Η οικολογία της γλώσσας


Στις μέρες μας δίνεται μια ιδιαίτερη, οικολογικού χαρακτήρα, έμφαση στη σχέση μεταξύ των ανθρώπων με το περιβάλλον τους, τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Ο όρος οικολογία της γλώσσας, αν και χρησιμοποιείται κατά κόρον τις τελευταίες δύο δεκαετίες, πλάστηκε στη δεκαετία του ‘70 από τον Haugen (1972), ο οποίος την ορίζει ως τη μελέτη των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα σε οποιαδήποτε δεδομένη γλώσσα και το περιβάλλον της. Παρόλο που αναγνωρίζει ως πηγή του όρου τη βιολογία, χρησιμοποίησε τον όρο με το διευρυμένο νόημα που του έδωσαν οι κοινωνιολόγοι για να καλύψουν τις αλληλεξαρτήσεις των ανθρώπινων κοινωνιών με το περιβάλλον τους.

Στις αρχές του ‘80 κάποιοι συγγραφείς, όπως ο Denison (1982), άρχισαν να εξερευνούν τις μεταφορικές δυνατότητες του όρου, τονίζοντας μια υποτιθέμενη αναλογία ανάμεσα στα απειλούμενα βιολογικά είδη και τις απειλούμενες γλώσσες. Υπό αυτό το σκεπτικό, οι όροι ισχυρές και ασθενείς γλώσσες θεωρήθηκαν μεταφορές από τον χώρο της βιολογίας, όπου η ισχύς φέρνει στο νου τις ιδέες της υγείας και της ζωής, ενώ η ασθένεια την αρρώστια και τον θάνατο. Ο Bolinger (1980) μίλησε για γλωσσική ρύπανση, επεκτείνοντας την ήδη υπάρχουσα μεταφορά. Ο Mühlhäusler (1996) επανέφερε το κοινωνικό περιεχόμενο στον όρο, καθώς είδε ότι η οικολογική μεταφορά προσανατολίζεται δυνάμει στη δράση.

Η Skutnabb-Kangas (1997), προσπαθώντας να προσεγγίσει τις έννοιες της φθοράς, του θανάτου και της δολοφονίας των γλωσσών, αναπτύσσει μια συλλογιστική, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ βιοποικιλότητας και γλωσσικής ποικιλότητας. Η αναλογία ανάμεσα στους βιολογικούς οργανισμούς και τις γλώσσες συνεπάγεται το γεγονός ότι είναι ‘φυσικό’ οι γλώσσες να έρχονται και να παρέρχονται, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους βιολογικούς οργανισμούς. Προσπαθώντας σήμερα να διατηρήσουμε κάποιες υπό απειλή γλώσσες, θα εμποδίζαμε αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ‘φυσική’ εξέλιξη. Ο προβληματισμός της Skutnabb-Kangas είναι ο εξής:

Είτε πιστεύεις ότι η βιοποικιλότητα και η γλωσσοποικιλότητα είναι κατά κάποιον τρόπο ανάλογες ή παράλληλες, οπότε πρέπει να αποδεχτείς και τον άλλο παραλληλισμό, δηλαδή ότι οι γλώσσες, όπως και τα βιολογικά είδη, έχουν μια «φυσική» διάρκεια ζωής, στην οποία περιλαμβάνεται και ο θάνατος.
Είτε, αν πιστεύεις ότι οι γλώσσες δεν πεθαίνουν από «φυσικά» αίτια -πεθαίνουν εξαιτίας της ανθρώπινης παρέμβασης, εξαιτίας δολοφονικών παραγόντων-, τότε είναι λογικά αντιφατικό να χρησιμοποιείς το επιχείρημα της αναγκαιότητας της βιοποικιλότητας για να υποστηρίξεις τον ισχυρισμό της αναγκαιότητας της γλωσσοποικιλότητας. Δεν μπορείς να έχεις και τα δύο. […]

(Skutnabb-Kangas 1997: 76)

Αυτό που υποστηρίζει ωστόσο η Skutnabb-Kangas είναι ότι υπάρχει μια ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στη βιοποικιλότητα και στη γλωσσική ποικιλότητα, καθώς η τελευταία είναι μια αποφασιστική διαμεσολαβούσα μεταβλητή στη διατήρηση της πρώτης. Αυτό συμβαίνει ακριβώς γιατί η γλώσσα συνδέει την πολιτισμική γνώση με την περιβαλλοντική πρακτική. Ο πλούτος και η ποικιλότητα αυτής της γνώσης (ιθαγενείς έννοιες για τη φύση, αντιλήψεις για το περιβάλλον, κατηγορίες συντήρησης και διαχείρισης) δεν μπορεί να επιβιώσει ούτε για μια γενιά μετά από την απώλεια μιας γλώσσας.

Ο Haberland (1997) επιμένει ότι ο όρος οικολογία χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται χωρίς να συνεπάγεται ότι η γλώσσα πρέπει να εξετάζεται κατ’ αναλογία προς τα βιολογικά συστήματα ή είδη. Η γλώσσα δεν υπάρχει ανεξάρτητα από κείνους που την χρησιμοποιούν, ούτε και μπορεί να συγκριθεί με κάποιο βιολογικό είδος. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά:

Το είδος μπορεί να θεωρηθεί ως σύνολο των μελών του, τουλάχιστον κατά την ταξινομική έννοια με την οποία το ‘είδος’ γίνεται αντιληπτό από όσους είναι βιολόγοι. Το σύνολο αυτό είναι ειδικό σύνολο, με την έννοια ότι συνήθως θεωρείται αποκλειστικό: ένας ζωντανός οργανισμός που είναι μέλος ενός είδους δεν μπορεί να είναι μέλος ενός άλλου είδους. Το είδος αυτό της μορφής έχει μια διάρκεια ζωής και, όσον αφορά τις γλώσσες, θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτές έχουν μια διάρκεια ζωής. Αλλά στο σημείο αυτό τελειώνει η αναλογία. Το είδος εξαφανίζεται, όταν γίνει ένα κενό σύνολο. Αλλά οι γλώσσες δεν είναι σύνολα. Μπορούμε να πούμε ότι εξαφανίζονται, όταν το σύνολο των ομιλητών τους γίνει μηδενικό, αλλά δεν υπάρχει μια απλή σχέση «με την έννοια της θεωρίας των συνόλων» ανάμεσα στη γλώσσα και στο σύνολο των ομιλητών της. Οι γλώσσες είναι γλωσσικές πρακτικές και οι ομιλητές μιας γλώσσας δεν είναι προσδεδεμένοι σε μία γλώσσα (τη «δική» τους γλώσσα) με αποκλειστικό τρόπο.

(Haberland 1997: 17)

Ο γλωσσικός θάνατος δεν περικλείει τίποτα το φυσικό, συνεπώς οι γλώσσες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με ανθρωπομορφικό τρόπο, σαν οργανισμοί δηλαδή με μια φυσική διάρκεια ζωής. Γενικότερα οι μεταφορές από την βιολογία θα πρέπει να αποφεύγονται, καθώς η βιολογία είναι μια φυσική επιστήμη, ενώ οι άνθρωποι κοινωνικά όντα.

Φυσικότητα, ομαλότητα, αποδεκτότητα

Οι μεταφορές και οι αναλογίες από τον χώρο της βιολογίας υποβάλλουν την ιδέα για το τί είναι φυσικό και ομαλό, συνεπώς και αποδεκτό. Σε αντίθεση με πολλά άλλα μέρη του κόσμου, στη δυτική σκέψη μοιάζει να υπάρχει μια ισχυρή παράδοση αντιμετώπισης της ομοιογένειας ως θετικής και φυσικής. Υπάρχει, όπως αναφέρει ο Crystal (2000), μια ευρέως διαδεδομένη, αν και λανθασμένη, αντίληψη ότι η μείωση του αριθμού των γλωσσών αποτελεί μεγάλη ωφέλεια για την ανθρωπότητα. Μέσα στα πλαίσια ενός ιδεατού κόσμου, θα μπορούσε να υπάρξει μόνο μια γλώσσα, η οποία θα εξασφάλιζε την αμοιβαία κατανόηση, τη γνώση και την ειρήνη σε όλους. Αυτή η στάση αντανακλάται σε αρχαίες παραδόσεις και μυθολογίες, όπως παραδείγματος χάρη στη Βίβλο, όπου η ποικιλότητα των γλωσσών αντιμετωπίζεται ως κατάρα και τιμωρία για την ανθρώπινη ‘ύβρη’ (πρβ. την βιβλική ιστορία του πύργου της Βαβέλ). Στον αντίποδα αυτής της άποψης ωστόσο βρίσκεται το Κοράνι, όπου οι παραλλαγές των γλωσσών, οι διάλεκτοι και οι τρόποι έκφρασης μεταξύ των ομάδων και των ατόμων θεωρούνται σημείο της παντοδυναμίας του Αλλάχ.

Η Skutnabb-Kangas μιλά για μονογλωσσική αφέλεια, που απηχείται στη μονογλωσσική μυωπία του Pattanayak, και αναφέρεται στη στάση που θεωρεί δεδομένο ότι κάθε γλωσσική κοινότητα έχει μια γλώσσα, ενώ κάθε μορφή διγλωσσίας θεωρείται ειδική περίπτωση ή παρέκκλιση. Οι καταστάσεις που συχνά θεωρούνται αφύσικες είναι κυρίως μεταβατικά στάδια, τα οποία βρίσκονται ανάμεσα σε δύο ‘σταθερές’ μονογλωσσικές καταστάσεις: η πολυγλωσσία, η γλωσσική μετακίνηση, συγχώνευση ή συρρίκνωση θεωρούνται ότι έχουν ασταθή χαρακτήρα και λύνονται προς τη μια ή την άλλη πλευρά, καταλήγοντας έτσι σε μια λιγότερη πολύπλοκη κοινωνιογλωσσική κατάσταση.

Ωστόσο, μια κοινωνιογλωσσική κατάσταση όπως η μονογλωσσία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ‘φυσική’, αφού είναι προϊόν διαδικασιών του ανθρώπινου πολιτισμού. Επιπρόσθετα πρέπει να τονιστεί ότι η υγιής διγλωσσία δεν αποτελεί απαραίτητα μια προβληματική κατάσταση, καθώς σε μια τέτοια περίπτωση οι δυο γλώσσες θεωρούνται συμπληρωματικές, πληρώντας διαφορετικούς ρόλους, χωρίς να βρίσκονται σε ανταγωνισμό. Σύμφωνα με τον Crystal, η διπλογλωσσία προσφέρει ένα modus vivendi για την ισχυρή και την ασθενή γλώσσα, μια δυνατότητα συνύπαρξης χωρίς αντιπαράθεση, καθώς οι λόγοι παρουσίας των δυο γλωσσών είναι τελείως διαφορετικοί. Η ισχυρή/ κυρίαρχη γλώσσα διευκολύνει την κίνηση από την γηγενή κοινότητα στην ευρύτερη κοινωνία, εκφράζει νέους ορίζοντες, νέα πρότυπα ζωής, μια άλλη ποιότητα ζωής και εν τέλει προσφέρει μια γέφυρα ανάμεσα σε δυο κόσμους. Η ασθενής/ κυριαρχούμενη γλώσσα εκφράζει την ταυτότητα των ομιλητών, κατευθύνεται προς το εσωτερικό της κοινότητας (inward looking), ενθαρρύνει οικογενειακούς δεσμούς, διατηρεί κοινωνικές σχέσεις, διαφυλάσσει ιστορικούς δεσμούς, δίνει στους ανθρώπους της μια ιδέα για την καταγωγή τους. Οι όροι κυρίαρχη – κυριαρχούμενη γλώσσα, ωστόσο, δεν μπορούν να υποστηρίξουν αυτήν την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των δύο γλωσσών, καθώς δεν ενθαρρύνουν θετικές στάσεις.

Εκτιμώντας μια μεταβατική κατάσταση ως αφύσικη, είναι ευνόητο ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θεωρείται και ανεπιθύμητη. Ο Haberland (1997) όμως υπογραμμίζει ότι μια τέτοια στάση αδικεί του ομιλητές που εμπλέκονται. Σε μια κατάσταση γλωσσικής μετακίνησης εν εξελίξει, οι ομιλητές διαθέτουν πρόσθετους γλωσσικούς πόρους, στην αξιοποίηση των οποίων δείχνουν μεγάλη επιδεξιότητα, συνεπώς έχουμε να κάνουμε με ένα λανθάνον γλωσσικό δυναμικό. Ενδεικτικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης είναι η μελέτη του Τσιτσιπή (1991) για τα Αρβανίτικα στην Ελλάδα. Όπως σημειώνει ο Haberland, η δυνατότητα για πολυφωνία είναι η ανταμοιβή της εξελισσόμενης κοινωνιογλωσσικής αναδόμησης.

Η αίσθηση απειλής για μια γλώσσα σε κατάσταση κοινωνιογλωσσικής αναδόμησης βασίζεται στην ιδέα κάποιων εμπλεκόμενων ομιλητών ότι μια τέτοια κοινωνιογλωσσική αλλαγή είναι λιγότερο φυσική, σε σύγκριση με μια κατάσταση κοινωνιογλωσσική σταθερότητας. Αυτή η αντίληψη και στάση όμως δημιουργείται από εξωτερικούς παράγοντες πιέσεων, η οποία με τη σειρά της δημιουργεί στους ομιλητές δυσκολίες όταν κάνουν επιλογές καινούριες γι’ αυτούς. Δεν είναι όμως απάντηση η δημιουργία μιας κατάστασης όπου θα γίνεται αντιληπτή ως περισσότερο ‘φυσική’, με λιγότερες επιλογές. Όπως σημειώνει ο Haberland είναι αμφίβολο αν υπήρξε τέτοια ‘φυσική’ κατάσταση.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η απάντηση είναι να δώσουμε πίσω στους ομιλητές τα δικαιώματά τους ενάντια στις ρυθμίσεις που απειλούν τις γλωσσικές πρακτικές τους, είτε η απειλή προέρχεται από το χώρο εκτός της γλωσσικής κοινότητας, είτε από το εσωτερικό της, αν η επιτυχής προσαρμογή των ομιλητών σε μια νέα κοινωνιογλωσσική κατάσταση συνοδεύεται από αιτήματα να διατηρηθεί η γλώσσα τους καθαρή από ξένες επιρροές και να διατηρηθεί η μονογλωσσική ‘ομαλότητα’. Παρόλο που οι γλώσσες είναι ισχυρά μέσα απόκτησης ταυτότητας και διατήρησης της ομάδας, δεν υπάρχουν ως τέτοια in abstracto, αλλά μέσω του λόγου τον οποίο καθιστούν δυνατό (Haberland 1997). Οι ομιλητές μπορούν να μετέχουν σε λόγο που ανήκει σε διαφορετικές γλώσσες, μέσα σε διαφορετικά πλαίσια καταστάσεων ή μέσα στο ίδιο γλωσσικό γεγονός.

Σύμφωνα με τον Haberland (1997: 18), οι ομιλητές δεν ανησυχούν για την απειλή προς τις γλώσσες τους, αλλά για την κανονιστική απειλή προς τις δικές τους γλωσσικές πρακτικές. Αν οι ομιλητές εναλλάσσουν γλώσσες, δεν είναι δείγμα αδυναμίας, αλλά δύναμης των γλωσσικών τους πόρων. Σημασία έχει η εμπράγματη κυριαρχία των ομιλητών στη γλωσσική τους παραγωγή και όχι κάποια ‘βιολογική’ δύναμη των γλωσσών. Η βιολογική μεταφορά λοιπόν δεν μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε αυτές τις διαδικασίες ανα-ομαδοποίησης μέσα στο σύνολο των γλωσσών που συνδέονται με ένα άτομο ή μια ομάδα. Η μεταφορά του γλωσσικού θανάτου, βάσει βιολογίας, δεν είναι βοηθητική, αλλά μάλλον παραπλανητική.

Βιβλιογραφία

Bolinger, D. (1980). Language, the Loaded Weapon. The Use and Abuse of Language Today. London: Longman. (παρατίθεται στο Haberland 1997).
Crystal, D. (2000). Language death. Cambridge: Cambridge University Press.
Denison, N. (1982). A linguistic ecology for Europe? Folia Linguistica 22(1/2): 11-35. (παρατίθεται στο Haberland 1997).
Haberland, H. (1997). Μικρές και απειλούμενες γλώσσες. Απειλή για τη γλώσσα ή για τον ομιλητή;. Στο «Ισχυρές» και «Ασθενείς» γλώσσες στην Ευρωπαϊκή ένωση: Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού. επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης. 11-19. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Haugen, Ε. (1972). The ecology of language. Στο The Ecology of Language. Essays by Einar Haugen, επιμ. Anwar S. Dil, σ.325-339. Stanford: Stanford University Press. (παρατίθεται στο Haberland 1997).
Mühlhäusler, P. (1996). Linguistic Ecology: Language change and Linguistic Imperialism in the Pacific Region. London: Routledge. (παρατίθεται στο Haberland 1997)
Skutnabb-Kangas, T. (1997). Γλωσσική φθορά, γλωσσικός θάνατος, γλωσσική δολοφονία – Διαφορετικά γεγονότα ή διαφορετικές ιδεολογίες;. Στο «Ισχυρές» και «Ασθενείς» γλώσσες στην Ευρωπαϊκή ένωση: Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού, επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης. 74-90. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Tsitsipis, L. (1991). Terminal-fluent speaker interaction and the contextualization of deviant speech. Journal of Pragmatics 15: 153-173.

Advertisements

One thought on “Η οικολογία της γλώσσας

  1. Διαφωτιστικά και ενδιαφέροντα. Ευχαριστώ ως αναγνώστης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s