‘Το ετοιμόλογον’ του Δημητράκη (μέρος 2ο)


Το παρόν κείμενο αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας σειράς άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Οι Νάξιοι» του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων (τεύχη 29, 30, 31, 32).

Ο Δημητράκης του Λευτεραντώνη.

Με τσι δικαστές…
Μια μέρα, λοιπόν, ο Δημητράκης επήγε στο αμπέλι του και βρήκε ένα κυνηγόσκυλο μέσα και έτρωγε τα σταφύλια και τα σύκα που ήταν στην απλωταριά. Ο Δημητράκης ήξερε τίνος είναι ο σκύλος και πήγε αμέσως στο σπίτι του και του είπε: «Το σκύλο σου να τον δέσεις, γιατί όταν τον ξαναπιάσω μέσα στο αμπέλι μου θα τον σκοτώσω». Ο σκύλος ήταν ενός κυνηγού, του Τάσσου του Ζευγώλη, αλλά δεν τον έδεσε και ξαναπήγε στ’ αμπέλι του Δημητράκη και τότε ο Δημητράκης του έδωσε μια τουφεκιά κι ο σκύλος έφυγε τρέχοντας και μόλις επήγε στην πόρτα του αφεντικού του, ψόφησε επάνω στο κατώφλι του σπιθιού του. Ήταν νύχτα όταν σκότωσε το σκύλο ο Δημητράκης.

Το πρωί που άνοιξε την πόρτα ο Ζευγώλης και τον βρήκε ψόφιο, επήγε κατευθείαν και του έκανε καταγγελία για ζωοκτονία και μετά από τρεις μήνες έγινε στη Σύρο το δικαστήριο. Ο Τάσσος είχε δικηγόρο και μάρτυρες που έλεγαν ότι το σκυλί ήταν καλό και ήσυχο και ότι φορούσε φίμωτρο για να μην τρώει τις φόλες που του έριχναν οι χωροφύλακες. Ο Δημητράκης όμως δεν είχε μήτε δικηγόρο, μήτε μάρτυρα και τον είχαν σίγουρα ότι θα δικαστεί. Όταν όμως ήρθε η σειρά του να μιλήσει τον αρώτησε ο εισαγγελέας: «Εσύ, κύριε Ελευθερίου, τι έχεις να πεις;». Τότε ο Δημητράκης λέει: «Εγώ κύριε εισαγγελέα θα κάνω μια ερώτηση σε όλους σας, αν ξέρετε να μου πείτε όταν έναν άνθρωπο τον βρούνε σκοτωμένο και δε μάθουν ποτέ το δράστη, τότε ο κόσμος τι θα πει;». Τον κοίταξαν όλοι σαν χαζοί, αλλά δεν απάντησε κανένας. Ετότε του λέει ο δικηγόρος του Τάσσου: «Μα εμείς τον ξέρομε το φονιά του σκύλου». Και πάλι του λέει ο Δημητράκης: «Δεν είναι φονιάδες εκείνοι που σκοτώνουν ζώα, μήτε οι χωροφύλακες είναι φονιάδες που ψακώνουν πεντακόσα σκυλιά κάθε χρόνο μέσα στο χωριό μας, μήτε ο κύριος Ζευγώλης είναι φονιάς που σκοτώνει κάθε χρόνο περισσότερα από χίλια πουλιά αθώα, που εγώ τα λυπάμαι γιατί δε μας πειράξανε. Όμως την ερώτηση που σου είπα δε μου απάντησες. Τι θα πει ο κόσμος για τον άνθρωπο που θα βρούνε φονεμένο;». Αφού δε μιλούσε πάλι ο δικηγόρος του Τάσσου, μίλησε ο εισαγγελέας και λέει στον Δημητράκη: «Πες μας εσύ, κύριε Ελευθερίου, τι θα πει ο κόσμος». Ο Δημητράκης τότε άρχισε και του λέει: «Ο κόσμος όλος θα πει κύριε εισαγγελέα, «βρε τον καημένο, σαν σκυλί στ’ αμπέλι πήγε». Άρα, λοιπόν, για να το λένε, θα υπάρχει κάποιος νόμος, που να μη δικάζεται, όποιος σκοτώνει σκυλί στ’ αμπέλι. Λένε οι μάρτυρες πως φορούσε το σκυλί φίμωτρο. Μα εάν φορούσε, πού το είδαν οι μάρτυρες στις δύο μετά τα μεσάνυχτα που το σκότωσα εγώ. Και πάλι σας λέω, ότι εάν φορούσε, δε θα μπορούσε να φάει και θα έφευγε. Γι’ αυτό, λοιπόν, ο δικηγόρος θέλει να δικαιολογηθεί ότι φορούσε φίμωτρο. Εγώ το σκότωσα μέσα στην απλωταριά, που και φίμωτρο να φορούσε επατούσε και κατουρούσε τα σύκα που θα τρώγανε τα παιδιά μου. Τώρα όμως θα τα φάνε τα γουρούνια, γιατί δεν έχω εμπιστοσύνη να τα φάμε εμείς». Τότε το δικαστήριο αθώωσε τον Δημητράκη.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)
_________

Επειδή όμως την εποχή εκείνη περνούσε καράβι κάθε οχτώ μέρες από τη Σύρο, ο Δημητράκης κατέβαινε κάθε βράδυ στην παραλία και έπινε το καφεδάκι του. Ένα βράδυ πήγε μια παρέα και κάθισαν στο διπλανό τραπέζι που καθόταν ο Δημητράκης. Ήταν ο εισαγγελέας και άλλοι δικαστές. Ο εισαγγελέας τούς είπε ότι αυτός ο βρακάς που κάθεται δίπλα μας, είναι πολύ έξυπνος και κωμικός. Τότε η γυναίκα του εισαγγελέα θέλησε να τον πειράξει και του λέει: «Κύριε Ελευθερίου, έχω παραγγείλει μια βαρκούλα και θα χρειαστεί πανί. Αν θέλετε, λοιπόν, να μου δώσετε την βράκα σας, που τη θεωρώ κατάλληλη για το πανί της βάρκας μου». Ο Δημητράκης κατάλαβε ότι θέλει να τον πειράξει ή να τον κοροϊδέψει για να γελάσουν. Εκείνος της είπε: «Ευχαρίστως αλλά…» και σταμάτησε. «Τί αλλά;», του λέει η γυναίκα, «τί σε μποδίζει;». Και ο Δημητράκης απάντησε: «Εγώ θα σου το δώσω, αλλά ξέρεις ότι το πανί πάει μαζί με το …άρμπουρο;». Τότε όλη η παρέα κόντεψε να πέσουν στη θάλασσα από τα πολλά γέλια.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)
__________

Ο Δημητράκης ήταν σε ένα δικαστήριο που τον είχε ο Βασίλης Καραπάτης μάρτυρα υπερασπίσεως. Ο Καραπάτης είχε φάει μια ξυλιά επάνω στο χέρι από τον Γεώργιο Γλέζο και είπε στο δικαστήριο: «Μου έδωσε μια ξυλιά απάνω στο χέρι ο Γλέζος και μου το παλάβωσε το χέρι μου». Και ο δικαστής αρώτησε τον μάρτυρα το Δημητράκη: «Είναι αλήθεια ότι του έδωσε ξυλιά στο χέρι και τον το παλάβωσε;» Τότε λέει ο Δημητράκης: «Όλος είναι παλαβός και πριν να φάει την ξυλιά και μετά που την ήφαε» Ο Γλέζος δικάστηκε, αλλά ο εισαγγελέας έκαμε μια αδιάκριτη ερώτηση του Δημητράκη, του λέει: «Κύριε Ελευθερίου, μπορείτε να μας πείτε, γιατί τα μαλλιά σας είναι άσπρα και τα γένια σας μαύρα;». Ο Δημητράκης του λέει: «Μα τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβετε;» «Ναι», του λέει ο δικαστής, «για μας είναι δύσκολο, μόνο να μας το πεις να το μάθομε». Τότε πάλι λέει ο Δημητράκης: «Μα αφού είναι είκοσι χρόνια πρώτα τα μαλλιά, φυσικό είναι να ασπρίσουν πρώτα από τα ‘ένια». Τότε του είπαν συγγνώμη, γιατί ήταν τόσο απλό και δεν το είχαν σκεφτεί.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)
__________

Με τη γυναίκα ντου τη Σοφκιά

Η γυναίκα του η Σοφία τού έφτιαχνε ζεστό φασκόμηλο για να πκιεί. Ένα βράδυ, τον αρωτά «τί θέλεις;», λέει, «Δημητράκη;». Λέει «κάνε μου μια φασκομηλιά, να ντη πκιω», λέει, «αλλά δε θέλω να ντη πκιώ με παρέα, τη θέλω να ντη πκιώ μοναχός μου». «Ε, μα τσ’ άλλες μέρες», λέει, «… ε, μοναχός δε ντη πίνεις; Ήρθε κανένας και στην ήπκιε;». «Φέρνεις μου και παρέα…». λέει. «Μα τι σου φέρνω;». «Ε, το παξιμάδι!».

Προφορική αφήγηση, Σοφία Πρωτονοταρίου
_________

Μια βραδιά πάλι λέει ο Δημητράκης στη γυναίκα του: «Τώρα έχω ‘εράσει και κουράζομαι και αγρυπνώ και στην ταβέρνα και δε νιώθω το πρωί να σηκωθώ να πάω ‘ια κρέατα, μόνο αν μπορέσεις να με ξυπνήσεις την αυγή, όπως με ξυπνάς πάντα όταν πηγαίνω για τα κατώχωρα». «Εντάξει», του λέει η γυναίκα του και κοιμηθήκανε. Το πρωί στις πέντε τον ξύπνησε, του έκαμε τον καφέ και ώσπου να τον πιει ο Δημητράκης τη ρωτούσε και την ξαναρωτούσε πώς τα καταφέρνει και τον ξυπνάει πάντα στις πέντε, ακριβώς κάθε φορά που θα πάει ‘ια κρέατα, αλλά δεν του μίλησε. Και πάλι τη ρωτάει. Αφού, λοιπόν, επέμενε του λέει: «Κάθε τέθοια ώρα σηκώνομαι ‘ια κατούρημα». Και ο Δημητράκης της λέει: «Ου μωρέ, δεν το ‘ξερα απόντε το παράτησα εώ, πως θα το κάμεις εσύ ρολόι».

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)
__________

Ο Δημητράκης, όταν παντρεύτηκε, ήταν βοσκός. Έτυχε όμως να γεννούν τα ζουλοπρόβατά του εκείνη την εποχή που ήταν νιόπαντρος και δε μπορούσε να πηγαίνει ταχτικά στο Χωριό. Είχε δέκα μέρες και δεν άντεχε πια άλλο να είναι άπλυτος και χωρίς την αγκάλη της γυναίκας του. Πήγε, λοιπόν, μια Κυριακή απόγευμα στο χωριό και η γυναίκα του, του έβαλε το καζάνι και ζέστανε νερά και τον έβαλε σε μια ειδική σκάφη και τον έπλυνε. Αφού πλύθηκε, έβαλε τα εσώρουχα του και κάθισε λίγο στην καμινάδα και του σέρβιρε η γυναίκα του να φάει. Στο διπλανό σπίτι γινότανε μια βάφτιση. Βαφτίζανε τον Μαρθαίο του Πατακοδημήτρη το 1923, και η γυναίκα του Δημητράκη, η Τσαϊνοσοφιά όπως τη λέγαμε στο Χωριό, είπε στον άντρα της: «Θα μπροβάλω στη βάφτιση λίγο. Ώσπου να φας, θα ‘υρίσω». Η Σοφιά όμως αργούσε να γυρίσει και ο Δημητράκης ήταν ανυπόμονος που την περίμενε να κάμουν έρωτα. Αφού όμως πέρασε περίπου μιάμιση ώρα και δεν ήταν φερμένη, σηκώθηκε νευριασμένος και ντύθηκε και πήρε το ραβδί του και ξεκίνησε να φύγει για τη μάντρα.
Αφού πέρασε δίπλα που είχε γίνει η βάφτιση, άνοιξε το πανωπόρτι και είδε μέσα την γυναίκα του και της λέει: «Ήρθες και βάφτισες το ‘είτονα και ξεβάφτισες εμένα. Τώρα, λοιπόν, εώ πάω στη μάντρα και ποιος ξέρει πότε θα με ξαναδείς». Η Σοφιά πετάχτηκε έξω και τον ακολούθησε και τον παρακαλούσε κλαίοντας να γυρίσει πίσω, χωρίς όμως να τον μεταπείσει. Έτσι, την άλλη μέρα η γυναίκα του πήρε κουμπανιές και μαγειρεμένα φαγητά και πήγε στον Τριάκαθα, που ήταν η μάντρα και ζήτησε συγγνώμη στον άντρα της και συμπιβάστηκαν και αγάπησαν πάλι.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)
__________

Το σπίτι του Δημητράκη ήταν απέναντι στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στη Φυροΐστρα. Ένα βράδυ, λοιπόν, που ήταν κακοκαιρία, δυνατός αέρας βροντές και αστραπές, άκουσαν ένα χτύπημα μέσα στην εκκλησία. Η γυναίκα του Δημητράκη του έλεγε να σηκωθεί από το κρεβάτι και να πάει απέναντι στην εκκλησία να δει τι έγινε μέσα. Ο Δημητράκης όμως δεν ήθελε να σηκωθεί από τα ζεστά και να βγει μέσα στο κρύο. Εκείνη όμως τον έτρωγε να σηκωθεί. Τότε ο Δημητράκης κατάλαβε ότι δε θα τον άφηνε να κοιμηθεί και αναγκάστηκε να σηκωθεί, αλλά με τα νεύρα του. Έριξε ένα ρούχο απάνω του και άναψε το φανάρι και πήγε στην εκκλησία. Τι είχε γίνει. Από τις δυνατές βροντές έπεσε η εικόνα του Αγίου Γεωργίου από το προσκυνητάρι χάμω και είχε σπάσει το τζάμι. Ο Δημητράκης την έπιασε και την έβαλε στη θέση της και γύρισε στο σπίτι και κρυωμένος και νευριασμένος και τον αρώτησε η γυναίκα του: «Τι έγινε Δημήτρη;», αλλά δεν της απάντησε. Αφού, λοιπόν, τον ξαναρωτάει της λέει εκείνος λίγο θυμωμένα: «Αυτός που παρακαλείς να σε γλιτώσει άμα γλιστρήσεις να πέσεις, ήπεσε μοναχός του κάτω και δεν εμπόριε να σηκωθεί και διάηκα εώ και τον εσήκωσα και τον ήβαλα στη θέση ντου». Και τότε του είπε η γυναίκα του: «Από πα και πέρα θ’ αποκαλούμαι εσένα, αφού δεν είναι άξος εκείνος να με βοηθήσει».

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Advertisements

5 thoughts on “‘Το ετοιμόλογον’ του Δημητράκη (μέρος 2ο)

  1. Πολύ ωραίο το blog σου. Εντυπωσιακά ελληνικό το περιεχόμενο. Χρειάζεται καλό διάβασμα και προσοχή.
    Οι ντοπιολαλιές είναι η πατρίδα μας. Το παρελθόν τους είναι η συνέχειά μας σαν λαός και σαν έθνος. Η παράδοση και οι άνθρωποι που αποκαλύπτονται σαν ζωηρές φιγούρες από πίσω είναι οι ελπίδες μας, σε μια εποχή ισοπέδωσης και ομοιογενοποίησης.
    Όχι για να κρατηθεί μόνο το ελληνικό στοιχείο αλλά και για να συνεχίσει να προσφέρει την ανά τους αιώνες σοφία και την δυναμική του σε όλο τον κόσμο.
    Ό,τι δεν ακολουθεί την εμπορική οδό έχει ενδιαφέρον γιατί διατηρεί την αυθεντικότητά του. Κράτησέ το.

  2. Ευχαριστώ πολύ Βασίλη για τα καλά σου λόγια! Χαρά μου να σε έχω επισκέπτη!

    Μόνο να σημειώσω… οι ντοπιολαλιές δεν είναι παρελθόν… είναι γλώσσες ή αν θες έναν περισσότερο ουδέτερο όρο είναι γλωσσικές ποικιλίες, που μιλιούνται σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, διατηρούνται από τους ομιλητές τους, που για τον α’, β’ λόγο οι τελευταίοι τις θεωρούν αδιάσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς τους… Όταν κάτι το θεωρήσουμε παρελθόν, όταν το τοποθετήσουμε στο χρονοντούλαπο, τότε είναι που πεθαίνει. Μέχρι τότε παλεύουμε γι’ αυτό, παλεύουμε για το δικαίωμα να το μιλάμε στις περιστάσεις που θέλουμε, με δέκτες αυτούς που θέλουμε κ.ο.κ. Φτάνει να έχουμε ακόμα τη δυνατότητα, χωρίς να φοβόμαστε ότι θα στιγματιστούμε…

  3. ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ!ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΤΟ ΟΛΟΝ!ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΚΑΙ..ΘΑ ΣΕ ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ!ΜΑΘΑΙΝΩ ΚΑΙ ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΩ!ΝΑΣΑΙ ΚΑΛΑ!

  4. Παράθεμα: Σκοποί και τραγούδια τ’ Απεράθου (μέρος 2ο): τα τραγούδια των εκλογών « Φωτεινή παντογνώστρα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s