Επίπεδα ύφους και λεξικογραφία: η περίπτωση του ‘λαϊκού’


Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη (ΛΝΕΓ) και στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ιδρύματος Μ. Τριανταφυλλίδη (ΛΚΝ), κάθε λήμμα, όπως και κάθε σημασία του λήμματος, συνοδεύεται όταν αυτό επιβάλλεται, από μία ένδειξη επιπέδου γλώσσας, αλλά και του τύπου του προφορικού ή του γραπτού λόγου σε κάποια συγκεκριμένη περίσταση επικοινωνίας. Οι διαφορετικές αυτές εκφορές του λόγου (τα επίπεδα γλώσσας) σημειώνονται για να δοθεί στον χρήστη η δυνατότητα να επιλέγει το επίπεδο που θα του εξασφαλίσει την επιθυμητή και αποτελεσματική γλωσσική επικοινωνία (ΛΚΝ 1998: ιη’). Συχνά πρόκειται για λέξεις με τη ίδια σημασία, η λέξη όμως που θα προτιμηθεί εξαρτάται από τις περιστάσεις στις οποίες θα χρησιμοποιηθεί.

Στο ΛΝΕΓ παρέχονται τριών ειδών χαρακτηρισμοί που εμφανίζονται, όπου χρειάζεται, στην αρχή της σημασίας του λήμματος. Οι χαρακτηρισμοί αφορούν:

  • το πώς, το ύφος με το οποίο χρησιμοποιείται μια σημασία και στο πόσο στη συχνότητα της χρήσης του (αρχαιοπρεπές, λόγιο, καθημερινό, οικείο, σπάνιο κ.λπ.).
  • το πού, το είδος της γλωσσικής επικοινωνίας, όταν χρησιμοποιείται μια σημασία (λογοτεχνία, λαϊκή γλώσσα, διάλεκτοι, αργκό κ.ά.).
  • το γιατί, τον σχολιασμό που επιδιώκει ο ομιλητής, όταν χρησιμοποιεί μια σημασία (ειρωνική χρήση, σκωπτική, υβριστική, μειωτική, εκφραστική κ.λπ.).

Παρόλο που το λεξικό Μπαμπινιώτη δεν αναλύει περαιτέρω τους υφολογικούς χαρακτηρισμούς και τα κριτήρια επιλογής καθενός για τις σημασίες των λημμάτων, των ενδολημμάτων ή των υπολημμάτων, θα μπορούσαμε να παραθέσουμε τους υφολογικούς χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούνται και να καταγράψουμε ορισμένα από τα χαρακτηριστικά τους, όπως παρατηρήθηκαν από τη μελέτη των λημμάτων*:

  1. Αρχαιοπρεπές
  2. Λόγιο: λέξη ή φράση της καθαρεύουσας, που δεν ανήκει στη δημοτική, αλλά επανήλθε από την αρχαία ελληνική ή πλάστηκε κατά το αρχαιοελληνικό πρότυπο.
  3. Καθημερινό: πολύ συχνή λέξη ή φράση.
  4. Οικείο: λέξη ή φράση του φιλικού περιβάλλοντος.
  5. Σπάνιο: σπάνια λέξη ή φράση.
  6. Λαϊκό: ανεπιτήδευτη λέξη ή φράση.
  7. Λογοτεχνικό: λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιούνται στον έντεχνο λόγο, στην ποίηση και την πεζογραφία, οι οποίες έχουν ενταχθεί στο λεξιλόγιο της κοινής νεοελληνικής.
  8. Διαλεκτικό: διαλεκτικές ή ιδιωματικές λέξεις ή φράσεις που έχουν ενταχθεί στο λεξιλόγιο της κοινής νεοελληνικής.
  9. Αργκό: λέξη ή φράση που ανήκει σε κάποια συνθηματική γλώσσα και χρησιμοποιείται από κοινωνικές ομάδες, ενώ διαφοροποιείται από την κοινώς αποδεκτή και καθιερωμένη γλώσσα.
  10. Κακόσημο: λέξη ή φράση που έχει αποκτήσει αρνητική σημασία, που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίζουμε αρνητικά κάποιον ή κάτι (πράξη, ενέργεια ή κατάσταση) ή για να μειώσουμε, να θίξουμε κ.λπ.
  11. Ειρωνικό: λέξη ή φράση που χαρακτηρίζεται από ειρωνεία, που κοροϊδεύει με λεπτό και υπαινικτικό τρόπο πρόσωπα και καταστάσεις.
  12. Σκωπτικό: λέξη ή φράση που έχει τον χαρακτήρα σκώμματος, που εμπαίζει ή χλευάζει αυτόν στον οποίο απευθύνεται.
  13. Υβριστικό: απρεπής λέξη ή φράση, που προσβάλλει την τιμή και την αξιοπρέπεια κάποιου.
  14. Μειωτικό: λέξη ή φράση που πλήττει την αξιοπρέπεια ή το κύρος κάποιου.
  15. Εκφραστικό: λέξη ή φράση που χρησιμοποιείται κυρίως στον άτυπο και απλούστερο καθημερινό λόγο, στη βιωματική επικοινωνία. Η εκφραστικότητα σχετίζεται με τη φθογγική σύσταση των λέξεων αυτών, που παράγουν ένα ιδιαίτερα εκφραστικό ηχητικό και σημασιολογικό αποτέλεσμα.
  16. Θωπευτικό: χαϊδευτική, κολακευτική λέξη ή φράση.
  17. Προκειμένου να δηλωθούν σημασίες (ανατομικών οργάνων, σεξουαλικής υφής κ.τ.ό.), που ο ομιλητής πρέπει να χρησιμοποιεί με ιδιαίτερη προσοχή, γιατί πρόκειται για κοινωνικά «απαγορευμένες λέξεις» (λέξεις ταμπού), χρησιμοποιείται μπροστά από αυτές το θαυμαστικό σημείο (!).

Το ΛΚΝ παραθέτει και αναλύει τα επίπεδα ύφους που χρησιμοποιεί και είναι τα εξής:

  1. Επίσημο: λέξεις, συνήθως λόγιες, συχνές σε λόγο που αφορά δημόσιες υπηρεσίες, στη διοικητική, εκκλησιαστική, στρατιωτική κ.λπ. γλώσσα, καθώς και σε κάθε περίπτωση που χρειάζεται να δηλωθεί η επισημότητα που απαιτεί κάποια συγκεκριμένη περίσταση ή εκδήλωση, όπως εθνικές γιορτές, λόγοι πολιτικών κ.λπ.
  2. Επιστημονικό: λέξεις που απαντούν σε περισσότερες από μια επιστήμες.
  3. Λαϊκό: λέξεις, συνήθως του προφορικού λόγου, που ανήκουν στη μάγκικη διάλεκτο της πιάτσας, που θεωρούνται του περιθωρίου, των νέων ομιλητών ή και για συνθηματικές λέξεις διάφορων κοινωνικών ομάδων που είναι ευρύτερα γνωστές.
  4. Λαϊκότροπο: λέξεις που είναι ευρέως διαλεκτικές, που μπορεί να είναι γνωστές και στα μεγάλα αστικά κέντρα και που πολλές από αυτές χρησιμοποιούνται στη νεοελληνική λογοτεχνία. Κάποτε τα όρια ανάμεσα στο λαϊκότροπο και στο λογοτεχνικό είναι ασαφή και υπάρχουν λήμματα που χαρακτηρίζονται και με τα δύο αυτά επίπεδα.
  5. Λόγιο: λέξεις που μπορούν να έχουν αντίστοιχο τύπο ή αντίστοιχο τρόπο έκφρασης στην κοινή, ως προς τη χρήση τους όμως ή και το σχηματισμό τους προέρχονται από την καθαρεύουσα ή την αρχαία ελληνική γλώσσα ή δημιουργήθηκαν με αυτές ως πρότυπο.
  6. Λογοτεχνικό: λέξεις πολύ συχνές στην ελληνική λογοτεχνία, οι οποίες είτε χρησιμοποιούνται σε καθαρά λογοτεχνικά κείμενα είτε τις χρησιμοποιεί κάποιος στον προφορικό ή στο γραπτό του λόγο, όταν θέλει να χρωματίσει λογοτεχνικά το ύφος του.
  7. Οικείο: λέξεις του οικογενειακού και του φιλικού περιβάλλοντος, που δεν χρησιμοποιούνται όταν απευθύνεται κάποιος σε αγνώστους ή σε ανώτερους, στην επαγγελματική ή σε άλλη ιεραρχία.
  8. Παιδικό: λέξεις του παιδικού λεξιλογίου.
  9. Παρωχημένο: λέξεις που δηλώνουν κάτι που υπήρξε στο παρελθόν, εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα, χρησιμοποιείται όμως άλλη συνώνυμη λέξη για να δηλωθεί. Η παρωχημένη χρήση μιας λέξης κάποτε δηλώνεται και με παρωχημένο χρόνο στον ορισμό, όταν η λέξη η οποία αναλύεται αναφέρεται σε μια πραγματικότητα που δεν υπάρχει πια (προϊόν, αξίωμα, επάγγελμα).
  10. Προφορικό: λέξεις που αντιδιαστέλλονται προς εκείνες που χρησιμοποιούνται στο γραπτό λόγο. Το προφορικό βρίσκεται πολύ κοντά στο οικείο, κάποτε εναλλάσσεται ή και συνυπάρχει με αυτό, χωρίς να είναι πάντοτε ευδιάκριτα τα όριά τους, ενώ δεν αποκλείεται η χρήση του στο γραπτό λόγο.
  11. Χυδαίο: για λέξεις κακέμφατες, αρνητικά φορτισμένες σε σχέση με το σεξ και τις φυσικές ανάγκες, όταν με αυτές δηλώνεται γενικά η αθυροστομία του χρήστη ή τάση για βωμολοχία. Χυδαίες χαρακτηρίζονται και πολλές εκφορές με μόρια, όταν συνοδεύονται από ανάλογη χειρονομία.
  12. Απαρχαιωμένο
  13. Ειρωνικό
  14. Μειωτικό
  15. Συναισθηματικό
  16. Υβριστικό
  17. Χλευαστικό

Οι χαρακτηρισμοί 13-17 χρωματίζουν τη χρήση μιας λέξης ή μιας ολόκληρης σημασίας και χρησιμοποιούνται για να δηλωθεί ανάλογη χρήση από μέρους του ομιλητή. Ένα λήμμα μπορεί να ανήκει σε διαφορετικά επίπεδα γλώσσας, τα οποία αφορούν είτε όλο το λήμμα είτε κάποια από τις σημασίες του ή και κάθε σημασία χωριστά• π.χ. το λήμμα καβάλα. Όταν συμβαίνει να συνυπάρχουν διαφορετικά επίπεδα γλώσσας σε κάποιο λήμμα, το λεξικό οφείλει να το δηλώνει ιδιαιτέρως.

Λαϊκό, οικείο, προφορικό, αργκό, (!): τί απ’ όλα;;

Έχω την εντύπωση ότι μια αρκετά προβληματική υφολογική κατηγορία είναι αυτή του ‘λαϊκού’. Στο ΛΚΝ γίνεται σαφής οριοθέτηση του υφολογικού επιπέδου ‘λαϊκό’ για λέξεις, συνήθως του προφορικού λόγου, που ανήκουν στη μάγκικη διάλεκτο της πιάτσας, που θεωρούνται του περιθωρίου, των νέων ομιλητών ή και για συνθηματικές λέξεις διάφορων κοινωνικών ομάδων που είναι ευρύτερα γνωστές. Στο ΛΝΕΓ δεν υπάρχει ορισμός του συγκεκριμένου επιπέδου, πράγμα το οποίο μας φέρνει σε κάποια αμηχανία, για το τι μπορεί να θεωρηθεί λαϊκό και τι όχι:

α) αφορά λέξεις του φιλικού, οικογενειακού και γενικότερα οικείου περιβάλλοντος, που δεν χρησιμοποιούνται σε επίσημες περιστάσεις, επομένως έρχεται σε αντίθεση με το ‘επίσημο’ ή το ‘λόγιο’;
β) αφορά λέξεις που χρησιμοποιούνται μόνο στον προφορικό ανεπιτήδευτο, μη- τυπικό λόγο;
γ) συμπίπτει με το ‘λαϊκό’, όπως αυτό εκλαμβάνεται από το ΛΚΝ;

Η (γ) περίπτωση δεν θα μπορούσε να ισχύσει, καθώς οι υφολογικές αντιστοιχίες που παρουσιάζονται στα παραδείγματα μάς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το ‘λαϊκό’ του ΛΚΝ συμπίπτει με την ‘αργκό’ και κάποιες φορές με το ‘(!)’ του ΛΝΕΓ. Σύμφωνα με τις αντιστοιχίες που παρατηρήθηκαν στα λήμματα του ψηφίου Κ, το ‘λαϊκό’ του ΛΝΕΓ αφορά λέξεις που χρησιμοποιούνται στον προφορικό, λαϊκό, ανεπιτήδευτο λόγο, αλλά και σε περιβάλλοντα τέτοια, όπου το είδος σχέσεων μεταξύ των συνομιλητών είναι οικείο, ο βαθμός εξουσίας χαμηλός και η συναισθηματική απόσταση από ανύπαρκτη έως ελάχιστη.

ΛΝΕΓ: λαϊκό
ΛΚΝ: οικείο

καβάλα (επίρρ.), καΐλα/ καήλα (=κάψιμο), καθαρίζω (=έχω καθαρό εισόδημα), στην καθισιά μου, καθισιό, κακαδιάζω, κακομούτσουνος, καλαθιά, καλαθιάζω, καλαντάρι, κανονίδι, καραβοστάσι, καρβουναριό, κάργα, καργάρω, καρπαζιά, καταγής, κατακαημένος, καταντίπ, καταφρόνια, καταχερίζω/ καταχεριάζω, κατηγόρια, κατραπακιά, κατσάβραχα, κατσιάζω, κερατένιος, κιμπάρης, κιμπαρλίκι, κιτάπι, κλοτσοπατινάδα, κομπανία, κομπόδεμα, κοντοχωριανός, κοπάνα, κοπανατζής, κορακιάζω, κορακοζώιτος, κορνιζάδικο, κουτεντές, κουτούκι, κουτουλώ, κουτουράδα, κουτρουβάλα, κουτρουβαλώ, κουτσοκαταφέρνω, κουτσονούρης, κουτσούβελο, κουτσοφλέβαρος, κουφιοκεφαλάκιας, κουφιοκέφαλος, κοψίδι, κοψομεσάζω, κοψοχέρης, κωλοφωτιά, κοτσάρω (έχει και μεταφορική σημασία στο ΛΝΕΓ).
ΛΚΝ: προφορικό
καβάντζα, κλεφτρόνι, κλεψιμαίικος, κοκότα, κομπλάρω, κόνξα, κοντοπίθαρος, κουραφέξαλα, κοψιά, κρομμύδι, κρίμας, κυρούλα, κωλοφυλλάδα.

ΛΝΕΓ: λαϊκό
ΛΚΝ: χωρίς χαρακτηρισμό

καδρονιάζω, καζανιά, καζανιάζω, καϊτσής/ καϊξής, καϊμακλής, καϊσί/ καϊσι, κακοζώ, κακοκαιριά, κακοπαντρεύω, καλάι, καλαμιώνας, καλαπόδι, καλάρω, καλαφάτης, καλαφατίζω, καλιγώνω (τον ψύλλο), καλικάντζαρος, καλκάνι, κάλμα, καλντερίμι/ καλντιρίμι, καλόγιαννος/ καλογιάννος, καλόγνωμη, καλογραμμένος, καλομοίρης, καματάρης, καματεύω, καταγκρεμού, κατεβάζει ο νους μου/ το κεφάλι μου/ η γκλάβα μου/ το ξερό μου/ η κούτρα μου, κατσάδα, κλότσος, κορδελιάζω, κορδελιάστρα, κουτουλιά, κουτουρού, κουτόχορτο, κουτρούλης, κουτσαβάκης, κουτσουρεύω, κουτσουλιά, κάνω κάποιον κιμά/ θα του κάνω τα μούτρα κιμά, κλατάρω (=σκάω από πίεση), κόβω καρφιά, κόβω ρόδα μυρωμένα.
ΛΚΝ: δεν υπάρχει το λήμμα

καϊκιά, καϊκιάτικα, κακοψύχι, καλαϊζω, καλαϊτζής, καλαποδάς, καληνωρίζω, καλιγωτής, καλοβαστώ, καλοθανατίζω, καλομίλητος, κατσιβελιά, κλαψούρα, κοντόμυαλος, κοντόξυλο, κοράκλα, κουτιαίνω, κουτομόγιας, κουτούλιακας, κρασοκανατάς.

ΛΚΝ: λαϊκό
ΛΝΕΓ: αργκό

καθαρίζω (=λύνω διαφορές), καλαφατίζω, κάνω κάτι καλοκαιρινό, κράζω (=επικρίνω), καραφλιάζω, κωλοφαρδία.

ΛΚΝ: λαϊκό
ΛΝΕΓ: (!)
της πουτάνας το κάγκελο, καλαφατίζω.

ΛΚΝ: λαϊκό
ΛΝΕΓ: χωρίς χαρακτηρισμό
καβουρντιστήρι (=συνεχής ομιλία), κάγκελο (=φυλακή), καουμπόης, κεφάρω, κόκα, κάψα.

ΛΚΝ: λαϊκό
ΛΝΕΓ: δεν υπάρχει το λήμμα
καθίζω σε κάποιον μια γροθιά, καθίκης, κακούργα κοινωνία, να καούν τα κάρβουνα, κατέβαινε το παραδάκι, καουμποϊλίκι, κωλόφαρδος.

Στα λεξικά υπήρξαν και παραδείγματα, όπου υπάρχει αντιστοιχία των δύο όρων ‘λαϊκό’:

ΛΝΕΓ: λαϊκό
ΛΚΝ: λαϊκό
καλαμπαλίκι, καψούρα, καψουρεύομαι, καψούρης, κόμματος, κονομάω, κονομησιά, κουμαρτζής, κουλαντρίζω, κουρέλι.

Οι συγκεκριμένες λέξεις, οι οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να χαρακτηριστούν στο ΛΝΕΓ ως ‘αργκό’, έχουν έντονο το στοιχείο της προφορικότητας και της οικειότητας, συνεπώς συνδυάζουν τόσο το ‘λαϊκό’, όπως ορίζεται από το ΛΚΝ, όσο και το ‘λαϊκό’, όπως εκλαμβάνεται από το ΛΝΕΓ.

Το ΛΚΝ παρουσιάζει μια καινοτομία ως προς την έκφραση της προφορικότητας, καθώς διακρίνει ιδιαίτερο υφολογικό χαρακτηρισμό, το ‘προφορικό’, για λέξεις που αντιδιαστέλλονται προς εκείνες που χρησιμοποιούνται στο γραπτό λόγο και που χαρακτηρίζονται για την οικειότητα και τον αυθορμητισμό της εκφοράς τους. Παρατηρείται, λοιπόν, ένας αριθμός λέξεων, οι οποίες δεν έχουν κανένα υφολογικό χαρακτηρισμό στο ΛΝΕΓ (ή χαρακτηρίζονται ως ‘αργκό’, ‘καθημερινό’), ενώ εύστοχα θεωρούνται προφορικές στο ΛΚΝ. Επίσης, στο ΛΚΝ παρατηρούνται και λέξεις, οι οποίες δεν υπάρχουν στο ΛΝΕΓ.

ΛΚΝ: προφορικό
ΛΝΕΓ: χωρίς χαρακτηρισμό
καθηγητιλίκι, κακομελετώ, κακοπερνώ, καλάθια (απάντηση στο καλά, προφορικό κατά το ΛΚΝ), καλό!, καταργώ (π.χ. τον κατάργησαν), κατσικοπόδαρος, κερατάς, κόκα (=κόκα κόλα), κοκορεύομαι, κομπλέ, κοντράρω, κουνίστρα, κανόνι, κατρακύλα, κατσίκα, κονσέρβα, αϊ κατούρα μας (με μεταφορική σημασία και στα δύο λεξικά), κερατάς, γίνομαι κιμάς (είναι και λαϊκό κατά το ΛΚΝ), κλατάρω (=εξουθενώνομαι, με μεταφορική σημασία και στα δύο λεξικά), κουβεντιάζομαι.
ΛΝΕΓ: δεν υπάρχει το λήμμα
κακεύω, κατάπρωτος, το κατέβα, κατοστάρα, κατοστάρης, κατοστάρι, κατοσταριά, κερνάω εισιτήρια, έριξε, πέταξε κοιλιές, κοιμιστικός, κοιναγορίτης, κολοβώνω, παθαίνω/ με πιάνει κολούμπρα, κουνιάδι, κουσουρλίδικος, κουστουμαρίζομαι, κουστουμιά, κρυόκωλος, κωλί, κωλιά, κουφάλογο.

ΛΚΝ: προφορικό
ΛΝΕΓ: αργκό
καθαρός (για ναρκωτικά, κατουρώ (με μεταφορική σημασία και στα δύο λεξικά).
ΛΝΕΓ: καθημερινό
κούρσα (για ταξί), κοντρολάρω, κοτζάμ (θεωρείται και εκφραστικό κατά το ΛΝΕΓ).

Ωστόσο, παρουσιάζονται και προβληματικές περιπτώσεις σχετικά με την απόδοση της προφορικότητας: οι φράσεις

– είμαι για κλάματα,
– είναι να τον κλαιν’ οι ρέγκες,
– κλαίω τα λεφτά μου,
– θα κλάψουν μανούλες,
– θα σου κόψω τα πόδια (φράση η οποία δε θεωρείται ότι είναι μεταφορική),
– κόβω τις φλέβες μου (το ΛΝΕΓ το χαρακτηρίζει μεταφορικό και αργκό),
– κόψε το λαιμό σου,
– κόβω τη χολή/ τα ήπατα κάποιου,
– κόβω λάσπη,
– το κόβω με τα πόδια,
– κόβω βόλτες,
– κόψ’ το (το ΛΝΕΓ το χαρακτηρίζει οικείο),
– κόβω καρφιά (θεωρείται λαϊκό από το ΛΝΕΓ, χωρίς να σημειώνεται η μεταφορική σημασία),
– κόβω ρόδα μυρωμένα,
– με κόβει η κοιλιά μου (δε σημειώνεται η μεταφορική σημασία),
– κόβω το αίμα κάποιου (δε σημειώνεται η μεταφορική σημασία),
– κόβει το μάτι (δεν υπάρχει η φράση στο ΛΝΕΓ, ενώ και από το ΛΚΝ δε θεωρείται μεταφορικό),
– μου κόπηκαν τα γόνατα (δεν υπάρχει η φράση στο ΛΝΕΓ, ενώ και από το ΛΚΝ δε θεωρείται μεταφορικό),
– μ’ έκοψε η πείνα/ λόρδα,
– κόβω το βήχα/ τον αέρα (δεν υπάρχει η φράση στο ΛΝΕΓ, ενώ και από το ΛΚΝ δε θεωρείται μεταφορικό),
– τη βγάζω καθαρή (θεωρείται λαϊκό από το ΛΝΕΓ),
– βγαίνω καθαρός (η φράση υπάρχει στο ΛΚΝ μόνο, χωρίς να δηλώνει και η μεταφορική σημασία),
– στα καλά καθούμενα/ στα καλά του καθουμένου,
– γίνεται της κακομοίρας (θεωρείται καθημερινό από το ΛΝΕΓ),
– είναι να ξερνάς καλαπόδια (θεωρείται λαϊκό από το ΛΚΝ, στο ΛΝΕΓ δεν υπάρχει σαν ενδολήμμα),
– κόβω την καλημέρα,
– πατάω τον κάλο κάποιου/ πατάω στον κάλο (το ΛΝΕΓ δηλώνει τη μεταφορική σημασία μόνο),
– είμαι στις καλές μου,
– πιάνω την καλή,
– τα λέω σε κάποιον από την καλή,
– τον έχει στη μπούκα του κανονιού,
– κατεβάζω καντήλια,
– τα κάνω καπάκια με κάποιον (υπάρχει σαν ενδολήμμα μόνο στο ΛΚΝ),
– του το φέρνω καπάκι (υπάρχει σαν ενδολήμμα μόνο στο ΛΚΝ),
– βγάζω το καπέλο σε κάποιον,
– κάνω ό,τι μου καπνίσει,
– μου κάπνισε,
– έγινε καπνός,
– τι καπνό φουμάρει;
– κάθομαι στα καρφιά,
– τα κάνω γυαλιά καρφιά,
– μου καρφώνεται στο μυαλό κάτι,
– δε χαρίζω κάστανο,
– δεν τρέχει κάστανο,
– φωνάζω τον κατάλογο,
– κατεβάζω μούτρα (υπάρχει σαν ενδολήμμα μόνο στο ΛΚΝ),
– του κατεβάζω μια στο κεφάλι (υπάρχει σαν ενδολήμμα μόνο στο ΛΚΝ),
– κατινιά,
– παίρνω κάποιον στο κατόπι,
– βάζω κάποιον κάτω,
– τα βάζω κάτω,
– με παίρνει από κάτω,
– παίρνω την κάτω βόλτα,
– του κερατά,
– κερνάω πίκρες,
– μου έκανε κλικ (υπάρχει σαν ενδολήμμα μόνο στο ΛΚΝ, το οποίο χαρακτηρίζεται ως μεταφορικό),
– κάνω κοιλιά,
– μένω κόκαλο (το ΛΝΕΓ του αποδίδει μεταφορική σημασία),
– τα φορτώνω στον κόκορα,
– βρίσκω/ παίρνω το κολάι,
– φοράω κάτι κολάρο σε κάποιον,
– κολλάω κάποιον στον τοίχο,
– δε μου κολλάει ύπνος,
– του κόλλησαν τη ρετσινιά,
– μη μου κολλάς (υπάρχει σαν ενδολήμμα μόνο στο ΛΚΝ και θεωρείται μεταφορικό),
– μου κόλλησε κάτι,
– έμεινε κολόνα (υπάρχει σαν ενδολήμμα μόνο στο ΛΚΝ),
– γίνομαι κομμάτια (υπάρχει σαν ενδολήμμα μόνο στο ΛΚΝ),
– μη μου το κοπανάς,
– τα κοπανάω (υπάρχει σαν ενδολήμμα μόνο στο ΛΚΝ),
– παριστάνω τον ψόφιο κοριό,
– γίνομαι στενός κορσές (το ΛΝΕΓ το θεωρεί εύστοχα μεταφορικό),
– του έραψε ένα κοστούμι!,
– τα κουβεντιάζω με κάποιον,
– κάνω κουμάντο,
– κάνω το κουμάντο μου,
– δεν το κουνάω ρούπι,
– γίναμε από κούπες,
– την κάνω από κούπες,
– γίνομαι κουρκούτι/ έχω μυαλό κουρκούτι,
– μου έρχεται/ μου πέφτει κουτί,
– κατεβάζει η κούτρα μου,
– κούτσα κούτσα,
– τα παίρνω στο κρανίο,
– κρατώ μούτρα/ κρεμάω μούτρα,
– κρατώ πόζα,
– κρατιέται καλά,
– κρατάω τα μπόσικα,
– δεν κρατά τη γλώσσα του,
– το φυσάω και δεν κρυώνει,
– μου χτυπάει στο μάτι,
– κυνηγάει μύγες,
– κυνηγάει με το τουφέκι (υπάρχει σαν ενδολήμμα μόνο στο ΛΚΝ),
– μου χτυπάει στα νεύρα,
– κόβω το κεφάλι μου (θεωρείται μεταφορικό από το ΛΝΕΓ),
– άνοιξαν κεφάλια,
– παίρνω κεφάλι,
– κάνω κεφάλι,
– σπάω το κεφάλι μου,
– πέφτουν κεφάλια,
– παίρνω το κεφάλι

έχουν έντονο το προφορικό και οικείο στοιχείο, ωστόσο κανένα από τα δύο λεξικά δεν τις χαρακτηρίζει υφολογικά ως προφορικές. Επίσης, το μεγαλύτερο ποσοστό από τις παραπάνω λέξεις δεν σημαδεύονται σημασιολογικά ως μεταφορές.

Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό ‘αργκό’ του ΛΝΕΓ, παρατηρήθηκαν κάποιες λέξεις ή φράσεις, οι οποίες ενώ εύστοχα χαρακτηρίστηκαν με την συγκεκριμένη υφολογική ένδειξη, δεν έχουν κανέναν υφολογικό χαρακτηρισμό στο ΛΚΝ ή δεν υπάρχουν καν σαν λήμματα. Τα συγκεκριμένα παραδείγματα αποτελούν φράσεις ή λέξεις, οι οποίες βρίσκονται στο καθημερινό λεξιλόγιο του μέσου νεοέλληνα (κυρίως των νέων) και θα έπρεπε να σημαδευτούν υφολογικά ως ‘προφορικές’, ‘λαϊκές’ ή ακόμα και ‘οικείες’.

ΛΝΕΓ: αργκό
ΛΚΝ: χωρίς χαρακτηρισμό
και τα μυαλά στα κάγκελα, μου ανάβουν τα καντήλια, την κοπανάω, κουλ, κουφαίνω, κάνω κεφάλι, κόβω τις φλέβες μου (με μεταφορική σημασία στο ΛΝΕΓ), κόβω λάσπη, κρυφός (για αστυνομικό).
ΛΚΝ: δεν υπάρχει το λήμμα
καλαμπαλίκι, καλωδιώνομαι, κάνω κρα.

* Στο εισαγωγικό τμήμα του ΛΚΝΕ, οι συγκεκριμένοι υφολογικοί χαρακτηρισμοί δεν σχολιάζονται λεπτομερώς. Εδώ, προσπαθήσαμε απλά να προσεγγίσουμε τη σημασία τους, λαμβάνοντας υπόψη την εφαρμογή τους στο ψηφίο Κ που μελετήθηκε. Στο εισαγωγικό του ΛΚΝ υπήρχε περιγραφή των υφολογικών χαρακτηρισμών, οι οποίοι και παρατίθενται.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s