Ο Σταυρής του Φασόλη (Σταυρής Στεφ. Σταυριανός, 1872-1938)


Περί του ιδιώματος τ’ Απεράθου για ακόμα μια βολά… Σκέφτηκα πως θα ήταν μία καλή ιδέα να περάσω στο μπλογκ ορισμένα διαλεκτικά κείμενα που έχω συγκεντρώσει, τα οποία είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό τους γραπτές αφηγήσεις για πρόσωπα του χωριού, οι οποίες αφηγήσεις είχαν εκδοθεί το 1986 σε ημερολογιακή έκδοση του Απεραθίτικου Συλλόγου. Δυστυχώς, δεν γνωρίζω τους αφηγητές για να τους αναφέρω… Έχω διατηρήσει την ορθογραφία των κειμένων, εκτός από κάποιες αλλαγές στη στίξη.

[Αναθεώρηση: Συγγραφέας της συγκεκριμένης αφήγησης, όπως επίσης και όλων των υπόλοιπων ιστοριών που έχουν δημοσιευτεί σ’ αυτό το μπλογκ και αναφέρεται ότι προέρχονται από παλιό ημερολόγιο του Απεραθίτικου Συλλόγου Νάξου, είναι ο Δημήτριος Φλ. Γλέζος, από τον οποίο ζητώ συγγνώμη για την άγνοια που είχα και δεν είχα κάνει τη σχετική αναφορά σε όλα τα κείμενα που έχω περάσει εδώ. Θα γίνει, ωστόσο, σχετική διορθωση σε όλες τις δημοσιεύσεις για την αποκατάσταση των πραγμάτων.]

Ο Σταυρής του Φασόλη (Σταυρής Στεφ. Σταυριανός 1872-1938)

stavris-tou-fasoli.gifΕίπαμε να μη γκάνομε πρόλο’ο ‘ια ‘φτό ντον άνθρωπο, ‘ιατί θα καταλάβετε και μοναχοί σας απού τα καμώματα και τα λεόμενά ντου. Αλλά μόνου δυο λέξες, πως ήτονε, λέει, φτωχός και καλός οικογενειάρχης. ‘Ια τα ρέστα ντου θα τα δούμε παρακάτω. Όμως, είντα να πρωτολέει κανείς ‘ια ‘φτό ντο γουστόζικο τύπο και πλέρωνες λέει ‘ια να τον έχεις στη μπαρέα. Και κατιτίς τέθοιο πρέπει πως ήκανε η Καλλιόπη του Μανέττα στο γκαφενέ τζη στη μπλάτσα, που τον ήθελε ‘ια κράχτη, επειδής ο Σταυρής, με τα γουστόζικα και τσι ιστορίες του, ετράβα κόσμο κοντά ντου. Και φαίνεταί μου πως ‘ια ‘φτη ντη… ‘δουλειά’ τα ‘χε-ν ο Σταυρής όλα δικά ντου. Και τση το ‘πε καμιά βολά:
Συνέχεια

Ποιες γλώσσες μιλάς;


Δεν είναι και πολλές μέρες που βρίσκομαι στη Νάξο, συνδυάζοντας τις διακοπές μου, αλλά και την έρευνά μου πάνω στο απεραθίτικο ιδίωμα. Αυτό, λοιπόν, το μικρό διάστημα, όπου η αλήθεια είναι ότι προτίμησα απλά να ξεκουραστώ και να βολιδοσκοπήσω την κατάσταση προτού ξεκινήσω τις συνεντεύξεις και τα ερωτηματολόγια με τους νέους της Απειράνθου, δεν μπόρεσα να αποφύγω την καταγραφή γλωσσικών στάσεων, ακόμα και μέσα στο λεωφορείο, πηγαίνοντας στη θάλασσα…

2η μέρα λοιπόν και επιστρέφουμε στην Απείρανθο ύστερα από πολύωρη παραμονή μας στη Μουτσούνα (απέχει μισή ώρα περίπου από το χωριό και συνήθως όλοι οι Απεραθίτες -μικροί μεγάλοι- πηγαίνουν εκεί). Η αλήθεια είναι ότι επεδίωξα να καθίσω στις πρώτες θέσεις του λεωφορείου, όπου είχα «σπαμπάρει» κάποιους Απεραθίτες, μεγάλους σε ηλικία, και σκεφτόμουν να καταγράψω με το κινητό τη συνομιλία τους. Η μουσική, ωστόσο, ήταν δυνατά και δυστυχώς δεν μπόρεσα να καταγράψω κάτι. Η μουσική όμως και συγκεκριμένα ένα σύγχρονο νησιώτικο τραγούδι ήταν το έναυσμα για μία ενδιαφέρουσα συζήτηση, που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας.

Ο οδηγός είχε βάλει ένα νέο τραγούδι του Ματθαίου Γιαννούλη, το οποίο, μεταξύ άλλων, έλεγε «Je t’ aime στα γαλλικά, σ’ αγαπώ ελληνικά, I love you κάργα» (το σύγχρονο νησιώτικο τραγούδι είναι από μόνο του ένα θέμα και σίγουρα δεν είναι της παρούσης!). Μία κυρία λοιπόν σχολίασε τις ξένες λέξεις που περιείχε, κυρίως όμως επικεντρώθηκε στην εκφραστικότητα της λέξης «κάργα». Την ρωτά ένας κύριος, ο οποίος είχε μείνει πολλά χρόνια στο εξωτερικό: «πόσες γλώσσες μιλάς;». Απαντά αυτή: «καμιά! …» (το ξανασκέφτεται) «…μόνο απεραθίτικα!». Την ρωτά ένας άλλος που καθόταν κοντά: «Δηλαδή… αθηναίικα δε μιλάς; Αν πας στην Αθήνα, δε μιλάς αθηναίικα;». Του απαντά εκείνη: «Και στην Αθήνα να πάω, πάλι απεραθίτικα θα μιλήσω, δεν ντρέπομαι για την γλώσσα μου. Κι ας μη με καταλάβουν. Εγώ αυτά θα μιλήσω, γιατί είμαι περήφανη για την γλώσσα μου!» Μια άλλη κυρία συμφώνησε μαζί της: «και γω μόνο απεραθίτικα ξέρω…»

Κι αυτά χωρίς άμεσες και έμμεσες ερωτήσεις, χωρίς ανοιχτά και κλειστά ερωτηματολόγια, χωρίς τον κίνδυνο του «παραδόξου του παρατηρητή», χωρίς καμιά προσπάθεια εκμαίευσης πληροφοριών κοινωνιογλωσσικού περιεχομένου, χωρίς το άγχος συγκέντρωσης πληροφορητών και υλικού… όλα αυτά, απλά, μέσα στο λεωφορείο, ερχόμενοι απ’ τη θάλασσα…