Μειονοτικές γλώσσες & γλωσσικές μειονότητες στην Ελλάδα


Αναδρομή στις πολιτικές για τις γλωσσικές μειονότητες και τις μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα

Από το 1830 μέχρι σήμερα, με τη διαδοχική διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας, ορισμένες ομάδες Ελλήνων πολιτών δεν ανταποκρίνονταν απόλυτα στο εθνικό στερεότυπο του ελληνόφωνου χριστιανού ορθόδοξου. Τα οφέλη που αποκόμισε η Ελλάδα από τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο (1913) αντιστοιχούσαν σε αύξηση 68% της έκτασής της και 78% του πληθυσμού της, το 15% του οποίου ανήκε σε κάθε είδους μειονότητες: σλαβόφωνοι, τουρκόφωνοι και αλβανόφωνοι, χριστιανοί ή μουσουλμάνοι, Εβραίοι, Βλάχοι, Αρμένιοι και Τσιγγάνοι. Μετά τη λήξη των πολεμικών συγκρούσεων, από το 1913 μέχρι το 1922, έγιναν ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας (Συνθήκη του Νεϊγύ- 1919) και με την Τουρκία (Συνθήκη της Λοζάνης- 1923), ενώ με την προσάρτηση της Δ. Θράκης και τη Μικρασιατική Καταστροφή περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες ελληνικής καταγωγής εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και απέκτησαν ελληνική ιθαγένεια. Οι ανταλλαγές συντελέστηκαν ύστερα από πίεση πολιτικοστρατιωτικών γεγονότων, αλλά και την επιθυμία για ριζική επίλυση του μειονοτικού προβλήματος, που είχε δημιουργηθεί για τις βαλκανικές χώρες. Ωστόσο, η εξαίρεση των ελληνορθόδοξων της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου στην Τουρκία κα των μουσουλμάνων στην Ελλάδα δημιούργησε στις δύο γειτονικές χώρες de jure μειονότητες, το καθεστώς των οποίων ρυθμίστηκε με τη Συνθήκη της Λοζάνης. Η Ελλάδα εντάχθηκε έτσι στο διεθνές καθεστώς προστασίας των μειονοτήτων, που τελούσε υπό την κηδεμονία της Κοινωνίας των Εθνών (Τσιτσελίκης & Χριστόπουλος 1997: 427).

Παρ’ όλες τις προθέσεις των ελληνικών κυβερνήσεων για τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεών τους, δεν ήταν λίγες οι φορές που παρατηρήθηκαν οργανωμένες προσπάθειες γλωσσικής αφομοίωσης μη ελληνόφωνων πληθυσμών, καθώς και εχθρική συμπεριφορά απέναντί τους. Ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ελληνικό κράτος απέφευγε τη διενέργεια καταγραφής των μειονοτικών γλωσσών μέσα από το ερωτηματολόγιο της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας. Η μέχρι τότε de facto αναγνώριση της ύπαρξης μειονοτικών γλωσσών έπαψε και η ελληνική πολιτική προσανατολίστηκε επίμονα στη στείρα de jure αναγνώριση του θρησκευτικού χαρακτήρα της μειονότητας της ελληνικής Θράκης (Τσιτσελίκης 1997: 787).

Στο ελληνικό κράτος από το 1920 και μετέπειτα, η χρήση γλώσσας εκτός από την ελληνική ποτέ δεν ξεπέρασε το 10% του συνόλου των Ελλήνων πολιτών. Στη βόρεια Ελλάδα, ωστόσο, η αλλοφωνία υπήρξε ιδιαίτερα αισθητή, λόγω κυρίως της εγκατάστασης δεκάδων χιλιάδων τουρκόφωνων χριστιανών, αλλά και αρμενίων προσφύγων (Τσιτσελίκης 2001: 142). Το καθεστώς προστασίας των μειονοτικών γλωσσών κατά τη δεκαετία 1925-1935 πήγαζε από τη Συνθήκη των Σεβρών σχετικά με την προστασία των μειονοτήτων στην Ελλάδα, κυρίως για τους μουσουλμάνους. Ο Ε. Βενιζέλος είχε θέσει τα πολιτικά θεμέλια του καθεστώτος προστασίας των μειονοτήτων στην Κοινωνία των Εθνών, προβλέποντας εκπαιδευτική και εκκλησιαστική αυτονομία για τους Βλάχους της Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας, με τη συνδρομή της ρουμανικής κυβέρνησης. Προσπάθεια άσκησης γλωσσικής πολιτικής σχετικά με τις μειονοτικές γλώσσες συντελέστηκε και με την απόπειρα εισαγωγής της σλαβομακεδονικής σε σχολεία σλαβόφωνων περιοχών την περίοδο του Μεσοπολέμου, καθώς και με τη σύνταξη του Abecedar, του πρώτου εγχειριδίου της γλώσσας, το οποίο ωστόσο δεν είχε επιτυχή κατάληξη ύστερα από αντιδράσεις από την εσωτερική πολιτική σκηνή και με εμπλοκή άλλων βαλκανικών κρατών.

Η μεταξική δικτατορία και η κατοχή άλλαξαν άρδην το σκηνικό και η γλωσσική ετερότητα έγινε αντικείμενο διώξεων. Στις τελευταίες δεκαετίες η πολιτιστική και γλωσσική αφομοίωση των μη ελληνόφωνων, συνηθέστερα δίγλωσσων ομάδων, συνέτεινε στη μείωση του ποσοστού παρουσίας τους σε επίπεδα χαμηλότερα του 4% (Τσιτσελίκης & Χριστόπουλος 1997: 433).

Το 1949, έκθεση του Γραφείου Πληροφόρησης της Ελληνικής Πρεσβείας στο Λονδίνο αναφέρεται στις γλωσσικές μειονότητες που υπάρχουν στην Ελλάδα και μάλιστα τις προσδιορίζει συνοπτικά: οι Τούρκοι της Δ. Θράκης, οι Πομάκοι της Δ. Θράκης, οι σλαβόφωνοι της Δ. Μακεδονίας, οι Κουτσόβλαχοι, οι Αρμένιοι και οι Ισπανόφωνοι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Στον κατάλογο δεν αναφέρονται οι Αρβανίτες, αν και στο ίδιο κείμενο τα αρβανίτικα περιλαμβάνονται στις γλώσσες των μειονοτικών ομάδων. Η αφομοίωση που συντελέστηκε τα επόμενα χρόνια, η οικονομική αναδιάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας, η μετανάστευση, η επίδραση των μέσων μαζικής ενημέρωσης και ο αποκλεισμός της προβολής από τα τελευταία κάθε πολιτισμικού στοιχείου των μειονοτικών ομάδων επέφεραν τη μείωση όχι μόνο των χρηστών των μειονοτικών γλωσσών, αλλά και την αλλοίωση των συλλογικών δεσμών που συμβάλλουν στη συνοχή των αντίστοιχων ομάδων. Τέσσερις από τις γλωσσικές μειονότητες κατά την περίοδο λήξης του εμφυλίου πολέμου δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις του ορισμού[1], όπως π.χ. οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι, για λόγους που αφορούσαν την κοινωνική τους ένταξη και την εξάλειψη του παράγοντα της κοινωνικής μειονεξίας, καθώς και οι Αρβανίτες και οι Βλάχοι, γιατί η γλώσσα τους σε σημαντικό ποσοστό δεν μεταδιδόταν πλέον στις νεότερες γενιές και κυρίως έπαψαν να εκδηλώνουν κοινή συλλογική συνείδηση του μειονοτικού χαρακτήρα της ομάδας τους, άρα και να διεκδικούν την προστασία της ταυτότητάς τους (Τσιτσελίκης & Χριστόπουλος 1997: 442-443).

Οι μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα

Σύμφωνα με τον Τσιτσελίκη (2001: 143), η απαρίθμηση και ο εντοπισμός των γλωσσών που ομιλούνται ή αποτελούν μητρική γλώσσα ορισμένων ομάδων στην Ελλάδα είναι δύσκολο να γίνει αντικείμενο μετρήσεων με ακρίβεια. Οι γλώσσες που αναφέρονται σε μελέτες και σε στατιστικές του 1928, 1940 και 1951, πέρα από την ελληνική (όπου γινόταν το ερώτημα σχετικά με τη γλώσσα) είναι οι εξής: η Αθιγγανική/ ρομανές, η Αλβανική, η Αρμενική, η Βουλγαρική ή πομακική, η Εβραϊκή Ισπανική-εβραϊκή, η Κουτσοβλαχική και η Μακεδονοσλαβική.

Στην Ελλάδα σήμερα δεν υπάρχει θεσμοθετημένη νομική προστασία καμιάς άλλης γλώσσας από τις παραπάνω, εκτός από την τουρκική στον χώρο της Θράκης, σύμφωνα με το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο των διατάξεων της Συνθήκης της Λοζάνης, που κατοχυρώνουν εκπαιδευτικά δικαιώματα για τους μουσουλμάνους στη μητρική τους γλώσσα (Τσιτσελίκης 2001: 144). Ύστερα όμως από μακροχρόνια αδράνεια, η Ελλάδα τώρα δείχνει ενδιαφέρον να ευθυγραμμιστεί με το διεθνές νομικοπολιτικό περιβάλλον που αντιλαμβάνεται την προαγωγή των μειονοτικών γλωσσών ως βασικό παράγοντα αποδοχής ενός κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού μέσα από τον σεβασμό της ετερότητας. Η εισαγωγή στην ελληνική έννομη τάξη δεσμευτικών διατάξεων προστασίας της γλωσσικής διαφοράς έγινε μόνο πολύ πρόσφατα. Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα προβλέπει τη μη στέρηση του δικαιώματος στη χρήση της μειονοτικής γλώσσας (άρθρο 27), ενώ αντίστοιχη διάταξη υπάρχει και στη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (άρθρο 30). Η υπογραφή και αναμενόμενη επικύρωση της Σύμβασης-πλαισίου για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων ίσως δώσει νέα ώθηση στη σχετική συζήτηση (Τσιτσελίκης 2001: 145).

Σήμερα στην ελληνική επικράτεια χρησιμοποιούνται οκτώ τουλάχιστον μειονοτικές γλώσσες, οι οποίες έχουν σχέση abstand με την ελληνική [2] (Μπασλής 2000: 85).

meionotikes.gif

Κοινός παρονομαστής για τις περισσότερες από αυτές είναι ο στιγματισμός και η υποτίμησή τους, καθώς και ο αποκλεισμός τους από την εκπαίδευση. Σύμφωνα με τους Αρχάκη & Κονδύλη (2002: 114), ο λόγος αποκλεισμού των μειονοτικών γλωσσών είναι προφανώς η διαφύλαξη της ελληνικής γλωσσικής και πολιτισμικής καθαρότητας.

Θα πρέπει να σημειώσουμε σ’ αυτό το σημείο ότι ο Trudgill (1992: 178) θεωρεί πως η Ποντιακή διάλεκτος, αν εκλαμβανόταν ως ξεχωριστή γλώσσα, λόγω της απομόνωσής της από την Ελληνική με την έλευση των τουρκόφωνων στα μεσαιωνικά χρόνια, θα βρισκόταν σε Αusbau σχέση[2] με αυτή. Οι ομιλητές της ποντιακής είναι εθνικά και πολιτισμικά Έλληνες και θεωρούν πως μιλούν μια ελληνική διάλεκτο. Η Ποντιακή όμως, σύμφωνα με τον ίδιο μελετητή, βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό σε Abstand σχέση με την ελληνική, ώστε αν ήταν επιθυμητό από κάποιους θα μπορούσε ν’ αποκτήσει Ausbau γλωσσικό καθεστώς, καθώς οι Έλληνες πολύ δύσκολα καταλαβαίνουν τα Ποντιακά, λόγω της μακράς απόστασης που έχουν τα τελευταία από την ελληνική, της συνακόλουθης ανεξάρτητης ανάπτυξης και της επιρροής τους από τα τουρκικά. Οι θεωρούμενες ωστόσο διάλεκτοι της ελληνικής, σύμφωνα με τους διαλεκτολόγους και με την αυστηρή έννοια του όρου, περιλαμβάνουν την Ποντιακή, την Καππαδοκική και την Grico, τα ελληνικά δηλαδή της Κάτω Ιταλίας.

Χαρακτηριστικό είναι ότι οι μειονοτικές γλώσσες που απαντώνται στην Ελλάδα εμπλέκονται με τις διμερείς σχέσεις της με τα γειτονικά κράτη. Τα τελευταία χειρίζονται με διαφορετικό τρόπο την ύπαρξη των γλωσσών αυτών- κι αυτό σχετίζεται με την εσωτερική και εξωτερική πολιτική τους, πράγμα που επιδρά ρυθμιστικά στην προαγωγή ή συνηθέστερα στη συρρίκνωσή τους (Τσιτσελίκης 1997: 788).

_______________________

Σημειώσεις

  • Ο Allardt (στην Κωστούλα-Μακράκη 2001: 41) παραθέτει τέσσερα κριτήρια που χαρακτηρίζουν τις γλωσσικές μειονότητες: α) την αυτο-κατηγοριοποίηση, τον αυτοπροσδιορισμό της δηλαδή ως τέτοιας, β) την κοινή καταγωγή των ομιλητών της εν λόγω γλώσσας, γ) τα ιδιαίτερα γλωσσικά, πολιτισμικά ή ιστορικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με τη γλώσσα και δ) την κοινωνική οργάνωση της διεπίδρασης των γλωσσικών ομάδων κατά τέτοιο τρόπο ώστε η ομάδα να τοποθετείται σε μειονοτική θέση.
  • Οι μειονοτικές ή μη γλώσσες σε σύγκριση με τις γειτνιάζουσες αυτών γλώσσες διακρίνονται σε γλώσσες απόκλισης [Abstand] και σε γλώσσες σύγκλισης [Ausbau] (Σελλά-Μάζη 1997: 364). Οι γλώσσες απόκλισης [Abstand] είναι εκείνες που δικαιωματικά θεωρούνται γλώσσες και όχι διάλεκτοι, χάρη στα πολύ διαφορετικά τους γλωσσικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με όλες τις άλλες γλώσσες (π.χ. τα βασκικά). Οι γλώσσες σύγκλισης [Ausbau] είναι εκείνες οι γλωσσικές ποικιλίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως γλώσσες παρά ως διάλεκτοι όχι χάρη στα ίδια γλωσσικά χαρακτηριστικά τους αλλά χάρη σε συγκεκριμένα κοινωνικά, πολιτιστικά και πολιτικά χαρακτηριστικά, τα οποία συνήθως συνέχονται με τις έννοιες αυτονομία και τυποποίηση. Σ’ αυτήν την κατηγορία υπάγεται η πλειονότητα των ευρωπαϊκών γλωσσών.
  • Βιβλιογραφία

  • Αρχάκης, Α. & Κονδύλη, Μ. 2002. Εισαγωγή σε ζητήματα κοινωνιογλωσσολογίας. Αθήνα: Εκδόσεις Νήσος.
  • Κωστούλα-Μακράκη Ν. 2001. Γλώσσα και κοινωνία. Βασικές έννοιες. Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο.
  • Μπασλής, Γ. 2000. Κοινωνιογλωσσολογία. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.
  • Σελλά-Μάζη Ε., 1997. Διγλωσσία και ολιγότερο ομιλούμενες γλώσσες στην Ελλάδα. Στο: Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα, Μια συμβολή των κοινωνικών επιστημών (επιμ. Κ. Τσιτσελίκης και Δ. Χριστόπουλος). Αθήνα: ΚΕΜΟ & Εκδόσεις Κριτική ΑΕ, σ. 351-413.
  • Trudgill, P. 1992. The Ausbau sociolinguistics of Greece. Sociolinguistique du grec et de la Grèce. Στο: Plurilinguismes (4/ Juin). Centre d’ Etudes et de Recherches en Planification Linguistique, σελ. 167-191.
  • Τσιτσελίκης, Κ. 1997. Η αντιμετώπιση των μειονοτικών γλωσσών στην Ελλάδα και το ευρωπαϊκό νομικό περιβάλλον στα πρόθυρα του 21ου αιώνα. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου. «Ισχυρές» και «ασθενείς» γλώσσες στην Ευρωπαϊκή ένωση: Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού (επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης). Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, σελ 785-793.
  • Τσιτσελίκης, Κ. 2001. Μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα. Εγκυκλοπαιδικός οδηγός για τη γλώσσα (επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης, σε συνεργασία με τη Μ. Θεοδωροπούλου). Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, σ. 142-145.
  • Τσιτσελίκης, Κ. & Χριστόπουλος, Δ. 1997. Ο εντοπισμός του μειονοτικού φαινομένου στην Ελλάδα από τη νομική επιστήμη και το δίκαιο. Στο: Το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα, Μια συμβολή των κοινωνικών επιστημών (επιμ. Κ. Τσιτσελίκης και Δ. Χριστόπουλος). Αθήνα: ΚΕΜΟ & Εκδόσεις Κριτική ΑΕ, σ. 417-447.
  • Διαβάστε επίσης:
    Το γλωσσικό μωσαϊκό της Ελλάδας. Μια προσέγγιση των μειονοτικών γλωσσών στον Ελλαδικό χώρο

    Advertisements

    16 thoughts on “Μειονοτικές γλώσσες & γλωσσικές μειονότητες στην Ελλάδα

    1. Τελειώνοντας το άρθρο, Παντογνώστρα Φωτεινή, σημειώνεις πολύ εύστοχα ότι: «οι μειονοτικές γλώσσες που απαντώνται στην Ελλάδα εμπλέκονται με τις διμερείς σχέσεις της με τα γειτονικά κράτη». Αν θελήσουμε να το επεκτείνουμε πέρα από το σπίτι μας θα δούμε ότι παρόμοια τακτική ακολουθούν και τα υπόλοιπα σπίτια στη βαλκανική γειτονιά μας. Πρόσφατα επισκέφτηκε τα Σκόπια ο πρόεδρος της Βουλγαρίας ακολουθούμενος από μεταφραστή ο οποίος στην ουσία επαναλάμβανε όσα έλεγε ο πρόεδρος.
      Μα και στην ευρωπαϊκή γειτονιά τα ίδια γίνονται. Στο blog του Καπλάνι διαβάζουμε: «…οι Βέλγοι, Φλαμανδοί και Γαλλόφωνοι, φαίνεται πως βαρέθηκαν να συγκατοικούν στην ίδια πόλη και στην ίδια χώρα και σκέφτονται σοβαρά να χωρίσουν. Οι Φλαμανδοί, ειδικά, το έχουν πάρει πολύ πατριωτικά το θέμα. Έχουν αρχίσει ήδη, στις επαρχίες τους, να απαγορεύουν τα γαλλικά σχολεία και τις επιγραφές στα γαλλικά στις πινακίδες. Επιπλέον, αλλάζουν τα τοπωνύμια διαφόρων πόλεων και χωριών.»

      Ακριβώς τα ίδια με τους Φλαμανδούς κάναμε κι εμείς, με τελευταίο «διορθωτή» τον αείμνηστο Γ. Ιωάννου.

      Στις μειονοτικές γλώσσες να προσθέσουμε και τις γλώσσες των μεταναστών. Δεν είναι ασήμαντο γεγονός ότι αυτή τη στιγμή ζουν και μιλούν ανάμεσά μας χιλιάδες Αλβανών, Γεωργιανών κλπ.

      Τέλος, σχετικά με την τωρινή στάση της ελληνικής πολιτείας απέναντι στη γλώσσα των μειονοτήτων να είμαστε λίγο επιφυλακτικοί. Από τη μια γιατί δεν έκανε ουσιαστικά τίποτε εδώ και 15-17 χρόνια (από τότε που άνοιξαν τα σύνορα με την Αλβανία) έξω από ένα δυο πολυπολιτισμικά σχολεία σε κάποιες μεγαλουπόλεις· από την άλλη ό,τι έκανε το έκανε απλώς και μόνο γιατί υπήρχαν κάποια διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια. Και οι παραπάνω περιπτώσεις δεν αφορούσαν, βεβαίως, τη φροντίδα των μειονοτικών γλωσσών, αλλά τη βοήθεια στην εκμάθηση της ελληνικής!

      Στόχος του ελληνικού κράτους ήταν και είναι η αφομοίωση των γλωσσικών μειονοτήτων. Κάποτε στις σλαβόφωνες περιοχές γινόταν ακόμη και με νόμους και αστυνομικές διατάξεις. Σήμερα η αφομοίωση γίνεται με την αδιαφορία του κράτους στη στήριξη των μειονοτικών γλωσσών η οποία βοηθιέται από την καταλυτική επίδραση των ΜΜΕ.

      Η καθημερινότητα στα σχολεία δείχνει ότι τα παιδιά των μειονοτήτων, ειδικά αυτά που γεννιούνται στην Ελλάδα, γνωρίζουν τα ελληνικά και αγνοούν τη μητρική τους γλώσσα. Κάποια ανεκτικότητα υπάρχει σ’ εκείνες τις μειονοτικές γλώσσες που προς το παρόν δε θεωρούνται πολιτικά επικίνδυνες, π.χ. Βλάχικα. Αν κάποια στιγμή αλλάξουν τα πράγματα (κι απ’ ότι φαίνεται δε θ’ αργήσει να ‘ρθει αυτή η ώρα) τότε θ’ αλλάξει σίγουρα και η στάση του ελληνικού κράτους.

      Εδώ αλλάζουμε την «ιστορία» μας σε μια νύχτα θα κολλήσουμε στις γλώσσες των μειονοτήτων;

    2. Χρήσιμο το κείμενο!
      Το παρακάτω απόσπασμα νομίζω ότι θα έπρεπε να γραφεί αλλιώς:

      1)Όπως αναγράφεται:
      «Η Ποντιακή όμως, σύμφωνα με τον ίδιο μελετητή, βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό σε Abstand σχέση με την ελληνική, ώστε αν ήταν επιθυμητό από κάποιους θα μπορούσε ν’ αποκτήσει Ausbau γλωσσικό καθεστώς, καθώς οι Έλληνες πολύ δύσκολα καταλαβαίνουν τα Ποντιακά…»

      2) Όπως θάπρεπε να γραφτεί:
      «Η Ποντιακή όμως, σύμφωνα με τον ίδιο μελετητή, βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό σε Abstand σχέση με τη δημοτική (ή τη νεοελληνική), ώστε αν ήταν επιθυμητό από κάποιους θα μπορούσε ν’ αποκτήσει Ausbau γλωσσικό καθεστώς, καθώς οι Ελλαδικοί πολύ δύσκολα καταλαβαίνουν τα Ποντιακά…»

      ———————
      Η απόκλιση από την ορθή διατύπωση συμβαίνει γιατί στο χώρο της νεοελληνικής γλωσσολογίας έχει κυριαρχήσει το ιδεολόγημα της μοναδικής γλωσσικής μορφής κληρονόμου της αλεξανρινής και κατ’ επέκταση της ενιαίας ελληνικής γλώσσας, η οποία όμως ταυτίζεται με τη γλωσσική κατασκευή του εθνικού κράτους….

    3. Επίσης άλλο ένα σχόλιο.

      Υπάρχει ένας ακόμα μύθος γύρω από τα ποντιακά που αποτυπώνεται υποδειγματικά στην παρακάτω φράση: «…καθώς οι Έλληνες πολύ δύσκολα καταλαβαίνουν τα Ποντιακά, λόγω της μακράς απόστασης που έχουν τα τελευταία από την ελληνική, της συνακόλουθης ανεξάρτητης ανάπτυξης και της επιρροής τους από τα τουρκικά.»

      Αν διαβάσετε τη σύγχρονη μαρτυρία (στα ποντιακά)ενός ελληνόφωνου μουσουλμάνου από την Τουρκία στα σχόλια της «Καλύβας του Πάνου» και τη μεταγραφή της στη δημοτική, θα διαπιστώσετε ότι ΣΗΜΕΡΑ (στην εθνικιστική Τουρκία) μια υπό δίωξιν γλώσσα έχει λίγους τουρκισμούς!!!

      Συγγνώμη για την κατάχρηση του χώρου…

      Μ-π

    4. Χαίρομαι που το συγκεκριμένο κείμενο το τιμήσατε με τα σχόλιά σας! Επειδή τις τελευταίες μέρες είχα κάποια τρεξίματα, θα ήθελα απλά να σχολιάσω πάνω στην τελευταία σου τοποθέτηση, M-π, (που παρεπιπτόντως δεν κάνεις κατάχρηση χώρου! Γι’ αυτό είναι τα κείμενα, για να σχολιάζονται και να γίνεται συζήτηση με αφορμή τα ίδια). Πιστεύω πως μέσα στο σαββατοκύριακο θα μπορέσω να σημειώσω κάποια πραγματάκια πάνω στα σχόλιά σου Γιάννη και Μ-π.

      Λοιπόν, στο προκείμενο! Για το σχόλιο 4 ο λόγος… το γεγονός που αναφέρεις μου θύμισε μία ανακοίνωση από το Διεθνές συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας που έγινε στα Γιάννενα τον Σεπτέμβρη. Η παρουσία (ουσιαστικά η απουσία) τουρκισμών στο ιδίωμα της Λέσβου ως ένδειξη «καθαρισμού» του ιδιώματος… ήδη έχω σχολιάσει κάποια πραγματάκια σε παλιότερο ποστ γι’ αυτήν την ενδιαφέρουσα ανακοίνωση.

      >> Κατ’ εμέ, η παρουσία τουρκισμών στην ποντιακή διάλεκτο δεν είναι δείγμα «φθοράς» της. Μάλιστα στο κείμενο, μιλώντας για «επιρροή» δεν την εκλαμβάνω αρνητικά. Είναι αναπόφευκτη, ακόμα και σε ιδανικές συνθήκες και ιδανικά περιβάλλοντα επαφής των γλωσσών, η επιρροή. Αυτός ο «καθαρισμός» από τουρκισμούς κάπως με προβληματίζει… γιατί ο «καθαρισμός» δεν είναι προϊόν εξέλιξης της γλώσσας, αλλά έχει συγκεκριμένη πρόθεση. Βέβαια, στη προκειμένη περίπτωση, κατανοώ την πρόθεση που υπάρχει και σίγουρα είναι διαφορετική από άλλες περιπτώσεις. Δεν παύει όμως να μιλάμε για αφαίρεση γλωσσικών στοιχείων που έχουν εισαχθεί στο σύστημα; Ίσως να κάνω και λάθος…

      >> Στην περίπτωση της ποντιακής δεν έχουμε απλά μία γλώσσα υπό διωγμόν, μιλάμε για ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό σύστημα υπό διωγμόν, μέσα στο οποίο εντάσσεται και η γλώσσα. Φαντάζομαι συμφωνούμε σ’ αυτό.

    5. «Στην περίπτωση της ποντιακής δεν έχουμε απλά μία γλώσσα υπό διωγμόν, μιλάμε για ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό σύστημα υπό διωγμόν, μέσα στο οποίο εντάσσεται και η γλώσσα.»

      Ενδιαφέρουσα προσέγγιση.
      Χρήζει ιδιαίτερης ανάλυσης!

      Πιστεύεις ότι υπάρχει διαφορά της μεταχείρισης(από την κρατική πολιτική) μεταξύ της ποντιακής και της τσακώνικης, για παράδειγμα;

      Υπάρχει διαφοροποίηση της πολιτικής σε σχέση με τις μη ελληνικές γλώσσες που μιλιούνται στην Ελλάδα, ή οτιδήποτε αποκλίνει από τον κατασκευασμένο μέσο όρο είναι απόβλητο;

      Μακάρι να ‘χεις το χρόνο να γράψεις περισσότερα

      Μ-π

      —————-
      Τον όρο «ελληνική γλώσσα» τον χρησιμοποιώ ευρύτερα, θεωρώντας ότι υπάρχουν περισσότερες της μιας. Ανεξάρτητα από το ποια είναι η επικρατούσα στην εδαφική επικράτεια της Ελλάδας και στα σχήματα των γλωσσολόγων μας.

    6. > Αυτός ο “καθαρισμός” από τουρκισμούς κάπως με προβληματίζει… γιατί ο “καθαρισμός” δεν είναι προϊόν εξέλιξης της γλώσσας, αλλά έχει συγκεκριμένη πρόθεση.

      Καταλαβαίνω πώς το εννοείς αυτό, αλλά ακόμα και εκούσιες (για πολιτικούς και ιδεολογικούς λόγους) επεμβάσεις στη γλώσσα μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο στη γλωσσική αλλαγή. Τα ελληνικά π.χ. θα ήταν αρκετά διαφορετική γλώσσα σήμερα (ιδίως στο επίπεδο του λεξιλογίου) χωρίς την επίδραση της καθαρεύουσας. Αλλά κι αν ακόμη δεχθούμε ότι αυτό δεν αποτέλεσε φυσική εξέλιξη, τα αποτελέσματά της παραμένουν και δεν εκλαμβάνονται από τους σύγχρονους ομιλητές ως «αφύσικα» (εκτός, βέβαια, από τις περιπτώσεις που έχουν αποδειχθεί αναφομοίωτα ή δυσαφομοίωτα).

      Και αντίστροφα: Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως απολύτως «φυσικά» τα παράγωγα της επιρροής που ασκεί μια ξένη γλώσσα; Κρίνοντας σήμερα από τα αγγλικά, βλέπουμε αρκετές αναμενόμενες και δικαιολογημένες τέτοιες περιπτώσεις, αλλά και περιπτώσεις όπου η συχνή επιλογή αγγλικών λέξεων φανερώνει συμπλέγματα, ξενομανία, τάσεις επίδειξης – δεν είναι, δηλαδή, τόσο φυσική και αυθόρμητη.

      Τέλος πάντων, επειδή σχολίασα σχόλιό σου και όχι το -εξαιρετικό- αρχικό σημείωμα, καλύτερα να το κόψω εδώ. 😉

    7. >> hominid,

      έχεις δίκιο! Ίσως εξέλαβα τη γλωσσική αλλαγή ως μία διαδικασία, η οποία δεν ελέγχεται από εξωτερικές, οργανωμένες ή ατομικές, παρεμβάσεις και δεν το διεύρυνα καθόλου. Περισσότερο ήθελα να τονίσω την πρόθεση των ομιλητών, την άμυνά τους απέναντι στην απειλή της ταυτότητάς τους και πώς η γλώσσα εντάσσεται σ’ αυτό.

    8. >> Γιάννη,

      Στις μειονοτικές γλώσσες να προσθέσουμε και τις γλώσσες των μεταναστών. Δεν είναι ασήμαντο γεγονός ότι αυτή τη στιγμή ζουν και μιλούν ανάμεσά μας χιλιάδες Αλβανών, Γεωργιανών κλπ.

      Απ’ όσο ξέρω, σχετικά με τη χρήση των μειονοτικών γλωσσών από πολίτες του κράτους, έχει τεθεί το καίριο ζήτημα υπαγωγής των γλωσσών που χρησιμοποιούνται από οικονομικούς μετανάστες στις ευρωπαϊκές χώρες υποδοχής. Ωστόσο, για τον ελλαδικό χώρο δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου κάτι πιο απτό για το συγκεκριμένο ζήτημα. Αν λάβουμε ωστόσο υπόψη το γεγονός της απουσίας οποιασδήποτε γλωσσικής πολιτικής για τις υπάρχουσες μειονοτικές γλώσσες, φαντάζομαι πως θ’ αργήσει να γίνει κάτι τέτοιο για τις μειονότητες που ζουν εδώ.

      Τέλος, σχετικά με την τωρινή στάση της ελληνικής πολιτείας απέναντι στη γλώσσα των μειονοτήτων να είμαστε λίγο επιφυλακτικοί.

      Όχι απλά επιφυλακτικοί… Συμφωνώ μαζί σου πάνω στο τι έχει κάνει η ελληνική πολιτεία για τις μειονοτικές γλώσσες και υπό ποίο πλαίσιο… Αυτά που περιγράφεις εντάσσονται στη γενικότερη στάση και πολιτική που ακολουθείται όχι μόνο σε θέματα παιδείας…

      Στόχος του ελληνικού κράτους ήταν και είναι η αφομοίωση των γλωσσικών μειονοτήτων. Κάποτε στις σλαβόφωνες περιοχές γινόταν ακόμη και με νόμους και αστυνομικές διατάξεις. Σήμερα η αφομοίωση γίνεται με την αδιαφορία του κράτους στη στήριξη των μειονοτικών γλωσσών η οποία βοηθιέται από την καταλυτική επίδραση των ΜΜΕ.

      Ακριβώς έτσι είναι, αν και δεν ξέρω κατά πόσο αυτή η αδιαφορία δεν είναι ηθελημένη… Στο αρχικό μου κείμενο έκανα το λάθος να αφιερώσω απλά 4 γραμμές για ένα σημείο, για το οποίο πρέπει ν’ αποτελέσει από μόνο του θέμα άρθρου, αν όχι βιβλίου…

      Η καθημερινότητα στα σχολεία δείχνει ότι τα παιδιά των μειονοτήτων, ειδικά αυτά που γεννιούνται στην Ελλάδα, γνωρίζουν τα ελληνικά και αγνοούν τη μητρική τους γλώσσα.

      Τον Δεκέμβρη του 2006, είχε πραγματοποιηθεί το συνέδριο για τα δέκα χρόνια από την ίδρυση του Κ.Ε.Μ.Ο. με τίτλο: «Διεπιστημονικές προσεγγίσεις του μειονοτικού και μεταναστευτικού φαινομένου: η ελληνική συγκυρία μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου». Το συγκεκριμένο σχόλιό σου μου θύμισε την ανακοίνωση της Α. Σιώτου, η οποία μίλησε για «Νεανικούς λόγους μεταναστών: περιπτώσεις Αλβανών και Βουλγάρων», όπου παρατήρησε ακριβώς αυτά που λες, την απαξίωση της μητρικής γλώσσας από τα παιδιά των μειονοτήτων, μία πλήρη αρνητική στάση που ίσως να οφείλεται πρωτίστως σε κίνητρα ενσωμάτωσης και ταύτισης με τα μέλη της ελληνόφωνης πλειοψηφίας (χωρίς ν’ αποκλείονται και οι εργαλειακές ανάγκες).

    9. Να ρωτήσω κάτι που δεν το ξέρω?

      Υπάρχει σλαβομακεδονική διάλεκτος ή γλώσσα? Κι αν ναι σε τι διαφέρει από την κυρίως σλαβική?

    10. >> s_pablo,

      μπορώ να σε παραπέμψω σε ένα πιο παλιό κείμενο που είχα περάσει στο μπλογκ, με τίτλο: «Το γλωσσικό μωσαϊκό της Ελλάδας. Μια προσέγγιση των μειονοτικών γλωσσών στον Ελλαδικό χώρο». Σου συμπυκνώνω εδώ κάποια πράγματα που αφορούν τα σλαβομακεδονικά, απαντώντας έτσι και στην ερώτησή σου.

      Τα σλαβομακεδονικά (εναλλάσσονται επίσης και με τον όρο σλαβικά) θεωρούνται μία από τις 8 -επίσημα αναγνωρισμένες- μειονοτικές γλώσσες εντός ελλαδικού χώρου. Εντάσσονται στο νοτιοδυτικό άκρο του νοτιοσλαβικού γλωσσικού συνεχούς. Είναι η γλώσσα των κατοίκων των συνοριακών νομών της Δυτικής Μακεδονίας, αλλά και επίσημη γλώσσα του κράτους της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (Σκοπίων).

      Μέχρι πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ιδιώματα της περιοχής της Μοναστηρίου θεωρούνταν διάλεκτοι της Βουλγαρικής και της Σερβικής. Μετά τη δημιουργία της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Μακεδονίας ανακηρύχθηκαν σε αυτόνομη γλώσσα και καλλιεργήθηκαν, ώστε να διαφοροποιηθούν από τη Σερβική και τη Βουλγαρική γλώσσα, μάλιστα χρησιμοποίησαν την ονομασία «μακεδονική γλώσσα», προκειμένου να εκφράσουν λεκτικά αυτή τη διαφοροποίηση. Ουσιαστικά όμως η σλαβομακεδονική βρίσκεται σε ausbau στάτους με τη σερβική και τη βουλγαρική, δηλαδή χαρακτηρίζεται ως γλώσσα, λόγω συγκεκριμένων κοινωνικοπολιτικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών και όχι βάσει των γλωσσικών της στοιχείων.

    11. τα λεγομενα σλαβομακεδονικα ειναι μια διαλεκτος της βουλγαρικης γλωσσας.
      Μαλον για να το πω σωστοτερα ειναι αρκετες διαλεκτοι της βουλγαρικης.
      Στην Γιουγκοσλαβια ειχε γινει μια μεγαλη προσπαθεια να καθαριστει απο βουλγαρικα στοιχεια η γλωσσα αυτην και να προσεγγισει την Σερβικη γλωσσα.
      Ετσι γεννηθηκε μια νεα παραλλαγη η οποια ειναι σημερα η επισημη γλωσσα της ΠΓΔΜ και η οποια ειναι αυτην που αν ανατρεξεις σε επιλογη γλωσσας σε οποιοδηποτε λειτουργικο ονομαζεται μακεδονικη.
      Η προσπαθεια αυτην των Σερβων να κατασκευασουν μια λιγοτερο βουλγαρικη διαλεκτο ειχε και πολιτικα κινητρα
      αφου το δογμα που ακολουθουσαν ηταν οτι οι «Μακεδονες» ειναι ενα ξεχωριστο εθνος απο τους Βουλγαρους, ολα αυτα μετα το 1949.

      Στην δυτικη Μακεδονια οπου μιλιουνται οι διαφορες αυτες σλαβογεννης διαλεκτοι ονομαζονται απο τους ομιλητες τους αλλα ακι απο τους ντοπιους ελληνοφωνους ως βουλγάρικα.
      Βεβαια και η ελληνικη πλευρα στις αρχες του 20ου αιωνα προσπαθησε να αποδειξει οτι οι διαλεκτοι αυτοι ειναι ελληνικες σλαβοφανεις και οχι σλαβικες.
      Και ετσι και η Ελλαδα συνετηνε στο να κατασκευαστει μια πλαστη διαφοροποιηση μεταξυ του Βουλγαρικου στοιχειου ωστε να μεταλλαχθει αυτο σε μακεδονικο και να προσεταιριστει απο την Ελλαδα ως ελληνικο βαση της αρχαιας ιστοριας.

      Κατι που οπως ειδαμε στη συνεχεια αποτελεσε μπουμεραγκ τα επομενα 40 χρονια αφου αναπτυχθηκε το δογμα οτι οι αρχαιοι Μακεδονες δεν ηταν Ελληνες αλλα Σλαβοι.
      Το δογμα αυτο κατασκευαστηκε ακριβως για να απομακρυνει τους ανθρωπους αυτους απο την ελληνικη πολιτιστικη επιροη. Αλλα κυριως να τους εμφισησει την ιδεα της αυτοχθωνιας της διαφορης ομως με τον ελληνισμο.
      Η μη ελληνικη αυτοχθωνια στην νοτια βαλκανικη ειναι κατι το καινουριο ως ιδεα.

    12. >>seleykos
      Μια παρατήρηση καλόπιστα και φιλικά. Μήπως θάπρεπε να βελτιώσεις λίγο την ορθογραφία σοο; Αυτά τα «μαλον» «αυτοχθωνία» «σλαβογεννης» κ.λπ.βγάζουν μάτι.
      Κατά τα άλλα το κείμενό σου σηκώνει πολύ συζήτηση.

      • χεχεχε κι εγώ αυτο παρατηρούσα όσο διάβαζα το άρθρο. [αλλά οκ. όταν γράφει κανείς μπορεί να κάνει λάθη (που αν τα ξαναδιάβαζε αργοτερα μπορεί να φρίκαρε κι ο ίδιος) ασυναίσθητα ή αφηρημένα ]

    13. Απο ποτε οι Βουλγαροι θεωρουνται Σλαβοι.Κακως αναφαιρεται Βουλγαρικη γλωσσα.Οι Βουλγαροι οποια γλωσσα ειχαν την εχασαν-ξεχασαν.Ποια γλωσσα ασπασθηκαν και γιατι, καλα ειναι να ασχοληθουν ΕΙΔΙΚΟΙ. Ας αποφασισει καποιος να ασχοληθει ΣΟΒΑΡΑ και ΥΠΕΥΘΥΝΑ με τους ΑΛΛΟΓΛΩΣΣΟΥΣ της Β.Ελλαδος[δεν μου αρεσει το ΣΛΑΒΟΙ-ΣΛΑΒΟΜΑΚΕΔΟΝΕΣ -ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ] χωρις φοβο και προκαταληψη.Προπαντως δεν πρεπει να τους κατηγορει κανενας ΕΛΑΦΡ ΤΗ ΚΑΡΔΙΑ οτι ειναι φιλικα προσκειμενοι προς την FYROM αφου ΟΛΟΙ εχουν τους συγγενεις τους εκει οι οποιοι βρεθηκαν εκει υστερα απο παροτρυνσεις και υποσχεσεις ΥΠΟΠΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ[Εμφυλιος ,επισημες θεσεις ΚΚΕ κ.λ.π] Ευχαριστω για την φιλοξενεια

    Σχολιάστε

    Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

    Λογότυπο WordPress.com

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

    Φωτογραφία Twitter

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

    Φωτογραφία Facebook

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

    Φωτογραφία Google+

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

    Σύνδεση με %s