Ο Κλους (Νικόλας Πετρ. Πολυκρέτης, 1881-1942)


Περί του ιδιώματος τ’ Απεράθου για ακόμα μια βολά… Σκέφτηκα πως θα ήταν μία καλή ιδέα να περάσω στο μπλογκ ορισμένα διαλεκτικά κείμενα που έχω συγκεντρώσει, τα οποία είναι στο μεγαλύτερο ποσοστό τους γραπτές αφηγήσεις για πρόσωπα του χωριού, οι οποίες αφηγήσεις είχαν εκδοθεί το 1986 σε ημερολογιακή έκδοση του Απεραθίτικου Συλλόγου. Δυστυχώς, δεν γνωρίζω τους αφηγητές για να τους αναφέρω… Έχω διατηρήσει την ορθογραφία των κειμένων, εκτός από κάποιες αλλαγές στη στίξη.

Ο Κλους (Νικόλας Πετρ. Πολυκρέτης 1881-1942)

klous.gif

Ο Κλους: Νικόλας Πολυκρέτης (1881-1942).

Τ’ όνομά ντου επόμεινε στην ιστορία του χωριού κι εφτό τα λέει όλα. Ζει και θα ζει στον αιώνα των αιώνων. Απού τσοι τύποι τση μοσκαριάς και του ‘έλιου πο’ σμίανε τσ’ Απόκριες με το Ζαάρη, το Γκορρέ, το Μπενάκη κι εκάνασι λέει το γκόσμο να κατουριέται απού τα ‘έλια, με κείνες πλια τσοι μοσκαριές και τσοι παρλάτες στη μπλάτσα τ’ Απεραθιού.

Από κοπελάκια που ‘μεστα μέχρι και σήμερα ακούμε πως ο Κλους ετούτο, τ’ άλλο κι ετσά κι αλλιώς και πάει λέοντας κι εμείς ακούοντας. Σε ‘ουτό το σημείωμα είναι δύσκολο να μεταφέρουμε το βίο και τη μπολιτεία του με όλα τα καμώματα και τα γουστόζικά ντου, που βέβαια είναι σκορποβολισμένα από ‘πα κι από κει χωρίς να χαθούσιν ακόμα, απού τα χείλια και τηνε ψυχή τ’ Απεραθίτη. Ήτονε τόσο τορμηρός που τίοτις δε ντου ξέφευγε κι ήψαχνε κάθα στιμής να ‘βρει την ευκαιρία να εντυπωσιάσει και να πολυκουβεδιαστεί…

Θα ‘τονε λέει χειμώνας του 1925-26 στ’ Απεράθου, που ‘χε-ν-απεθάνει ένας νέος άθρωπος στο χωριό, ας μην αναφερθούμε στ’ όνομά ντου, χρειάζεται όμως να πούμε πώς ήτονε ένα τύπος αρχοντικός ποξεχώριζε άμα-ν-επέρνα σ’ τσοι ρύμνες και στη μπλάτσα του χωριού. Ένας τύπος ξενικός τση παλιάς Αθήνας. Ο Κλους όμως ήτονε φτωχός κι αναγκαιμένος χωριανός. Όντεν επέθανε λοιπό ο άλλος ο ξενικός κι ο κοκέτης εφώναξε-ν η χήρα το Γκλου και του ‘δωκε-ν όλη τη ντυμασά του μακαρίτη, που και κείνη έχει τη δικιά τζη ξεχωριστή ιστορία με το χωριό. Τιμημένη ‘υναίκα. Δε φανταζούμεστα πως αγωνιάτε ‘ια το τέλος τση ιστορίας μας και να κακοβάνετε πως τάχατις είνηκε ντίοτα με το Γκλου και τη χήρα. Όχι. Μόνου που από ‘πα κι αμπρουστά ο Κλους ήκανε ντην εμφάνισή ντου μετά τα μεσάνυχτα σκοτεινά και χειμωνιάτικα ντυμένος με τα ρούχα και τα παπούτσα ολόϊδιος εκείνος ο συγχωρεμένος κοκέτης που ‘τονε δικά ντου! Στην αρχή εκείνοι που τον είδασι πρώτοι εκατατρομάξασι κι εϊνησαν ανεφταόρατοι. Και δεν είναι λίο πράμα να θωρείς μια τέθοια ολόιδια σκιά στα βαθιά μεσάνυχτα.

Σιά σιά κι από καιρό σε καιρό που το’ κανε-ν ο Κλους, εβούηξε ντο χωργιό πως εβουρκολάκιασε-ν ο κοκέτης κι εδουλειούσα-ν οι κακόμοιροι αθρώποι να φανούσι και να πορπατήξουσι μοναχοί ντωνε τη νύχτα στο χωριό…

«Καλέ μ’ αλήθεια ‘ειτόνισσα; Είνταν εφτά ντα πράματα π’ ακούμε;», ήλεν η μια τσ’ αλλονής.

«Ο Θεός είναι μεγάλος, βοήθησέ μας Άι μου ‘Ιάννη», τσ’ εποκρίνουντάνε η άλλη κι εσταυροκοπκιόντανε.

Συχνά λοιπό ήκανε ντην εμφάνισή ντου ο τύπος τση νύχτας ο βουρκολακιασμένος με τα ολοζώντανα φερσίματα και τη ντυμασά του συχωρεμένου. Και καταλαβαίνετε τώρα, ψόματα ή αλήθεια, είντα ‘ινουντάνε στο χωριό. Εουτό το σεργιάνι και την ιστορία ‘ια κείνοι τζοι χρόνοι στ’ Απεράθου, μας τα ιστόρησε ο ‘Ιώργης Ζευγώλης (ο εκπαιδευτικός μας σύμβουλος) που μας επρόστεσε πως μια βραδινιά εκατέβαινε-ν ο Ζευγωλοδημήτρης απού τη Φυροΐστρα (δυο μετά τα μεσάνυχτα), χειμώνας κακός καιρός. Και μόλις, λέει, εδιάηκε να μπροβάλει στο στιαστό του Βλάση, εξάνοιξε κι είδε ένα καταμόναχο να σεργιανίζει… το βουρκολακιασμένο!!

«Ω βοή μπου μου ‘ρθε», είπεν απού μέσα ντου ο Ζευγωλοδημήτρης, «μουρέ αλήθεια ν’ εφτά που λέσι… κι εώ δε ντα πίστευγα;;» Εκοντόκατσε, λέει, λιάκι κι εσκέφτηκε να ‘υρίσ’ απίσω. Ύστερα πάλι το μετάνιωσε. «Όχι το γκερατά!» και τραβά απού τη ζώνη ντου το μπιστόλι. «Πίσω και σ’ έφαα», το φώναξε δυνατά με το παλιοχρειάσιδο στο χέρι.

Κι ο βουρκολακιασμένος ποχέστηκε, με το συμπάθειο, α τη ντρομάρα ντου, «Μουρέ στάσου, μη με σκοτώσεις μα ο Κλους είμαι ω Ζευγωλοδημήτρη.»

Κι από τότες λέει ο Κλους, που να ξανατορμήσει να… βουρκολακιάσει. Ευτυχώς που ο Ζευγωλοδημήτρης είχε τη μπαλικαριά και το μπιστόλι. Αλλιώς ακόμα θα ‘χαμε να λέμε ‘ια κείνο ντο βουρκολακιασμένο γκοκέτη στο χωριό…

Advertisements
This entry was posted in Χωρίς κατηγορία by marjá. Bookmark the permalink.

10 thoughts on “Ο Κλους (Νικόλας Πετρ. Πολυκρέτης, 1881-1942)

  1. Εξαιρετικό, όπως και τα προηγούμενα.
    Κάνεις πολύ καλά που τα ανεβάζεις, Παντογνώστρα.

  2. Η μοσκαριά ήταν -και είναι- η συμμετοχή στ’ αποκριάτικα έθιμα του χωριού, ένα βασικό στοιχείο των αποκριάτικων εκδηλώσεων στ’ Απεράθου. Συγκεκριμένα, πολλοί Απεραθίτες και Απεραθίτισσες, νέοι σε ηλικία, «μοσκαρώνουνταν», όπως λένε, ντύνονταν μασκαράδες και πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι, χόρευαν και τραγουδούσαν κοτσάκια, κυρίως με σκωπτικό περιεχόμενο και βωμολοχίες. Μπορείς να πάρεις μία ιδέα για τις αποκριάτικες συνήθειες στ’ Απεράθου, διαβάζοντας αυτό: «Να οι μόσκαροι, που να τσοι φαν’ οι ‘άδαροι…!»

    🙂

  3. πολύ σε ευχαριστώ για το ωραίο άρθρο.
    Νομίζω κάποτε θα τα καταφέρω να επισκεφτώ δύο ή τρία τέτοια δρώμενα στην ελλάδα. Και τ΄ Απεράθου φαίνεται εξαιρετική επιλογή.

  4. Προσπαθώντας ν’ αποφύγω το συναισθηματικό δέσιμο που έχω με το χωριό, οπότε και την πιθανή μεροληψία που ίσως κάποιες φορές δείχνω, θα σου πρότεινα ανεπιφύλακτα να το επισκεφτείς εκείνο το διάστημα. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη δραστήριοι νέοι, αλλά και μεγαλύτεροι σε ηλικία που ασχολούνται και συνειδητά προσπαθούν να κρατήσουν κάποια έθιμα. Είναι ξεχωριστή η αίσθηση. Και γω μία φορά ήμουν παρούσα στ’ αποκριάτικα δρώμενα, μάλιστα είχα παρατηρήσει και κάμερα από τη δημόσια τηλεόραση που κατέγραφε… δεν έτυχε ωστόσο να δω κάτι από αυτά στην τηλεόραση…

  5. Σχετικοάσχετο:
    Τι «σόι» τουρκαλβανικά είναι δηλαδή αυτά; Για ρίξε μια ματιά στο: https://www.blogger.com/comment.g?blogID=831867422825862664&postID=8913984062754125004&isPopup=true
    Είπα ότι θα σε φωνάξω για βοήθεια…

    /Η Καραμούζα είπε…

    Emilly, you do tease me badly!

    Τα άπλυτά μας ρίχνουμε
    πρώτα σ’ ένα καλάθι
    και μ’ αλυσίβα και νερό
    τα πλένουμε στη σκάφη.

    Και καθαρά τ’ απλώνουμε
    σε όχτους και τσαπόρια
    ήλιος, αέρας να τά δούν,
    να διώξουν τα μικρόβια.

    Ύστερα το σιδέρωμα,
    και στο σεντούκι μπαίνουν
    να τα φοράν την Κυριακή
    οι άντρες να ομορφαίνουν.

    Αλλοί σ’ εκείνη την κυρά
    που τ’ άπλυτα δεν πλένει,
    και στο γκισντέ τα βρώμικα
    φορά και παραδέρνει.

    Τέτοια είν’ η πολιτική,
    τέτοιοι οι πολιτικοί μας,
    τα βρώμικα δεν κρύβουνε
    ούτε ποτέ τα πλένουν.

    Για να βρωμούν, να φεύγουμε
    μακρυά απ’ το ντοβλέτι,
    μόνοι τους να τ’ αρμέγουνε,
    να τρών, να πίνουν ζάφτι.

    Αν έχεις πρόβλημα με το ΤΟΥΡΚΑΛΒΑΝΙΚΟ λεξιλόγιο, ζήτα μου τις ερμηνείες.

    Μάτσ-μούτς.
    Καραμ.

  6. Μόλις εχθές πρωτοδιάβασα τα κειμενάκια που έχεις ανεβάσει. Από καιρό ήθελα να βρω ιστορίες από το όμορφο και τόσο ιδιαίτερο αυτό νησί. Έχω επισκευτεί την Απείρανθο και το αυτί μου έχει πάρει συζητήσεις ντόπιων επιβεβαιώνοντας τη φήμη τους για ευστροφία και ετοιμολογία .
    Διαβάζοντας τις ιστορίες σου, μου δόθηκε η ευκαιρία (και προφανώς όχι μόνο σε μένα) να ταξιδέψω ξανά στο ορεινό εκείνο χωριό και να πάρω μία γεύση της κουλτούρας του .

    Συγχρητήρια για την προσπάθειά σου.
    Αν μπορείς ανέβαζε τέτοιο υλικό…το περιμένουν πολλοί.
    Να σαι καλά και καλή συνέχεια με τις σπουδές σου .

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s