποβάλλεται: α) στην αρχή της λέξης, πριν από τον φθόγγο ε και ι (λέω, λίο= λίγο, λυχνάρι), β) μέσα σε λέξη, ανάμεσα σε φωνήεντα, εκ των οποίων το ένα είναι το ε (φωλές= φωλιές, ελές= ελιές).

Επίσης, το λ μπορεί να τραπεί σε ρ: μέσα σε λέξη α) ανάμεσα σε δύο α (παραβάδα= παλαβάσα, θάρασσα= θάλασσα), β) ύστερα από τον φθόγγο ου ή πριν από τον φθόγγο ι (ανιουριάζω= ανεγουλιάζω), γ) πριν από τα χειλικά σύμφωνα π, β, φ, τα ψιλά κ, π, τ και τα έρρινα μ, ν (ερπίδα= ελπίδα, βορβός= βολβός, αδερφός= αδελφός, bαρκόνι= μπαλκόνι, βάρτος= βάλτος, βαρμένος= βαλμένος, παραgέρνω= παραγγέλνω).

Ο φθόγγος ρ παθαίνει λιγότερες μεταβολές: αποβάλλεται α) στην αρχή της λέξης (‘αΐσεις= ραγίσεις, ‘έμα= ρέμα), β) μέσα στη λέξη ανάμεσα σε δύο όμοια ή ανόμοια φωνήεντα (αστενόχωος= στενόχωρος, ανεοϊάτικος= ανεγοριάτικος, όκος= όρκος). Επίσης, το ρ αναπτύσσεται ύστερα από το συμφωνικό σύμπλεγμα στ (βλαστρός= βλαστός), ενώ συχνά αλλάζει θέση μέσα στη λέξη (ογρός= αργός, άρθωπος= άνθρωπος, αργονόμος= αγρονόμος, πιργιόνι= πριόνι). Συνηθισμένη είναι και η τροπή του τελικού σ σε ρ, σπάνιο γλωσσικό φαινόμενο του Φιλωτίου, το οποίο παρουσιάζεται και στο τσακώνικο ιδίωμα και ονομάζεται ρωτακισμός (έχει απασχολήσει τους Στ. Ήμελλο και Ι. Προμπονά εκτενώς). Έτσι, λοιπόν, πριν από το μ και το γ (ή το α, ύστερα από την αποβολή του γ) παρατηρείται συχνά η μεταβολή του τελικού σ σε ρ (ο αφαουόρ μου= ο αφαλός μου, ο πάππορ μου= ο παππούς μου, το φωρ μου= το φως μου, θερ’ άουα= θέλω γάλα, άιρ Γιάννης= αϊ Γιάννης).

Άλλες χαρακτηριστικές μεταβολές συμφώνων σημειώνονται στις παρακάτω περιπτώσεις:
α) το σύμφωνο γ αποβάλλεται, αναπτύσσεται ή αλλάζει στην αρχή ή το μέσο των λέξεων, πράγμα το οποίο παρατηρείται τόσο στα νότια, όσο και στα βόρεια ιδιώματα (‘άμος= γάμος, ‘οής= λογής, Πανα’ία= Παναγία, εγλησά= εκκλησία, μαγάρι= μακάρι). Ο Στ. Ήμελλος επιπλέον παρατηρεί και τροπή του γ σε ημίφωνο ου στην αρχή ή το μέσο λέξεων προ του α (ουάδαρος= γάδαρος, ουάμος= γάμος, εκλαίουανε= εκλαίγανε).
β) τα σύμφωνα δ, ζ, π, τ, β πολλές φορές αποβάλλονται (για ‘ε= για δε, ‘εν= δεν, μά’εψε= μάζεψε, αό κάτω= από κάτω, γιαΐ= γιατί, πρόατα= πρόβατα).
γ) το σύμφωνο θ τρέπεται σε φ ή δ, ενώ το κ τρέπεται σε γ (φερίδα αντί για θερίδα= θυρίδα, δειάφι= θειάφι, εγλησά= εκκλησία, μαγάρι= μακάρι).
δ) το σύμφωνο ν χάνεται μεταξύ δύο φωνηέντων (απάω= απάνω, μάα= μάνα).
ε) το σύμφωνο τ τρέπεται σε θ ή δ (αλάθι= αλάτι, σύντεκνος= σύνδεκνος).
Όπως και στο ιδίωμα Α, έτσι και στο ιδίωμα Β παρατηρείται τροπή των συμπλεγμάτων μπ, ντ, νκ, νγ, γγ σε b, d, g.

Σημαντικές φθογγικές μεταβολές συμβαίνουν και στα φωνήεντα, κυρίως δε στο α: α) αποβάλλεται στην αρχή της λέξης (‘γρίμι= αγρίμι, ‘bιδόκοπο= απιδόκοπο, ‘ξινοκοπώ= αξινοκοπώ), β) αναπτύσσεται στην αρχή της λέξης (ακατέβαση= κατάβαση, αστενόχωος= στενόχωρος), γ) αλλάζει για φωνητικούς, αναλογικούς ή ανομοιωτικούς λόγους (απαναριά, καταμόχλι). Σύμφωνα με τους φωνητικούς νόμους των βορείων ιδιωμάτων, ο φθόγγος ε, στο ιδίωμα Β, τρέπεται σε ι (ανιλόημα και όχι ανελόημα, όπως στα ιδιώματα Α και Γ= αναλόγημα, νιχύτης και όχι νεχύτης= νεροχύτης, ιφτός και όχι εφτός= αυτός, ιτού και όχι ετού= εδώ).

Μορφολογικά το ιδίωμα του Φιλοτίου χαρακτηρίζεται από τις συνηρημένες καταλήξεις –α, -ος, -ες αντί των –ια, -ιος, -ιες, με εξαίρεση όταν προηγείται ρ (εγλησά= εκκλησία, Ανεστασά= Αναστασία, ανάξος= ανάξιος, ανιψός= ανιψιός, αλλά ανηφοριά, απαναριά). Διαφορετικό φαινόμενο που παρατηρείτο στην Κόρωνο και το Σκαδό είναι η αποβολή του συνιζανόμενου ι όταν ακολουθεί το λ (αbέλα= αμπέλια, ελές= ελιές, μαλλά= μαλλιά). Επίσης, παρατηρείται και η χρήση της κατάληξης –σι στο γ’ πληθυντικό των ρημάτων (εδώκασι, εφύασι, ρίχτασι).

Επιπρόσθετα, ενώ στο παλαιότερο κυκλαδίτικο ιδίωμα παρατηρείται η χρονική αύξηση στα ρήματα (ήφυες, ήφαες), στο ιδίωμα Β παρατηρείται η χρήση της συλλαβικής αύξησης και γενικότερα η χρήση του ε (εστράφηνε= στράφηκε, ερώτηξα= ρώτησα, έφησα= άφησα). Βέβαια, η πρόσθεση ενός –ε στο τέλος των ρηματικών τύπων είναι κοινή με τα ιδιώματα Α και Γ (ήπεσε= έπεσε, ήβρεχενε= έβρεχε).

Όσον αφορά τον τονισμό των ρηματικών τύπων, παρατηρείται η σταθεροποίηση του τόνου πάνω στην κυριώτερη συλλαβή, ακόμα κι αν αυτή είναι πριν από την προπαραλήγουσα (επάθηκενε, εθάρρουμουνε), ενώ πολλές φορές, για καθαρά φωνητικούς λόγους, δημιουργείται και δεύτερος τόνος, σε πολυσύλλαβες πάντα λέξεις (έρχουμάστανε, κάθουμάστανε).

Ο τσιτακισμός παρατηρείται στο Φιλώτι, κατ’ επίδραση των παρακείμενων χωριών (φτσειάζω, τσουρά= κυρά, τσεφαλή= κεφαλή), ενώ στην Κόρωνο κυρίως διατηρείται η υπερωϊκή προφορά του κ προ των φωνηέντων e και i (qερί αντί κιερί, qύριος αντί κιύριος).

Αυτά ήταν χωρίς πολλές λεπτομέρειες τα βασικότερα φωνητικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά του ιδιώματος των Άνω μερών και του Φιλωτίου, του δεύτερου κατά σειρά ιδιώματος που παρουσιάζεται στο νησί της Νάξου, όπως έχουν περιγραφεί από τους Σιγάλα, Ήμελλο και Προμπονά τις προηγούμενες δεκαετίες. Οι πολλές του ομοιότητες με γλωσσικά φαινόμενα των βορείων ιδιωμάτων το έχουν χαρακτηρίσει ως «βόρειο» ιδίωμα, ωστόσο, ένα τέτοιο συμπέρασμα μπορεί να συναχθεί επί τη βάσει περισσότερων στοιχείων και δεδομένων, που πλέον είναι δύσκολο να παρατηρηθούν…

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αντ. Σιγάλα: Γλωσσικά ιδιώματα και εποικισμοί της Νάξου (Ναξιακόν Αρχείον, Τεύχος 15, Νάξος, Ιανουάριος-Απρίλιος 1949)
Ήμελλος Στ. 1963: Γλωσσογεωγραφικά τινα εκ Νάξου («Αθηνά», τόμος 67, σελ. 33-46)
Προμπονάς Ι. 1963: Ο ρωτακισμός και η ιδιότυπος προφορά του φθόγγου λ εις το γλωσσικό ιδίωμα του Φιλωτίου Νάξου (Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών, 3, σελ. 504-532)

Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί
στην πολιτιστική-ενημερωτική έκδοση
του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων «ΟΙ ΝΑΞΙΟΙ» (τεύχος 16)
Advertisements

2 thoughts on ““Άμα δε dηνε ‘ατρεύει κανείς, τη χάνει τη dοπιολαλιά dου ”… (β’)

  1. Αγαπητή φωτεινή δεν σε ξέρω. Έπεσα όμως πάμω στο blog σου και χάρηκα που άνθρωποι στο διαδίκτιο ασχολούνται με αυτά τα θέματα.Πες μου με την ευκαιρία γιά το ΄΄ίδιον΄΄και τι ξέρεις εσύ γιαυτό.Από πότε ιστορικά μεταφράζεται-παραφράζεται στο ακριβώς αντίθετό του;

  2. Αγαπητέ Νεφέστορα,

    προφανώς αναφέρεσαι στη λόγια χρήση του ουδετέρου του επιθέτου ίδιος-α-ο, «το ίδιον» (είναι ίδιον κάποιου), που σημαίνει «ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα, ιδιαιτερότητα» και πώς αυτή η σημασία συνδέεται με τη σημασία «όμοιος»;
    Βέβαια, δεν παρατηρώ σημασιολογική μεταβολή προς το ακριβώς αντίθετό του, αλλά να μία καλή ευκαιρία να το ψάξουμε λίγο το θέμα!

    Από μία συγκριτική αναζήτηση στα λεξικά των Liddell & Scott (Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης), Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη και του Κέντρου Λεξικολογίας (Μπαμπινιώτη), καθώς και στο Επίτομο λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας του Εμμ. Κριαρά, μπορώ να σου πω τα εξής:

    Το ουδέτερο του επιθέτου («τὸ ἴδιον») στο λεξικό των Liddell & Scott βρίσκεται ως υπο-λήμμα, όπου σημειώνεται ότι στη ‘Λογική’ του Αριστοτέλη η συγκεκριμένη λέξη σημαίνει «την χαρακτηριστική ιδιότητα κάποιου είδους» ή «την ιδιάζουσα ιδιότητα που έχει ένας όρος, προκειμένου να διακριθεί από κάποιον άλλον» ή τέλος «την ιδιάζουσα ιδιότητα που μπορεί να έχει ένα πρόσωπο σε ορισμένο χρόνο, η οποία δεν αποτελεί διαρκές κατηγόρημά του».

    Γενικότερα, όμως, το επίθετο (ὁ/ἡ ἴδιος-τὸ ἴδιον ή ὁ ἴδιος-ἡ ἰδία-τὸ ἴδιον) σήμαινε:
    ► τον εις εαυτόν ανήκοντα: ο ιδιαίτερος, ο ιδιωτικός (αντίθετο: κοινός), ο ιδικός ως κτήμα/ περιουσία (αντίθετο: ἀλλότριος), ο αφοσιωμένος σε κάποιον κ.λπ.)
    ► τον ιδιαίτερο, τον χωριστό, τον διακεκριμένο: ο παράδοξος, ο ασυνήθης, ο ιδιότροπος, αλλά και ο ιδιαίτερος, ο κατάλληλος.
    [Ο Μπαμπινιώτης σημειώνει στο ετυμολογικό τμήμα του ΝΕ λήμματος τα εξής: αρχ.< *Fhέ-διος <*Fhε- (>ἕ) (αιτιατική ενικού γ’ προσώπου τής αντωνυμίας ἐγὼ, ἐσὺ, ἑὸς, στην οποία οι πτώσεις του γ’ προσώπου είναι εξαιρετικά σπάνιες και συνήθως αντικαθίστανται από την επαναληπτική αντωνυμία αὐτὸς,-ὴ,-ὸ) + παρεκτεταμένη κατάληξη -ίδιος. Η μεταβολή *Fhέ-διος > ἴδιος με κώφωση τού -ε- σε -ι-.]

    Ο Κριαράς, για να προχωρήσουμε στη μεσαιωνική δημώδη ελληνική, αναφέρει τις εξής σημασίες:
    ► λειτουργία αντωνυμίας: αυτός ο ίδιος, ακριβώς ο ίδιος.
    ►λειτουργία επιθέτου: που ανήκει σε κάποιον, που είναι κτήμα κάποιου, ο όμοιος, ο γνήσιος, πραγματικός.
    ►λειτουργία ουσιαστικού: οικείος, σύντροφος, φίλος.
    ►στον ενικό αριθμό: χαρακτηριστικό γνώρισμα, κτήμα, ιδιοκτησία, (φρ.) στο ίδιο στέκω = παραμένω σταθερός.
    ►στον πληθυντικό: σπίτι, πατρίδα.

    Στη ΝΕ πλέον υπάρχει η εξής διαφοροποίηση (σου παραθέτω το σχόλιο του Μπαμπινιώτη για τα 2 λήμματα με προσθήκες από το λεξικό του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη):

    ίδιος: ί-δι-ος [íδios] και ί-διος [íδjos]. Το λογιότερο ί-δι-ος (με 3 συλλαβές, δηλαδή χωρίς συμπροφορά/ συνίζηση του ι με την κατάληξη –ος σε μία συλλαβή) διαφέρει σημασιολογικά από το ί-διος (το δισύλλαβο, με συνίζηση του –ι- για αποφυγή της χασμωδίας):
    ► ί-δι-ος [íδios] σημαίνει «προσωπικός, ατομικός», «που είναι δικός μου», «που προέρχεται από αυτόν και όχι από άλλον», «αυτός που έχει ιδιαιτερότητες» και χρησιμοποιείται σε λόγιας προελεύσεως εκφράσεις (προς ίδιον όφελος, εξ ιδίων τα αλλότρια, ιδία ευθύνη, είναι ίδιον κάποιου, ιδίοις όμμασι, ιδιαίς χερσί, κατ’ ιδίαν κ.λπ.).
    ► ί-διος [íδjos] σημαίνει «απόλυτα όμοιος (με τον εαυτό του ή μη), απαράλλακτος», «απόλυτα ίσος», «κοινός», «αυτός και όχι άλλος» (για να δηλωθεί μια έννοια ταυτότητας), «αυτός που επαναλαμβάνεται κατά τρόπο μονότονο, εκνευριστικό, δυσάρεστο» (με αρνητική σημασία), ως οριστική αντωνυμία, για να ξεχωρίζει ένα πρόσωπο ή πράγμα από άλλα ομοειδή του ή για έμφαση.

    Η σημασιολογική διαφορά ανάμεσα στον ασυνίζητο και τον συνιζημένο τύπο της λέξης είναι συχνό φαινόμενο της Ελληνικής. Στην προκειμένη περίπτωση αναρωτιέμαι αν η φωνολογική αυτή διαφοροποίηση οφείλεται στη σημασιολογική μεταβολή (που προφανώς λαμβάνει χώρα στα ελληνιστικά-μεσαιωνικά χρόνια. Πρέπει να γίνει διαχωρισμός της λογιότερης από την δημώδη σημασία; ) ή προηγείται αυτής… Επιφυλάσσομαι βέβαια και για την αντωνυμική λειτουργία της λέξης…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s