Τα κοτσάκια τ’ Απεράθου


Ο ναύτης με το λαούτο (O.M. Stackelberg-Costumes et usages des peuples de la Grece moderne, Ρώμη, 1825)

Τα κοτσάκια, σύμφωνα με τον Ζευγώλη (1954), είναι οκτασύλλαβα δίστιχα, τα οποία αρχικά χρησιμοποιούνταν για τσάκισμα (refrain) στα δεκαπεντασύλλαβα. Aργότερα επιβλήθηκαν και έγιναν το κύριο τραγούδι, αποτελώντας τα σύγχρονα έμμετρα δημιουργήματα των κατοίκων τ’ Απεράθου, χαρακτηριστικά της στιχουργικής φυσιογνωμίας τους.

Ήπηρα βόρτα το χωριό να θυμηθώ τα νιάτα
τσι περασμένοι έρωτες, τα χρόνια τα φευγάτα.

Του χωριού μου τα στενά σο–
κακια δεν θα τα ξεχάσω.

Α bάρεις βόρτα του χωριού τα σπίθια ένα-ένα
πιότερα ν’ ακατοίκητα πάρα κατοικημένα.

Εχορταριάσα dα στενά–
‘ιατί κανένας δε bερνά.

Η ιδιορρυθμία τους είναι ότι η τελευταία λέξη του πρώτου στίχου είναι κομμένη στα δύο και με τέτοιο τρόπο, ώστε το ένα της κομμάτι ν’ αποτελεί το τέλος του πρώτου κι η υπόλοιπη την αρχή του δεύτερου στίχου. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι λέξεις υποτάσσονται στον αυστηρό νόμο του μέτρου και της ομοιοκαταληξίας.

Κάθα δεκαπέντε σύνα-
διώμαι με τα μάθια κείνα.

Σώνημαι η μια βολά που
θα σε συναντήσω κάπου.

Προσπαθώ να σου ξεχάσω
μα δε bάνε οι πόνοι πάσο.

Ήμαθα κι ας είν’ αργά το
χαραχτήρα σου τo σκάρτο.

Εκατάλαβά σε εύτυ-
χώς εγωιστή και ψεύτη.

Ευτυχώς που σε κατάλα-
βα προτού μου κάμεις κι άλλα.

Κοτσάτος
Από το cd «Σκοποί και τραγούδια από την Απείρανθο της Νάξου»
του
Απεραθίτικου Συλλόγου

Όπως σημειώνει ο Σφυρόερας (1984:132), η λέξη κοτσάκια συναντάται στα βιβλία της Φαναριώτικης ποίησης στα τέλη του 18ου αιώνα, τα οποία εκτός από τις διηγήσεις και τους δεκαπεντασύλλαβους στίχους, περιελάμβαναν και δίστιχα τραγούδια, τα κοτσάκια, τα οποία αποτελούσαν αγαπημένο ανάγνωσμα της εποχής, ενώ τα μάθαιναν απ’ έξω οι Έλληνες της Πόλης και τα τραγουδούσαν στα γλέντια και στις χαρές τους.

Η ομοιότητα των πολίτικων και των απεραθίτικων κοτσακιών οφείλεται στο γεγονός ότι πολλοί Απεραθίτες, μα κυρίως Απεραθίτισσες, είχαν ξενιτευτεί στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου τα άκουσαν και τα έφεραν με την επιστροφή τους στο χωριό. Σπουδαίο ρόλο στην εξάπλωσή τους στην Απείρανθο έπαιξαν οι Απεραθίτισσες γυναίκες, με τη φυσική τους κλίση να αυτοσχεδιάζουν δίστιχα και να φτιάχνουν τραγούδια με μεγάλη ευκολία.

Ζευγώλης, Γ. (1954). “Μια νέα τεχνοτροπία στα λαϊκά τραγούδια της Νάξου”. Νέα Εστία, τ.55, τεύχος 640.
Σφυρόερας, Ν. (1984). Δημοτικά τραγούδια από τ’ Απεράθου της Νάξου. Αθήνα: Έκδοση του Απεραθίτικου Συλλόγου.

Advertisements

‘Το ετοιμόλογον’ του Δημητράκη (μέρος 2ο)


Το παρόν κείμενο αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας σειράς άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Οι Νάξιοι» του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων (τεύχη 29, 30, 31, 32).

Ο Δημητράκης του Λευτεραντώνη.

Με τσι δικαστές…
Μια μέρα, λοιπόν, ο Δημητράκης επήγε στο αμπέλι του και βρήκε ένα κυνηγόσκυλο μέσα και έτρωγε τα σταφύλια και τα σύκα που ήταν στην απλωταριά. Ο Δημητράκης ήξερε τίνος είναι ο σκύλος και πήγε αμέσως στο σπίτι του και του είπε: «Το σκύλο σου να τον δέσεις, γιατί όταν τον ξαναπιάσω μέσα στο αμπέλι μου θα τον σκοτώσω». Ο σκύλος ήταν ενός κυνηγού, του Τάσσου του Ζευγώλη, αλλά δεν τον έδεσε και ξαναπήγε στ’ αμπέλι του Δημητράκη και τότε ο Δημητράκης του έδωσε μια τουφεκιά κι ο σκύλος έφυγε τρέχοντας και μόλις επήγε στην πόρτα του αφεντικού του, ψόφησε επάνω στο κατώφλι του σπιθιού του. Ήταν νύχτα όταν σκότωσε το σκύλο ο Δημητράκης.

Συνέχεια

Η οικολογία της γλώσσας


Στις μέρες μας δίνεται μια ιδιαίτερη, οικολογικού χαρακτήρα, έμφαση στη σχέση μεταξύ των ανθρώπων με το περιβάλλον τους, τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Ο όρος οικολογία της γλώσσας, αν και χρησιμοποιείται κατά κόρον τις τελευταίες δύο δεκαετίες, πλάστηκε στη δεκαετία του ‘70 από τον Haugen (1972), ο οποίος την ορίζει ως τη μελέτη των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα σε οποιαδήποτε δεδομένη γλώσσα και το περιβάλλον της. Παρόλο που αναγνωρίζει ως πηγή του όρου τη βιολογία, χρησιμοποίησε τον όρο με το διευρυμένο νόημα που του έδωσαν οι κοινωνιολόγοι για να καλύψουν τις αλληλεξαρτήσεις των ανθρώπινων κοινωνιών με το περιβάλλον τους.

Στις αρχές του ‘80 κάποιοι συγγραφείς, όπως ο Denison (1982), άρχισαν να εξερευνούν τις μεταφορικές δυνατότητες του όρου, τονίζοντας μια υποτιθέμενη αναλογία ανάμεσα στα απειλούμενα βιολογικά είδη και τις απειλούμενες γλώσσες. Υπό αυτό το σκεπτικό, οι όροι ισχυρές και ασθενείς γλώσσες θεωρήθηκαν μεταφορές από τον χώρο της βιολογίας, όπου η ισχύς φέρνει στο νου τις ιδέες της υγείας και της ζωής, ενώ η ασθένεια την αρρώστια και τον θάνατο. Ο Bolinger (1980) μίλησε για γλωσσική ρύπανση, επεκτείνοντας την ήδη υπάρχουσα μεταφορά. Ο Mühlhäusler (1996) επανέφερε το κοινωνικό περιεχόμενο στον όρο, καθώς είδε ότι η οικολογική μεταφορά προσανατολίζεται δυνάμει στη δράση.

Συνέχεια