Ο Παλιός… ήτο αλλιώς


[…] Η μάνα dου είχε γεννήσει κι ο Παλιός ήτονε καμιά εικοσαριά χρονώ. Ήτανε βοσκοκόπελο με κάτι βοσκοί ήτονε κει και κάθα που ’ρχουdάνε λοιπόν στο χωριό να ξυριστεί, να πλυθεί, έρχουdαν κάθε μήνα κάθε ενάμισι κάθε ξέρω γω, ήλεε dου Μανώλη, λέει: «Να ’χεις την εφκή μου», λέει, «Μανώλη μου, φέρε μια bροβατίνα ’πα χάμαι να την αρμέω να πίνει», λέει, «το μωρό μια ’υχιά γάλα». Του το ’λεγε, λοιπό, του το ξανάλεγε. Ε, καμιά φορά το θυμήθηκε λοιπόν ο Παλιός. Τον ήξερες dο Παλιό εδώ που δούλευγε; Σκοτώθηκε… […] Εδιάει dη bροβατίνα ο Μανώλης στο σπίτι, μόλις εδιάηκε, λέει: «Βάλε μου ένα bοτήρι νερό», λέει: «Δεν έχω, κάτσε», λέει, «να ’χεις την εφκή μου να πεταχτώ να φέρω». Παίρνει τη λαήνα, λοιπόν, αυτή να πάει να τη ’εμώσει. «Και κούνιε», λέει, «και το μωρό». Εκούνιε ο Μανώλης το μωρό κ’ ήλεε:

«Κοιμήσου, που να κοιμηθείς τον ύπνο του θανάτου
να μη bρολάβεις να το πκιείς το γάλα του προβάτου!» […]

Πληροφορητής: Γιώργος Πολυκρέτης (Μπαροϊώργης)
Η καταγραφή έγινε τον Γενάρη του 2000 στους Αγίους Αναργύρους.
Αρχείο Μαρίας Ξεφτέρη

Advertisements

18 thoughts on “Ο Παλιός… ήτο αλλιώς

  1. «ήρχουντάνε » Πόσο μου αρέσει αυτή η υπέρβαση της τρισυλλαβίας! Την άκουγα από το Σμυρνιό παππού μου, από τις διηγήσεις των προσφύγων στη γειτονιά μου, από τις αφηγήσεις ανθρώπων στην τηλεόραση, την ακούω όλο και πιο συχνά από τη μάνα μου, τώρα που πια μεγάλωσε πολύ κι η αναπνοή της δε φτάνει να βγάλει τη λέξη ολάκερη και τη διπλοτονίζει… Οι μόνοι που δεν ακούν τους τόνους είναι οι μεγαλογλωσσολόγοι, τρομάρα τους…

  2. Όντως, ο δευτερεύων τόνος είναι ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο, το οποίο μέσα στο corpus είναι συχνό. Στα ρήματα δηλαδή που βρίσκονται σε παρωχημένους χρόνους και έχουν τη συγκεκριμένη κατάληξη (σκεύγουντάνε : σκεφτόταν, ποκάθουντάνε : που καθόταν, ίνουντάνε : γινόταν). Φαντάζομαι ότι έπεται του μορφολογικού κανόνα. Σε τέτοιες περίπτωσεις είναι που θαυμάζω το πόσο ευέλικτο είναι το γλωσσικό σύστημα, αλλά κυρίως οι ομιλητές του…

  3. Οι μόνοι που δεν ακούν τους τόνους είναι οι μεγαλογλωσσολόγοι, τρομάρα τους…

    Μεγάλη κουβέντα ανοίγεις, Γιάννη… τί ακούμε και κάνουμε πως δεν ακούμε, τί βλέπουμε και κάνουμε πως δεν βλέπουμε…

  4. Στο συγκεκριμένο ζήτημα της τρισυλλαβίας αντιγράφω από τη «Γραμματική της Νέας Ελληνικής» των Κλαίρη-Μπαμπινιώτη-κλπ, Ελληνικά γράμματα, 2005, σελ. 1051, παρ. 937: «Η θέση του τόνου είναι βασικά ελεύθερη, με τη διαφορά ότι δεν μπορεί να τοποθετηθεί πριν από την προπαραλήγουσα.»
    Τα ίδια έλεγε παλιότερα και ο Τριανταφυλλίδης.
    Αυτό εννοώ όταν λέω μεγαλογλωσσολόγοι.

    Επιπλέον ποιος ευθύνεται που στο σημερινό ελληνικό λύκειο διδάσκεται στην Α΄ τάξη 6 ώρες η αρχαία ελληνική και 2 ώρες η νέα και στη Β’ και Γ’ Γυμνασίου 3 ώρες τα αρχαία και 2 τα νέα;
    Ούτε εγώ ούτε εσύ, Μαρία. Οι παρατρεχάμενοι των υπουργών τα ρυθμίζουν και μάλιστα καμαρώνουν που έφεραν την επανάσταση στην εκπαίδευση. (Ελπίζω να ξέρεις ποιοι ακριβώς είναι)
    Μετά απορούν γιατί οι ελληνόπαιδες δεν τα πάνε καλά στη γλώσσα στους διεθνείς διαγωνισμούς (π.χ. Πίζας) και αποφαίνονται (το γνωστό δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακείαν) ότι ευθύνεται για όλα η λεξιπενία, η εισβολή των ξένων γλωσσών κ.τ.λ. κ.τ.λ.

    Θέλω να πιστεύω ότι έγινα σαφής· αν όχι, εδώ είμαστε…

  5. Γιάννη, στην Κοινή Νέα Ελληνική ο τόνος πράγματι δεν ανεβαίνει πιο πάνω από την προπαραλήγουσα. Ίσως θα έπρεπε, βέβαια, να διευκρινίζεται παρενθετικά ότι αυτό δεν ισχύει πάντα για κάποιες διαλέκτους. Διδακτικά όμως δεν ενδιαφέρουν οι διάλεκτοι, αλλά η πρότυπη γλώσσα.

  6. @ hominid

    Ποιος και πότε καθόρισε ποια είναι η πρότυπη γλώσσα;
    Στην Ελλάδα που προέκυψε μετά την επανάσταση του 21 ποια ήταν η πρότυπη γλώσσα; Να θυμηθούμε το θεατρικό «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου που αποτύπωνε τη γλωσσική κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας εκείνης της περιόδου.
    Εξάλλου, με ελάχιστες περιόδους που είχε καθιερωθεί η δημοτική ως επίσημη γλώσσα, πρότυπη γλώσσα δεν ήταν η καθαρεύουσα; Στην καθαρεύουσα, φυσικά, ισχύει ο νόμος της τρισυλαββίας.
    Επειδή δεν είμαι γλωσσολόγος, πραγματικά θα ήθελα, μια και το έφερε η κουβέντα, να μας πληροφορήσει κάποιος σε ποιες διαλέκτους δεν ισχύει η τρισυλλαβία.

    Και τέλος πάντων σε ποιες περιοχές της Ελλάδας μιλιέται αυτή η πρότυπη γλώσσα. Δυστυχώς, καθιερώνεται εξαιτίας της επιρροής των Μ.Μ.Ε., αλλά μια «Γραμματική», που αποτυπώνει τη γλωσσική πραγματικότητα και δεν έχει «ρυθμιστικό ρόλο» δε θα έπρεπε να ασχολείται με τη γλωσσική πραγματικότητα όλης της Ελλάδας;
    Σε διαφορετική περίπτωση νομιμοποιείται ως επίσημη μια γλώσσα που την καθορίζει ποιος; Ίσως το πάω αρκετά μακριά, αλλά αν διαβάζω σωστά τις επιθυμίες κάποιων, θα ήθελαν πολύ να γυρίσουμε σε μια πιο ελαφριά εκδοχή της καθαρεύουσας… Κάνω λάθος;

  7. Επειδή δεν είμαι γλωσσολόγος, πραγματικά θα ήθελα, μια και το έφερε η κουβέντα, να μας πληροφορήσει κάποιος σε ποιες διαλέκτους δεν ισχύει η τρισυλλαβία.

    Γιάννη, απλά αντιγράφω:

    >> από μελέτη: Οι Νεοελληνικές Διάλεκτοι. Οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα της νέας ελληνικής (Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα)
    Σε ορισμένες περιοχές (Αιτωλία, Θράκη, Λαγκαδάς) έχουμε παραβίαση του νόμου της τρισυλλαβίας της κοινής νέας ελληνικής και τάση για οπισθοχωρητικό τονισμό με αποτέλεσμα ο κύριος τόνος να εμφανίζεται στην τέταρτη πριν τη λήγουσα συλλαβή, π.χ. έφαγαμι (φάγαμε), έπιζαμι (παίζαμε). Σε άλλες περιοχές έχουμε και ανάπτυξη δευτερεύοντος τόνου στην παραλήγουσα, π.χ. έφαγάμι, που σε κάποιες περιοχές (π.χ. δ. Μακεδονία) παραμένει ως ο κύριος τόνος.

    >> από άρθρο: Το γλωσσικό ιδίωμα του Νέου Σουλίου Σερρών
    ‘Ενα ασυνήθιστο γλωσσικό φαινόμενο στο Νέο Σούλι είναι ότι δεν τηρείται ο νόμος της τρισυλλαβίας στον τονισμό. Δηλαδή παρατηρείται τονισμός πέραν της προπαραλήγουσας αλλά μόνο σε ρήματα π.χ. ίφιραμι [=φέραμε], ίξιριμι [=ξέραμε], πήγιναμι [=πηγαίναμε], ήθιλαμι [=θέλαμε] κ.λπ.

    Θα το ψάξω περισσότερο και θα επανέλθω.

    Σχετικά με τα άλλα ζητήματα, περί πρότυπης γλώσσας, επιφυλλάσσομαι ν’ απαντήσω σύντομα (φαντάζομαι!)

  8. Υποθέτω ότι η απάντηση της Μάρως θα είναι, ως συνήθως, ολοκληρωμένη, αλλά θα ήθελα να σχολιάσω κι εγώ τα εξής:

    > Στην Ελλάδα που προέκυψε μετά την επανάσταση του 21 ποια ήταν η πρότυπη γλώσσα; Να θυμηθούμε το θεατρικό “Βαβυλωνία” του Βυζάντιου που αποτύπωνε τη γλωσσική κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας εκείνης της περιόδου.

    Δεν είναι απολύτως ακριβές αυτό. Στην Ελλάδα που προέκυψε αμέσως μετά το ’21 δεν μιλούσαν κρητικά, κυπριακά, χιώτικα κτλ. Η πελοποννησιακή διάλεκτος ήταν εκείνη που σαφώς επικρατούσε – και αυτός είναι, ιστορικά, ο λόγος που αποτέλεσε τη βάση για την κοινή νεοελληνική.

    > Εξάλλου, με ελάχιστες περιόδους που είχε καθιερωθεί η δημοτική ως επίσημη γλώσσα, πρότυπη γλώσσα δεν ήταν η καθαρεύουσα; Στην καθαρεύουσα, φυσικά, ισχύει ο νόμος της τρισυλλαβίας.

    Η καθαρεύουσα θεωρούταν μεν, για κάποιο διάστημα, ως η πρότυπη γλώσσα, αλλά o αρχαιότροπος χαρακτήρας της αποτελούσε ανυπέρβλητο εμπόδιο στο να επικρατήσει πραγματικά ως Νέα Ελληνική. Όσο για την τρισυλλαβία, ισχύει γενικά στα ελληνικά με ορισμένες διαλεκτικές εξαιρέσεις (σχετικές, νομίζω, πάντοτε με τη συλλαβική αύξηση).

    > Και τέλος πάντων σε ποιες περιοχές της Ελλάδας μιλιέται αυτή η πρότυπη γλώσσα. Δυστυχώς, καθιερώνεται εξαιτίας της επιρροής των Μ.Μ.Ε., αλλά μια “Γραμματική”, που αποτυπώνει τη γλωσσική πραγματικότητα και δεν έχει “ρυθμιστικό ρόλο” δε θα έπρεπε να ασχολείται με τη γλωσσική πραγματικότητα όλης της Ελλάδας;

    Τα ΜΜΕ, το εκπαιδευτικό σύστημα, ο διοικητικός μηχανισμός προωθούν την πρότυπη γλώσσα πάνω στην οποία βασίζονται – αλλά αυτό είναι κάτι μάλλον αναπόφευκτο και δεν αποτελεί ελληνικό, ειδικά, φαινόμενο. Από εκεί και πέρα, δεν νομίζω ότι συνιστά ρύθμιση μια περιγραφή που δεν επεκτείνεται σε διαλεκτικά γνωρίσματα. Θα έπρεπε π.χ. μια σχολική γραμματική να αναφέρει ότι ο παρατατικός τού κουνάει είναι κουνούσε, αλλά και εκούνειε (επειδή απαντά αυτός ο τύπος στην Κρήτη ή την Απείρανθο); Θα έπρεπε, με βάση τέτοιες περιπτώσεις, να διδάσκεται ότι η συλλαβική αύξηση μπορεί να διατηρείται ακόμη κι αν δεν τονίζεται; Δεν εννοώ ότι είναι εσφαλμένοι τέτοιοι τύποι, αλλά ότι δεν ανήκουν στην Κοινή Νέα Ελληνική (την οποία μεταχειριζόμαστε κι εμείς σε αυτή τη συζήτηση).

    > Ίσως το πάω αρκετά μακριά, αλλά αν διαβάζω σωστά τις επιθυμίες κάποιων, θα ήθελαν πολύ να γυρίσουμε σε μια πιο ελαφριά εκδοχή της καθαρεύουσας… Κάνω λάθος;

    Είτε κάνεις λάθος, είτε όχι, αυτή είναι μια διαφορετική συζήτηση. 😉

  9. Αυτά τα ηχηρά μπ και ντ στις αρχές των λέξεων που συναντώ και γω στην ιδαίτερη πατρίδα μου τη Μάνη αλλά και στην Κρήτη, πού οφείλονται; Και γιατί και πώς με τα χρόνια οι δίφθογγοι έγιναν φθόγγοι;

  10. @ Μαρία
    Ευχαριστώ για τις πληροφορίες.

    @ hominid
    Στην Ελλάδα του ’21 μιλούσαν πελοποννησιακά, στερεοελλαδίτικα, νησιώτικα, αρβανίτικα και οι διανοούμενοι Φαναριώτες αρχαιοπρεπώς. Γιατί επιλέχτηκε η πελοποννησιακή διάλεκτος; Επιλέχτηκε η πελοποννησιακή ή η καθαρεύουσα. Δε διαφωνώ ότι θα έπρεπε να επιλεγεί μία διάλεκτος, αφού είναι ευνόητο ότι θα πρέπει να υπήρχε μία γλώσσα επίσημη. Όμως, γιατί να οδηγηθούν σε αναγκαστικό μαρασμό και οι άλλες διάλεκτοι; Γιατί δεν προβλέφτηκε η ανοχή και η διδασκαλία τους; Γιατί οι περισσότεροι Έλληνες, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις -σαν και την περίπτωση με μία γυναίκα που καμάρωνε για τη γλώσσα της- την οποία είχε δημοσιεύσει η Μαρία στο πρόσφατο παρελθόν, ντρέπονται για τη γλώσσα τους, αντί να νιώθουν υπερήφανοι;

    «Η καθαρεύουσα θεωρούταν μεν, για κάποιο διάστημα, ως η πρότυπη γλώσσα, αλλά o αρχαιότροπος χαρακτήρας της αποτελούσε ανυπέρβλητο εμπόδιο στο να επικρατήσει πραγματικά ως Νέα Ελληνική.»
    Σαφώς και επικράτησε ως πρότυπη γλώσσα. Ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους μέχρι την καθιέρωση της δημοτικής από τον Ράλλη. Στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο διδάχτηκα καθαρεύουσα. Ως φοιτητής φιλοσοφικού δε διδάχτηκα νεοελληνική γραμματική. Απ’ όσο ξέρω δε διδάσκεται η διδακτική της νεοελληνικής ούτε και στο Πανεπιστήμιο, ίσως να εξαιρείται το γλωσσολογικό. Η Μαρία θα μας διαφωτίσει. Τι σηματοδοτούν όλα αυτά;
    Ακόμη και σήμερα υπάρχουν λάτρεις των πνευμάτων και των τόνων. Το διαδίκτυο είναι γεμάτο από δαύτους.

    «Θα έπρεπε π.χ. μια σχολική γραμματική να αναφέρει ότι ο παρατατικός τού κουνάει είναι κουνούσε, αλλά και εκούνειε (επειδή απαντά αυτός ο τύπος στην Κρήτη ή την Απείρανθο); Θα έπρεπε, με βάση τέτοιες περιπτώσεις, να διδάσκεται ότι η συλλαβική αύξηση μπορεί να διατηρείται ακόμη κι αν δεν τονίζεται; Δεν εννοώ ότι είναι εσφαλμένοι τέτοιοι τύποι, αλλά ότι δεν ανήκουν στην Κοινή Νέα Ελληνική (την οποία μεταχειριζόμαστε κι εμείς σε αυτή τη συζήτηση).»

    Η σχολική γραμματική δεν μπορεί, λόγω μεγέθους, να αναφέρει όλες τις περιπτώσεις. Οφείλει όμως να προβάλει τη διαφορετικότητα αναφέροντας κάθε φορά κάποιες διαφορετικές περιπτώσεις, να τις τονίζει, να τις επικροτεί, αν όχι να τις επιβάλει για τοπική χρήση, ώστε οι ομιλητές της κάθε διαλέκτου να συνειδητοποιήσουν την αξία της. Για παράδειγμα σε ποια σχολική γραμματική αναφέρεται ότι η φράση «τον είπα» είναι τόσο σωστή όσο και η φράση «του είπα»; Αυτόματα με τη μη αναφορά δεν καταδικάζεται ως λάθος η διαλεκτική διαφορά;
    Εκτός από το βιβλίο της γλώσσας της Α΄Λυκείου που υπάρχουν κάποια κείμενα σε διάλεκτο (ποντιακή) πού αλλού υπάρχουν τέτοια κείμενα;

    Είναι διαφορετικό να υποθέτεις ότι κάποια στιγμή θα καταργηθούν οι διάλεκτοι, επειδή άλλαξε η κοινωνία κι άλλο να τις καταργείς με την αδιαφορία.

    Τέλος, αυτή η γλώσσα που μιλάμε τι γλώσσα είναι; Αποτελεί τη φυσική εξέλιξη κάποιας διαλέκτου ή είναι αποτέλεσμα των ρυθμίσεων κάποιων γλωσσολόγων, ξεκινώντας από τις προτάσεις του Κοραή ως τις προτάσεις του Μπαμπινιώτη -έστω κι αν τις άφησε κατά μέρος. Θα ήταν τέτοια που είναι η Κοινή Νέα Ελληνική αν είχαν επικρατήσει οι Δημοτικιστές από τις αρχές του 20ου αιώνα; Θα ήταν ίδια η γλώσσα που χρησιμοποιούμε αν από το 1900 επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν η Δημοτική; Νομίζω πως όχι. Όλα είναι έτσι, επειδή κάποιοι τα καθόρισαν έτσι. Με ποιο δικαίωμα.

    Να επαναλάβω αυτό που είχα γράψει και πιο πάνω. Με ποιο δικαίωμα κάποιοι καθορίζουν να διδάσκονται έξι ώρες τα αρχαία και δύο τα νέα ελληνικά. Απορούν ή όχι οι ξένοι γλωσσολόγοι με τέτοιες ρυθμίσεις;

  11. Συγγνώμη που άργησα ν’ απαντήσω… Μάλλον θα το κόψω το ποστ μου σε δύο κομμάτια…

    Ποιος και πότε καθόρισε ποια είναι η πρότυπη γλώσσα; Στην Ελλάδα που προέκυψε μετά την επανάσταση του 21 ποια ήταν η πρότυπη γλώσσα; Να θυμηθούμε το θεατρικό “Βαβυλωνία” του Βυζάντιου που αποτύπωνε τη γλωσσική κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας εκείνης της περιόδου. Εξάλλου, με ελάχιστες περιόδους που είχε καθιερωθεί η δημοτική ως επίσημη γλώσσα, πρότυπη γλώσσα δεν ήταν η καθαρεύουσα; Στην καθαρεύουσα, φυσικά, ισχύει ο νόμος της τρισυλαββίας.

    Ο R. Browning στο γνωστό του βιβλίο «Η Ελληνική Γλώσσα, Μεσαιωνική και Νέα» έχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κεφάλαιο (1991: 133-156) που αφορά την ανάπτυξη της εθνικής γλώσσας. Νομίζω πως είναι από τα πληρέστερα ως προς τις πληροφορίες και τα δεδομένα κείμενα που υπάρχουν γι’ αυτό το θέμα. Θα ήθελα απλά εδώ να προσπαθήσω, με βάση αυτό το κεφάλαιο, ν’ αναφέρω κάποια στοιχεία που ίσως βοηθήσουν τη συζήτηση.

    Στις αρχές του 19ου αιώνα, το ιδίωμα της Πελοποννήσου θεωρήθηκε το «κατάλληλο» για ν’ αποτελέσει τη βάση μιας εθνικής γλώσσας, έχοντας βέβαια επιρροές από τα ιδιώματα των Ιόνιων νησιών. Δεν είχε ούτε τις φωνητικές ιδιομορφίες (όχι με την αρνητική έννοια σαφώς) των βόρειων ιδιωμάτων, ούτε τα αρχαϊκά χαρακτηριστικά της κρητικής ή της κυπριακής διαλέκτου. Πληρούσε το κριτήριο της αμοιβαίας κατανόησης, καθώς επίσης ήταν κοντά στη γλώσσα της δημώδους βυζαντινής λογοτεχνίας (όψιμης και μεταβυζαντινής). Κυρίως όμως ήταν φορέας γοήτρου, λόγω του ενεργού ρόλο των Πελοποννήσιων στον απελευθερωτικό αγώνα. Πέρα δηλαδή από το καθαρά γλωσσικό κομμάτι, την αμοιβαία κατανόηση, τα πελοποννησιακά είχαν συγκεκριμένο φορτίο συμβολικής εξουσίας, αναγνωρισμένο απ’ όλους.

    Ωστόσο, μετά την επανάσταση, η άρχουσα τάξη (Φαναριώτες κ.λπ.), προσηλωμένη στη λόγια γλώσσα, δεν επέτρεψε αυτήν την τάση που διαφαινόταν για μία στροφή προς τη βάση. Η γλώσσα έπρεπε να καθαριστεί, σημείο που μεταξύ άλλων πίστευαν πως θα αποδείκνυε την ιστορική συνέχεια και ενότητα του έθνους (το γλωσσικό ζήτημα στα φόρτε του ήδη…). Δημιουργείται λοιπόν μία καθαρεύουσα, ουσιαστικά μία ξένη γλώσσα που έπρεπε να χρησιμοποιείται στην εκπαίδευση, στη διοίκηση, στη λογοτεχνία, στον δημόσιο λόγο… μέσα από τον «προοδευτικό καθαρισμό της νέας δημοτικής και την εισαγωγή όλο και περισσότερων στοιχείων από τη λόγια γλώσσα. Είναι πάντοτε μακαρονική στον χαρακτήρα, αναμειγνύοντας αταίριαστα το παλιό και το νέο, παραγεμισμένη με ψευδο-αρχαϊσμούς, υπερδιορθωμένους τύπους και συνεχή σφάλματα» (Browning 1991: 138-9). Δεν ήταν ομοιόμορφη, ο καθένας μπορούσε να μιλά και να γράφει όπως θέλει.

    Και τώρα πάμε στις υπόλοιπες διαλέκτους… με την αναβάθμιση του πελοποννησιακού ιδιώματος, επήλθε η αξιολογική υποβάθμιση των άλλων διαλέκτων και ιδιωμάτων με τα όποια παρεπόμενα (δίγλωσσοι ομιλητές, συρρίκνωση ιδιωμάτων, ίσως και γλωσσικός θάνατος…). Ενδιαφέρον είναι ότι εκείνη την περίοδο είχαμε και φαινόμενα τριγλωσσίας: πολλοί μιλούσαν στο τοπικό τους ιδίωμα, σε κάποιες περιπτώσεις στην κοινή δημοτική, αλλά και στην καθαρεύουσα. Βέβαια, ένα θετικό ήταν η ανάπτυξη της λαογραφίας, όπου άρχισε να υπάρχει ένα ενδιαφέρον για την καθομιλούμενη, τα διαλεκτικά, τα δημοτικά τραγούδια κ.λπ. Όπως και να το κάνουμε όμως, το εμφανές γόητρο της δημοτικής που σιγά σιγά προωθείτο ήταν δεδομένο.

    Στην Ελλάδα του ‘21 μιλούσαν πελοποννησιακά, στερεοελλαδίτικα, νησιώτικα, αρβανίτικα και οι διανοούμενοι Φαναριώτες αρχαιοπρεπώς. Γιατί επιλέχτηκε η πελοποννησιακή διάλεκτος; Επιλέχτηκε η πελοποννησιακή ή η καθαρεύουσα. Δε διαφωνώ ότι θα έπρεπε να επιλεγεί μία διάλεκτος, αφού είναι ευνόητο ότι θα πρέπει να υπήρχε μία γλώσσα επίσημη. Όμως, γιατί να οδηγηθούν σε αναγκαστικό μαρασμό και οι άλλες διάλεκτοι; Γιατί δεν προβλέφτηκε η ανοχή και η διδασκαλία τους; Γιατί οι περισσότεροι Έλληνες, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις -σαν και την περίπτωση με μία γυναίκα που καμάρωνε για τη γλώσσα της- την οποία είχε δημοσιεύσει η Μαρία στο πρόσφατο παρελθόν, ντρέπονται για τη γλώσσα τους, αντί να νιώθουν υπερήφανοι;

    Νομίζω πως το λιγότερο που τους απασχολούσε τότε είναι τί θα γίνουν τα χωριάτικα, τα επαρχιώτικα… Εδώ ακόμη και η ίδια η εδραίωση της δημοτικής πέρασε από σαράντα κύματα και έγινε βορά καθαρά πολιτικών και ιδεολογικών μαχών. Αν δεν υπήρξε ενδιαφέρον για την ίδια την επίσημη, στάνταρ, πρότυπη γλώσσα, θα υπήρχε ενδιαφέρον για τα ιδιώματα και τις διαλέκτους της Ελληνικής; Όχι ότι αυτό δικαιολογεί την όποια γλωσσική κατάσταση ζούμε, αλλά νομίζω –αναφερόμενη πάντα στα ελληνικά δεδομένα- ότι η γλώσσα καθεαυτή ποτέ δεν μπόρεσε να τύχει αυτόνομης αντιμετώπισης. Πάντα ήταν μέσα στα πλαίσια άλλων ιδεολογικών αντιπαραθέσεων (όχι βέβαια ότι γίνεται να καθαριστεί ιδεολογικά). Τέτοιες διαδικασίες, ασυνείδητες ή και με μεγαλύτερη σκοπιμότητα, οδήγησαν και οδηγούν τους ομιλητές στις συνηθισμένες αρνητικές στάσεις απέναντι στη γλώσσα τους, ιδιαίτερα δε όσον αφορά το δραστικό στοιχείο. Η γλώσσα τους ή κάποια χαρακτηριστικά της γλώσσας τους αποτελούν ενδείκτες της ίδιας τους της ταυτότητας, των κοινωνικών τους χαρακτηριστικών. Υπό αυτό το σκεπτικό, λαμβάνοντας υπόψη επίσης και αντικειμενικά φαινόμενα όπως η αστικοποίηση ή ατομικές επιλογές όπως η επιθυμία για κοινωνική άνοδο κ.λπ., οδήγησαν σε γλωσσικές μετακινήσεις. Βέβαια… υπήρχαν και υπάρχουν πάντα οι εξαιρέσεις… και αυτό είναι το ενδιαφέρον και αξίζει να μελετηθεί.

    Σαφώς και επικράτησε ως πρότυπη γλώσσα. Ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους μέχρι την καθιέρωση της δημοτικής από τον Ράλλη. Στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο διδάχτηκα καθαρεύουσα. Ως φοιτητής φιλοσοφικού δε διδάχτηκα νεοελληνική γραμματική. Απ’ όσο ξέρω δε διδάσκεται η διδακτική της νεοελληνικής ούτε και στο Πανεπιστήμιο, ίσως να εξαιρείται το γλωσσολογικό. Η Μαρία θα μας διαφωτίσει. Τι σηματοδοτούν όλα αυτά;
    Ακόμη και σήμερα υπάρχουν λάτρεις των πνευμάτων και των τόνων. Το διαδίκτυο είναι γεμάτο από δαύτους.

    Στο γλωσσολογικό, υπήρχε σε κάποιο εξάμηνο, τουλάχιστον όταν ήμουν στα προπτυχιακά, σεμινάριο για τη γραμματική της ΚΝΕ με μία επικοινωνιακή προσέγγιση. Όχι ότι αυτό είναι αρκετό. Γενικότερα, στο φιλολογικό δε δίνεται έμφαση στα παιδαγωγικά και στη διδακτική. Στο μεταπτυχιακό, υπήρχαν 2 σεμινάρια διδασκαλίας της Ελληνικής ως μητρικής και ως ξένης ή δεύτερης γλώσσας. Τίποτα δεν είναι αρκετό…

  12. Θα έπρεπε π.χ. μια σχολική γραμματική να αναφέρει ότι ο παρατατικός τού κουνάει είναι κουνούσε, αλλά και εκούνειε (επειδή απαντά αυτός ο τύπος στην Κρήτη ή την Απείρανθο); Θα έπρεπε, με βάση τέτοιες περιπτώσεις, να διδάσκεται ότι η συλλαβική αύξηση μπορεί να διατηρείται ακόμη κι αν δεν τονίζεται; Δεν εννοώ ότι είναι εσφαλμένοι τέτοιοι τύποι, αλλά ότι δεν ανήκουν στην Κοινή Νέα Ελληνική (την οποία μεταχειριζόμαστε κι εμείς σε αυτή τη συζήτηση).

    Η σχολική γραμματική δεν μπορεί, λόγω μεγέθους, να αναφέρει όλες τις περιπτώσεις. Οφείλει όμως να προβάλει τη διαφορετικότητα αναφέροντας κάθε φορά κάποιες διαφορετικές περιπτώσεις, να τις τονίζει, να τις επικροτεί, αν όχι να τις επιβάλει για τοπική χρήση, ώστε οι ομιλητές της κάθε διαλέκτου να συνειδητοποιήσουν την αξία της. Για παράδειγμα σε ποια σχολική γραμματική αναφέρεται ότι η φράση “τον είπα” είναι τόσο σωστή όσο και η φράση “του είπα”; Αυτόματα με τη μη αναφορά δεν καταδικάζεται ως λάθος η διαλεκτική διαφορά;

    Σχετικά με τις γραμματικές, συμφωνώ με όσα σημείωσε ο hominid. Οι γραμματικές αποτελούν βασικό συστατικό του επί της ύλης γλωσσικού σχεδιασμού, είναι απλά ένα στάδιο στην κωδικοποίηση και την τυποποίηση της νόρμας, εν προκειμένω της ΚΝΕ. Βέβαια, τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς για την επιλογή των τύπων ήταν κυρίως ιδεολογικά. Κανονικά, θα έπρεπε να γίνεται μία ανανέωση από τους αρμόδιους φορείς. Και η ανανέωση θα μπορούσε να λάβει υπόψη της όχι μόνο διαλεκτικά στοιχεία, αλλά και από άλλες γλωσσικές ποικιλίες. Σε ένα ιδεατό πλαίσιο, θα ‘πρεπε να γίνεται επέκταση της νόρμας σε πραγματολογικό επίπεδο, να καταδεικνύεται δηλαδή η δυνατότητα περισσοτέρων μορφών για κάθε λειτουργία.

    Εκτός από το βιβλίο της γλώσσας της Α΄Λυκείου που υπάρχουν κάποια κείμενα σε διάλεκτο (ποντιακή) πού αλλού υπάρχουν τέτοια κείμενα;

    … ίσως και σε κάποια εγχειρίδια νεοελληνικής λογοτεχνίας… Έχω υπόψη μου μία ανακοίνωση που έγινε στην 4η Συνάντηση Μεταπτυχιακών Φοιτητών στην Αθήνα τον Ιούνιο για το θέμα της θέσης των διαλέκτων στα σχολικά εγχειρίδια. Δυστυχώς δε θυμάμαι πολλές λεπτομέρειες… ωστόσο, απ’ ό,τι θυμάμαι, ήταν πολύ αρνητικά τα πρώτα δείγματα…

    Είναι διαφορετικό να υποθέτεις ότι κάποια στιγμή θα καταργηθούν οι διάλεκτοι, επειδή άλλαξε η κοινωνία κι άλλο να τις καταργείς με την αδιαφορία.
    Είναι άμεσα συνυφασμένα αυτά τα 2 που αναφέρεις. Θα προσπαθήσω σε επόμενο ποστ να το αναπτύξω, τουλάχιστον όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι.
    Τέλος, αυτή η γλώσσα που μιλάμε τι γλώσσα είναι; Αποτελεί τη φυσική εξέλιξη κάποιας διαλέκτου ή είναι αποτέλεσμα των ρυθμίσεων κάποιων γλωσσολόγων, ξεκινώντας από τις προτάσεις του Κοραή ως τις προτάσεις του Μπαμπινιώτη -έστω κι αν τις άφησε κατά μέρος. Θα ήταν τέτοια που είναι η Κοινή Νέα Ελληνική αν είχαν επικρατήσει οι Δημοτικιστές από τις αρχές του 20ου αιώνα; Θα ήταν ίδια η γλώσσα που χρησιμοποιούμε αν από το 1900 επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν η Δημοτική; Νομίζω πως όχι. Όλα είναι έτσι, επειδή κάποιοι τα καθόρισαν έτσι. Με ποιο δικαίωμα.
    Να επαναλάβω αυτό που είχα γράψει και πιο πάνω. Με ποιο δικαίωμα κάποιοι καθορίζουν να διδάσκονται έξι ώρες τα αρχαία και δύο τα νέα ελληνικά. Απορούν ή όχι οι ξένοι γλωσσολόγοι με τέτοιες ρυθμίσεις;

    Γιάννη, καλά τα λες… απάντηση δεν μπορώ να σου δώσω…

  13. >> Βασίλη,

    Αυτά τα ηχηρά μπ και ντ στις αρχές των λέξεων που συναντώ και γω στην ιδαίτερη πατρίδα μου τη Μάνη αλλά και στην Κρήτη, πού οφείλονται; Και γιατί και πώς με τα χρόνια οι δίφθογγοι έγιναν φθόγγοι;

    Πρόκειται για μία φωνητική πραγμάτωση που παρατηρείται όταν έχουμε συνεκφορά των ν+κ, ν+τ, ν+π στα όρια των λέξεων. Σου δίνω ορισμένα παραδείγματα: στη dραγαία : στην Τραγαία, σα d’ αψηλά βουνά : σαν τα ψηλά βουνά, μη dυχό : μην τυχόν, στη bλάτσα : στην πλατεία, στη bαρασκιά : στην παρασκιά. Ενδιαφέρον είναι ότι το συγκεκριμένο φωνητικό φαινόμενο, το παρατηρώ και γραπτά σε κάποια κείμενα: <με το γκαιρό> : με τον καιρό.

  14. Ευτυχώς ή δυστυχώς κουβαλάμε στις πλάτες μας ένα ένδοξο παρελθόν και ζούμε σ’ ένα μίζερο παρόν. Για πολλούς η αιτία της σημερινής μας κατάστασης οφείλεται στη γλώσσα. Πιστεύουν πως διδάσκοντας και μιλώντας αρχαία ελληνικά θα μετατραπούμε ως δια μαγείας σε αρχαιοέλληνες κι αμέσως θα δημιουργούμε ως αρχαιοέλληνες.
    Μπορεί για μένα αυτή η άποψη να είναι ό,τι πιο κουφό ειπώθηκε -και ειπώθηκε πολλές φορές στο παρελθόν- για κάποιους άλλους είναι η «αλήθεια».
    Ζούμε στην εποχή των κουφών. Εκτός από υπομονή μπορούμε να κάνουμε κι άλλα. Και το ότι, Μαρία, δημοσιεύεις ιστορίες με τη ντοπιολαλιά του τόπου σου είναι σπουδαίο. Γι’ αυτό συνέχισε…

  15. Ο καθένας κουβαλά τη δική του αλήθεια και έχει μία συγκεκριμένη θέαση των πραγμάτων. Αυτό μέχρι εκεί είναι οκ. Αν όμως μας έχει βολέψει αυτός ο γλωσσικός -αν όχι πολιτισμικός- στρουθοκαμηλισμός, που τον έχουμε βαφτίσει εις το όνομα της «ελληνικότητος», αρχίζει και γίνεται, αν δεν είναι ήδη, επικίνδυνο…

    Θα το παλεύουμε Γιάννη, όσο μπορούμε… φτάνει να βρίσκει αποδέκτες! 🙂

  16. Αν και νεόκοπη στη γλωσσολογία, να καταθέσω και εγώ την άποψή μου. Σύμφωνα με τον Παντελίδη, η πελοποννησιακή ΔΕΝ έγινε η επίσημη γλώσσα του νέου ελληνικού κράτους. Για την ακρίβεια, τα πελοποννησιακά έχουν γνωρίσει επί μακρόν την απαξίωση των ερευνητών. Πρόσφατες εργασίες επάνω σε αυτό το θέμα είναι του Παντελίδη βεβαίως, του Παπαζαχαρίου για το πατρινό ιδίωμα και τέλος μία πολύ πρόσφατη εισήγηση του Ξυδόπουλου στο πρόσφατο διεθνές συνέδριο στη Ρόδο.

    Με αφορμή αυτή την ενημέρωση, αναρωτιέμαι μήπως πρέπει να αλλάξει αυτή η προκατάληψη κατά των Πελοποννησίων ακόμα και σε αυτό τον τομέα; Επιφυλάσσομαι να επεξηγήσω τον όρο «προκατάληψη» με νεώτερο σχόλιο μιας και η ώρα τώρα (3.25 πμ) δεν είναι κατάλληλη.

    Κυρία Ξεφτέρη, αναμένω την απάντησή σας ως αφορμή γενικότερου διαλόγου και προβληματισμού.

    Ευχαριστώ!

  17. Αγαπητή ΜΒ,
    σ’ ευχαριστώ για το σχόλιό σου! Δυστυχώς, λόγω κάποιου προβλήματος με τη σύνδεσή μου, δεν μπορούσα να σου απαντήσω άμεσα.
    Θα μπορούσες ίσως να με παραπέμψεις βιβλιογραφικά στις εργασίες που αναφέρεις; Μ’ έπιασες αδιάβαστη, κατά κάποιον τρόπο, όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα!
    Ωστόσο, χωρίς να θέλω να είμαι απόλυτη μιας και δεν έχω διαβάσει τις παραπάνω εργασίες, μήπως θα έπρεπε να σημειώσουμε έναν διαχωρισμό ανάμεσα στο πώς διαμορφώνεται μια πρότυπη γλώσσα (που δεν αφορά αποκλειστικά τη στάση των ερευνητών) και στο πώς αντιμετωπίζεται ερευνητικά ένα ιδίωμα;

  18. Πολύ ενδιαφέρον ιστολόγιο, συγχαρητήρια. Ως Πελοποννήσιος είχα κι εγώ για χρόνια την εντύπωση ότι η διάλεκτος μας ήταν η βάση της Κοινής Νεοελληνικής. Εδώ και λίγο καιρό αρχίζω να πιστεύω ότι απλά για οι Πελοποννήσιοι πλήρωσαν πρώτοι το τίμημα της ομογενοποίησης της Νέας Ελληνικής για τους λόγους που αναφέρατε προηγουμένως ως εξήγηση για την καθιέρωση της δημοτικής. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν όχι μόνο τα τσακώνικα και τα μανιατικα αλλά και εκφράσεις, λέξεις, γραμματικοί τύποι και τοπικές προφορές που διαφέρουν απο την κοινή νεοελληνική. Για παράδειγμα η Αθηναϊκή διάλεκτος που πλέον δεν ομιλείται έχει αρκετά κοινά με τα Μανιάτικα. Στο βιβλίο του Σκλαβούνου για τη συνέχεια του ελληνικού έθνους, παρουσιάζει αρκετά πειστικά παραδείγματα για το πως με την βυζαντινή πρακτική της μετεγκατάστασης πληθυσμών, η Κοινή επηρέασε ιδιώματα όπως αυτό της Πελοποννήσου. Το ίδιο έγινε και με την επικράτηση των Φαναριωτών λογίων και πολιτικών με τη ίδρυση του Ελληνικού Κράτους. Δεν είμαι ειδικός οπότε κάθε ένσταση δεκτή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s