‘Το ετοιμόλογον’ του Δημητράκη (μέρος 1ο)


Το παρόν κείμενο αποτελεί το πρώτο μέρος μιας σειράς άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Οι Νάξιοι» του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων (τεύχη 29, 30, 31, 32).

Δημήτριος Ελευθερίου…

γεννημένος το 1896 στ’ Απεράθου της Νάξου. Βοσκός μέχρι τα 40 του κι έπειτα ιδιοκτήτης χασάπικου και χασαποταβέρνας. Δεν υπάρχει άνθρωπος του χωριού, αλλά και Απεραθίτης -αν όχι Ναξιώτης- της Αθήνας που να μην ξέρει έστω και μία ιστορία που να τον αφορά και που είναι πρωταγωνιστής… άλλοτε οι κουβέντες του, οι κοινώς λεγόμενες ‘ατάκες’ του, άλλοτε οι στιχομυθίες με τους συγχωριανούς του, άλλοτε τα ‘τραούδια’ του και οι φιλοσοφίες του… ένα ακόμη διαμάντι μέσα στον λαογραφικό θησαυρό του τόπου μας…Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσω την σκιαγράφηση του χαρακτήρα του Δημητράκη, της εικόνας που ο ίδιος έβγαζε προς τα έξω, μιας εικόνας αυθεντικής, αυθόρμητης, ανόθευτης και πηγαίας. Σκοπός μου δεν είναι να πλέξω έναν ύμνο για το συγκεκριμένο πρόσωπο, ούτε να προβώ σε προσωπικές αξιολογικές κρίσεις, μιας και η ίδια δεν είχα την ευκαιρία και την τύχη να τον γνωρίσω… Θα ήθελα όμως ακριβώς να καταδείξω πώς η μνήμη όσων τον γνώρισαν έχει ένα κοινό σημείο αναφοράς ως προς αυτόν: την αυθεντικότητα. Και ιδιαίτερα στις μέρες μας, όπου η πλαστική, κατεργασμένη και γεμάτη επιτήδευση εικόνα τείνει να αντικαταστήσει καθετί πηγαίο και αληθινό, καλό είναι να ρίχνουμε και μία ματιά πίσω στο παρελθόν… και να δανειζόμαστε και να αξιοποιούμε αυτά μπορούν να αρδεύσουν και τον σημερινό πολιτιστικό μας χώρο…

Προσπάθησα λοιπόν να συγκεντρώσω προφορικές και γραπτές αφηγήσεις Απεραθιτών, που είτε έζησαν οι ίδιοι προσωπικά κάποια περιστατικά με τον Δημητράκη, είτε άκουσαν ιστορίες που τον αφορούσαν. Προτού παραθέσω ένα δείγμα αυτών των αφηγήσεων, θα ήθελα να σημειώσω τις πηγές μου: οι προφορικές διηγήσεις είναι από το προσωπικό μου αρχείο, το οποίο είχε στοιχειοθετηθεί μέσα στα πλαίσια μιας λαογραφικής-γλωσσολογικής έρευνας που είχα κάνει παλαιότερα. Οι γραπτές διηγήσεις προέρχονται από το βιβλίο του αείμνηστου Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη), «Ένα οδοιπορικό στη μνήμη και στο χρόνο», καθώς και από τα οπισθόφυλλα του ημερολογίου του Απεραθίτικου Συλλόγου του έτους 1986 (αφηγητής και συγγραφέας ο Δημήτριος Φλ. Γλέζος). Σκόπιμα, δεν παρενέβην στο γλωσσικό υλικό, γιατί ακόμα και το γλωσσικό ιδίωμα δίνει ένα ξεχωριστό πλαίσιο στις αφηγήσεις και τις κάνει, αν θέλετε, πιο αυθεντικές.

Στο χασαπκιό ντου…

Χασάπης ταλοιπό ο Δημητράκης που ‘χε, λέει, και πελάτη και τον αστυνόμο, και μάλιστα πολύ ταχτικό στο χασάπικό ντου. «Μουρέ μπράβο, να σου λαχαίνουσι τέθοιοι πελάτες», έλεεν ο Δημητράκης ‘ια τον αστυνόμο, ποκείνος, κάθε βολά που ‘μπαινε στο μαγαζί δεν ήφηνε περιθώρια… ‘ια κουβέντα, πλερωμή και τα… ρέστα. «Ζύασέ το και γράφτο», ήλεε με ύφος ο αστυνόμος στο Δημητράκη, ποκείνος είντ’ άλλο θα κοτούσε να κάμει; Εφτή η δουλειά, με τον ίδιο πελάτη εβάσταξε καιροί και ζαμάνια, που λέμε, ώσπου μια βολά, φαίνεται πως ήχασε ντην υπομονή ντου ο Δημητράκης. «Εφτό… και ζύασέ το», του λέει πάλι ο αστυνόμος, και του ‘δειξε μια μεγάλη πάρτη από βουδινό κρέας. «Καλέ πάρτο δα και μια βολά αζύαστο», του ‘πεν ο Δημητράκης, κουβέντα τση μαχαιριάς, αλλά ο αστυνόμος, τίοτις… που να καταλάβει… Και συνέχισε να πααίνει σα γκαλός και ξεχωριστός κύριος με τη μισή ντροπή δικιά ντου….»

Γραπτή αφήγηση του Δημήτριου Φλ. Γλέζου από το ημερολόγιο του Απεραθίτικου Συλλόγου

Και μια που ο λόος ‘ια το Δημητράκη και τον αστυνόμο, μας ήρθε στο νου, ποδιάηκε μιαν άλλη βολά στο χασαπκιό ντου κι είχε ο αστυνόμος δεμένο το δεξό ντου μάτι. «Δόξα το μεγαλοδύναμο», είπε απού μέσα ντου ο Δημητράκης ντροσισμένος. Και την ίδια πάλι στιμής απού ‘πόξω ντου: «Μα κυρ αστυνόμε, είντα πάθετε;», τον ερώτηξε τάχατις με ενδιαφέρο ο Δημητράκης. «Να..», του λέει εκείνος, «πονόματος με ‘πκιασε στο ζερβό μου μάτι και πκιός ξέρει πόσες κατάρες μοχεις και συ καμωμένες!» «Καλέ σώπαινε», του ‘πεν ο Δημητράκης, «μα αν επκιάνασιν οι κάταρες δε θα ‘χες καένα!» Αλλά ο αστυνόμος χαμπάρι! Ήπηρε μπάλι τη μπάρτη ντου ζυασμένη, αλλά απλέρωτη!

Γραπτή αφήγηση του Δημήτριου Φλ. Γλέζου από το ημερολόγιο του Απεραθίτικου Συλλόγου

Μια Κυριακή πρωί, μετά από την εκκλησία, εμπήκε στο χασάπικό του ένας παπάς. Ο παπάς είδε ένα κρέας που του άρεσε και ρώτησε τον Δημητράκη: «Τί κρέας είναι αυτό Δημητράκη; Ζούλα;». Ο Δημητράκης, που ήταν απασχολημένος με άλλον πελάτη, του είπε, «Όχι». Και πάλι του λέει ο παπάς: «Τί είναι, πρόβατο;», «Όχι», του λέει ο Δημητράκης. Και πάλι του λέει ο παπάς: «Είναι μοσχάρι;» και πάλι «Όχι», του λέει ο Δημητράκης, και πάλι ρωτάει ο παπάς μεγαλόφωνος και με νεύρα: «Τότε, λοιπόν, τί είναι;». Και ο Δημητράκης του είπε με ηρεμία και με αργό ρυθμό: «Συνόμοιό σου είναι, παπά», δηλαδή τρά’ος. Και επειδή συνηθούσαν να λένε τους παπάδες σαν βρισά τρά’ους, ο παπάς παρεξηγήθηκε και περισσότερο, επειδή ήταν και άλλοι άνθρωποι στο χασάπικο και το άκουσαν.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Στο λεωφορείο…

Θυμάμαι που πήγαινα στο σχολείο στη Ντραγαία και πάντα ο Δημητράκης έπαιρνε το λεωφορείο… ετότε λοιπό, ψηφίζανε κάποιον που ήταν στην Τραγαία δήμαρχος. Ήτανε ο Μπαρότσης… ήτανε λοιπόν οι εκλογές και κατεβαίνανε να ψηφίσουν τον Μπαρότση … και φωνάζανε λοιπό στο λεωφορείο και χτυπούσανε τα χέρια τους… λέανε: «ΟΛΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΑΡΟΤΣΗ, ΟΛΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΑΡΟΤΣΗ!», έτσι προεκλογικά που τα λέμε. Φωνάζανε λοιπό δυνατά οι μαθηταί, οι άλλοι, οι μεγάλοι, μικροί, και λέει κι ο Δημητράκης «Και ‘ώ με την Μπαρότσαινα, και ‘ώ με την Μπαρότσαινα!»

Προφορική αφήγηση,  Σοφία Πρωτονοταρίου

Πάλι μέσα στο λεωφορείο… ήτανε ένας μεσόκοπος, αλλά ο Δημητράκης ήταν πιο νέος. Αυτός λοιπό ήθελε να κατεβεί στο Φιλώτι και ο Δημητράκης πκιο κάτω -ας πούμε στο Γερσανί- και εσηκώθηκε απάνω και λέει στο Δημητράκη «Κάτσε παππού»… Πιο κάτω κατέβηκε αυτός που σηκώθηκε και λέει ο Δημητράκης: «Μα που πάει ο εγγονός;»

Προφορική αφήγηση, Σοφία Πρωτονοταρίου

Ερχόμαστε πάλι απ’ ντη Τραγαία, γιατί εδώ όλο με το λεωφορείο ήμουνα, κι ήτανε λοιπό μέσα ο Μπακαλομανώλης και ο Δημητράκης. Δίπλα λοιπό απ’ το Μπακαλομανώλη καθότανε μια συμμαθήτριά μου … κι είχε λοιπό σε όλη τη διαδρομή συζήτηση με αυτή ντη κοπέλα ο Μπακαλομανώλης… Δίπλα λοιπό στο Δημητράκη καθότανε του Μεντέτη η γυναίκα… η Εργίνα… (σημ.: όπως σχολίασε αργότερα η αφηγήτρια, η Εργίνα δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφη γυναίκα…). Αφού λοιπό εφθάσανε εκεί και κατέβηκε η κοπέλα κάτω, ‘υρίζει και λέει ο Δημητράκης του Μπακαλομανώλη, λέει «Και πκιο τυχερός δα ήμου’ εώ!»

Προφορική αφήγηση, Σοφία Πρωτονοταρίου

Ο Δημητράκης ο Ελευθερίου που είχε χασαποταβέρνα στην Απείρανθο της Νάξου, γύριζε όλα τα χωριά της Νάξου όλη τη βδομάδα για να αγοράζει κρέατα, μοσχάρια, γίδες, πρόβατα, αρνιά και ρίφια για το μαγαζί του. Όσα κρέατα επλήρωνε, τα άφηνε στους ίδιους τους παραγωγούς για λίγες μέρες και μετά έπαιρνε ένα αγροτικό αμάξι και τα πήγαινε στην Απείρανθο και τα έσφαζε το Σαββάτο. Όλη τη βδομάδα όμως ο Ελευθερίου κυκλοφορούσε με το λεωφορείο και παιδευότανε πολύ, γιατί έτυχε πολλές φορές να περιμένει στη στάση του Λεωφορείου και μέχρι δύο ώρες. Μια μέρα, λοιπόν, που περίμεναν στη στάση μια δεκαριά άνθρωποι και το λεωφορείο είχε καθυστέρηση, ήταν μια ταμπέλα στη στάση που έγραφε ΚΤΕΛ, δηλαδή Κοινό Ταμείο Εισπράξεων Λεωφορείων. Οι άνθρωποι όμως που περίμεναν στην στάση δεν ήξεραν τι θα πει ΚΤΕΛ και αρώταγε ο ένας τον άλλο. Τότε ο Δημητράκης τους λέει: «Να σας πω εώ τι θα πει ΚΤΕΛ και να το σημειώσετε να το δείξετε και του υπουργού σας, ‘ιατί δεν ξέρει μήτε αυτός τι θα πει ΚΤΕΛ». Όλοι μαζί, που τον ξέρανε, του είπαν: «Άντε λοιπόν, πες μας». Και τότε τους λέει ο Δημητράκης: «Καθημερινή Ταλαιπωρία Ελληνικού Λαού». Τότε γέλασαν όλοι μαζί και είπαν: «Πράγματι, το χρειάζεται ο υπουργός να του το δώσουμε, μήπως καταλάβει τι τραβάμε με τη συγκοινωνία που μας έχουν στη Νάξο».

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Θυμάστε που τσάκωσε ένα ψύλλο μες τσ’ αμάσι; (σημ. στο λεωφορείο) Τονε τσίμπα να πούμε και τον ενοχλούσε ένας ψύλλος… και άνοιξε το παράθυρο και τονε πέτα έξω, λέει: «Έλα με τα ποδάρια λέει τώρα σα πάνω! Αφού δε σ’ αρέσει λέει με τ’ αυτοκίνητο, έλα τώρα με τα πόδια!»

Προφορική αφήγηση, Ματθαίος Πρωτονοτάριος

Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί
στην πολιτιστική-ενημερωτική έκδοση
του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων «ΟΙ ΝΑΞΙΟΙ»

Advertisements

4 thoughts on “‘Το ετοιμόλογον’ του Δημητράκη (μέρος 1ο)

  1. Αχ, τί ωραίες ιστορίες μου θύμησες Μάρω! Και πόσο λυπάμαι που περνάνε τα χρόνια και δεν πάω τόσο συχνά στην Απείραθο ν’ακούω την ωραία προφορά.

  2. Και γω τα τελευταία χρόνια λόγω υποχρεώσεων δεν έχω κατέβει στο χωριό… και μου’χει λείψει η θωριά του, αλλά και οι αθρώποι του…

  3. Παράθεμα: Σκοποί και τραγούδια τ’ Απεράθου (μέρος 2ο): τα τραγούδια των εκλογών « Φωτεινή παντογνώστρα

  4. Συγγραφέας και αφηγητής των ιστοριών που έχουν δημοσιευτεί σ’ αυτό το μπλογκ και αναφέρεται ότι προέρχονται από παλιό ημερολόγιο του Απεραθίτικου Συλλόγου Νάξου, είναι ο Δημήτριος Φλ. Γλέζος, από τον οποίο ζητώ συγγνώμη για την άγνοια που είχα και δεν είχα κάνει τη σχετική αναφορά σε όλα τα κείμενα που έχω περάσει εδώ. Θα γίνει, ωστόσο, σχετική διορθωση σε όλες τις δημοσιεύσεις για την αποκατάσταση των πραγμάτων.

    Σας ευχαριστώ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s