Ο Παλιός… ήτο αλλιώς


[…] Η μάνα dου είχε γεννήσει κι ο Παλιός ήτονε καμιά εικοσαριά χρονώ. Ήτανε βοσκοκόπελο με κάτι βοσκοί ήτονε κει και κάθα που ’ρχουdάνε λοιπόν στο χωριό να ξυριστεί, να πλυθεί, έρχουdαν κάθε μήνα κάθε ενάμισι κάθε ξέρω γω, ήλεε dου Μανώλη, λέει: «Να ’χεις την εφκή μου», λέει, «Μανώλη μου, φέρε μια bροβατίνα ’πα χάμαι να την αρμέω να πίνει», λέει, «το μωρό μια ’υχιά γάλα». Του το ’λεγε, λοιπό, του το ξανάλεγε. Ε, καμιά φορά το θυμήθηκε λοιπόν ο Παλιός. Τον ήξερες dο Παλιό εδώ που δούλευγε; Σκοτώθηκε… […] Εδιάει dη bροβατίνα ο Μανώλης στο σπίτι, μόλις εδιάηκε, λέει: «Βάλε μου ένα bοτήρι νερό», λέει: «Δεν έχω, κάτσε», λέει, «να ’χεις την εφκή μου να πεταχτώ να φέρω». Παίρνει τη λαήνα, λοιπόν, αυτή να πάει να τη ’εμώσει. «Και κούνιε», λέει, «και το μωρό». Εκούνιε ο Μανώλης το μωρό κ’ ήλεε:

«Κοιμήσου, που να κοιμηθείς τον ύπνο του θανάτου
να μη bρολάβεις να το πκιείς το γάλα του προβάτου!» […]

Πληροφορητής: Γιώργος Πολυκρέτης (Μπαροϊώργης)
Η καταγραφή έγινε τον Γενάρη του 2000 στους Αγίους Αναργύρους.
Αρχείο Μαρίας Ξεφτέρη

Advertisements

Me, τέως… you, νυν…


Με τα ακουστικά στ’ αυτιά, απολαμβάνω (που λέει ο λόγος) τη μετάβασή μου στη σχολή. Η βελόνα του ραδιοφώνου του κινητού μου (αν είχε) είναι κολλημένη στα 103,3 FM. Πετυχαίνω, λοιπόν, τον Νίκο Μαστοράκη να σχολιάζει τα της επικαιρότητας, συγκεκριμένα τη μεταφορά μνημείων του Παρθενώνα στο νέο μουσείο και την πορεία στο κέντρο της Αθήνας από κατοίκους του Ελληνικού για το αεροδρόμιο. Κάποια στιγμή έκανε σχόλιο για ένα γλωσσικό λάθος των δημοσιογράφων της τηλεόρασης [για το ρήμα «απαθανατίζω», που συνήθως το λέν(μ)ε και το γράφουν(μ)ε «αποθανατίζω»] και κει που έχω αφεθεί κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο του λεωφορείου, οι γλωσσολογικοί μου αισθητήρες (μην αναρωτιέστε, είναι η ώρα δύσκολη) πιάνουν τη φράση «το τέως αεροδρόμιο».

me.gif

«Ώπα», σκέφτηκα, «Τέως; Τέως αεροδρόμιο; Λέμε δηλαδή και νυν αεροδρόμιο;». Κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Μου φάνηκε τόσο «ατυχής» ονοματική φράση, που θα έβαζα το χέρι μου στη φωτιά ότι πρόκειται για «λάθος». Και μάλιστα, τί ειρωνεία, ένα λάθος από έναν άνθρωπο που πριν από λίγα λεπτά διόρθωνε ένα λάθος άλλων συναδέλφων του.

Όταν επέστρεψα, επειδή «μ’ έτρωγε», ψάχνω στο λεξικό Τριανταφυλλίδη και στο λήμμα «τέως» έχει το εξής ερμήνευμα:

τέως [téos] E (άκλ.) : που ήταν αμέσως πριν από το σημερινό ή που είναι ο τελευταίος της σειράς· (πρβ. πρώην): O ~ πρωθυπουργός. O ~ βασιλιάς. H ~ σύζυγος. || (ως ουσ. και στα τρία γένη, προφ.): Oι δηλώσεις του ~.

αλλά και το λεξικό Μπαμπινιώτη γράφει το εξής:

επίρρ. (λόγ.) έως πριν από λίγο χρόνο, ακριβώς προηγουμένως: ο ~ βασιλέας || ο νέος υπουργός διαχώρισε τη θέση του από τον ~ (ενν. υπουργό).

Σημειώνει μάλιστα ότι δηλώνει -μαζί με το «πρώην»- μπροστά από ονόματα αξιωμάτων ή επαγγελμάτων ότι η άσκηση τού αναφερόμενου επαγγέλματος ή αξιώματος τοποθετείται στο παρελθόν, ότι δεν ισχύει πλέον.

Δεν μένω εκεί… λέω, ας γκουγκλίσω και λίγο μπας και η χρήση αυτή αρχίζει και αυξάνεται και απλά δεν έχει περαστεί στα λεξικά… γκούγκλισα λοιπόν και βρήκα 7 μόνο αποτελέσματα για τη φράση «τέως αεροδρόμιο»… Νομίζω πως είναι μία στατιστικώς βάσιμη ένδειξη ότι αυτή η χρήση δεν έχει περάσει ακόμα ως σύμπλοκο στην ΚΝΕ, ακόμα κι αν χρησιμοποιείται από ανθρώπους που μιλούν «σωστά ελληνικά»…

Τελικά, οι γλωσσικοί μου αισθητήρες καλά λειτούργησαν…

Κοτσάτος Β’


Κοτσάτος Β’
(πατήστε το λινκ για να κατεβάσετε το τραγούδι)

Όποια δει τση κουβεδιάζει
και θαρρεί πως με πειράζει.

Ήτον’ η καρδιά μ’ ατσάλι
μά ‘χει καταντήσει χάλι.

Ω καρδιά μου πο’ν’εμπόριες
να μη πιάνεις σταναχώριες.

Ήκαμές με κι ήχασά τα
και παραμιλώ στη στράτα.

Τη καρδιά μου πιτακώνω
να μη σπάσει απ’ τον πόνο.

Άμα θες εσύ θα ‘ιάνει
η καρδιά μου μάνι μάνι.

________________

(από το cd του Απεραθίτικου Συλλόγου
«Σκοποί και τραγούδια από την Απείρανθο της Νάξου»)

Μειονοτικές γλώσσες & γλωσσικές μειονότητες στην Ελλάδα


Αναδρομή στις πολιτικές για τις γλωσσικές μειονότητες και τις μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα

Από το 1830 μέχρι σήμερα, με τη διαδοχική διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας, ορισμένες ομάδες Ελλήνων πολιτών δεν ανταποκρίνονταν απόλυτα στο εθνικό στερεότυπο του ελληνόφωνου χριστιανού ορθόδοξου. Τα οφέλη που αποκόμισε η Ελλάδα από τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο (1913) αντιστοιχούσαν σε αύξηση 68% της έκτασής της και 78% του πληθυσμού της, το 15% του οποίου ανήκε σε κάθε είδους μειονότητες: σλαβόφωνοι, τουρκόφωνοι και αλβανόφωνοι, χριστιανοί ή μουσουλμάνοι, Εβραίοι, Βλάχοι, Αρμένιοι και Τσιγγάνοι. Μετά τη λήξη των πολεμικών συγκρούσεων, από το 1913 μέχρι το 1922, έγιναν ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας (Συνθήκη του Νεϊγύ- 1919) και με την Τουρκία (Συνθήκη της Λοζάνης- 1923), ενώ με την προσάρτηση της Δ. Θράκης και τη Μικρασιατική Καταστροφή περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες ελληνικής καταγωγής εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και απέκτησαν ελληνική ιθαγένεια. Οι ανταλλαγές συντελέστηκαν ύστερα από πίεση πολιτικοστρατιωτικών γεγονότων, αλλά και την επιθυμία για ριζική επίλυση του μειονοτικού προβλήματος, που είχε δημιουργηθεί για τις βαλκανικές χώρες. Ωστόσο, η εξαίρεση των ελληνορθόδοξων της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου στην Τουρκία κα των μουσουλμάνων στην Ελλάδα δημιούργησε στις δύο γειτονικές χώρες de jure μειονότητες, το καθεστώς των οποίων ρυθμίστηκε με τη Συνθήκη της Λοζάνης. Η Ελλάδα εντάχθηκε έτσι στο διεθνές καθεστώς προστασίας των μειονοτήτων, που τελούσε υπό την κηδεμονία της Κοινωνίας των Εθνών (Τσιτσελίκης & Χριστόπουλος 1997: 427).

Συνέχεια

Πόσοι ομιλητές εγγυώνται τη ζωτικότητα μιας γλώσσας;


Η

ανάλυση μεμονωμένων πολιτισμικών καταστάσεων έχει αποδείξει ότι τα πληθυσμιακά νούμερα, χωρίς να ληφθεί υπόψη το περιβάλλον και να υπάρξει περικειμενοποίηση, είναι ανώφελα στο να αποδώσουν τον ρυθμό υποχώρησης και θανάτου των γλωσσών. Ο Brenzinger (1997: 276) αναφέρει ότι ο αριθμός των ομιλητών δεν είναι ένας αναμφίβολος δείκτης απειλής αντικατάστασης μιας γλώσσας, ωστόσο ένας πολύ σοβαρός δείκτης για την βιωσιμότητα μιας γλώσσας μπορεί να είναι η αναλογία ανάμεσα στον αριθμό των μελών μιας εθνοτικής ομάδας και στον αριθμό των ομιλητών της εθνικής γλώσσας. Ο Yamamoto (1997, στο Crystal 2000: 12) σημειώνει ότι ο αριθμός του πληθυσμού από μόνος του δεν αποτελεί ακριβή ένδειξη για μια γλωσσική κατάσταση.

Συνέχεια