«Άμα δε dηνε ‘ατρεύει κανείς, τη χάνει τη dοπιολαλιά dου»… (γ’)


Περιγραφή των ιδιωμάτων της Νάξου:
3. Το ιδίωμα τ’ Απεράθου

copy.jpgΤο ιδίωμα τ’ Απεράθου μιλιέται στη βορειοανατολική περιοχή της Νάξου, η οποία περιλαμβάνει τα χωριά Απείρανθο και Δανακό, καθώς και την παραθαλάσσια περιοχή των Τριάκαθων ή αλλιώς της Μουτσούνας. Το ιδίωμα των παραπάνω χωριών παρουσιάζει διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά ως προς τη φωνητική, τη μορφολογία, τη σύνταξη και το λεξιλόγιο, σε σύγκριση με τα ιδιώματα των υπόλοιπων χωριών της Νάξου. Πέρα, όμως, από την καθαρά γλωσσική διαφοροποίηση, όπως σημειώνει ο Δ.Β. Οικονομίδης, οι κάτοικοι των χωριών αυτών διαφέρουν -ή τουλάχιστον διέφεραν εντονότατα στο παρελθόν- και ως προς την αμφίεση, τα ήθη και τα έθιμα, αλλά και γενικότερα τη νοοτροπία. Βέβαια, κάθε χωριό της Νάξου έχει τα δικά του διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα, παρόλ’ αυτά η Απείρανθος παρουσιάζει μια ακόμα πιο έντονη διαφοροποίηση.

Συνέχεια

Advertisements

Το «ετοιμόλογον» του Δημητράκη (μέρος 3ο)


Το παρόν κείμενο αποτελεί το τρίτο μέρος μιας σειράς άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Οι Νάξιοι» του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων (τεύχη 29, 30, 31, 32).

Ο Δημητράκης του Λευτεραντώνη

Ο(Γ)ΐώργης ο Αυγερινός, ο Λιουδο(γ)ιώργης που λένε, όταν ήταν νέος που ήταν κάτοικος στην Αθήνα, είχε έρθει στο χωριό το καλοκαίρι. Ήταν πολύ του γλεδιού, του καλού κρασιού και της καλής παρέας. Ένα βράδυ που είχε συναντήσει τους φίλους του, πήγανε για καμιά ταβέρνα, αλλά ήταν κλειστές. Ένας από τους φίλους είπε: «Εγώ έχω καλό κρασί, αλλά δεν έχω μεζέ». Αποφάσισαν, λοιπόν, να πάνε να παραβιάσουν την πόρτα του χασάπικου του Δημητράκη να πάρουν κρέας και να το πλήρωναν την άλλη μέρα, όπως και έγινε. Παραβίασαν την πόρτα και πήρανε όσο κρέας χρειαζότανε και πήγανε στου ενός το σπίτι που είχε το κρασί και γλεντούσαν ως το πρωί. Ο Δημητράκης επήγε το πρωί ν’ ανοίξει το χασάπικο, αλλά μόλις πήγε να βάλει το κλειδί στην πόρτα, η πόρτα άνοιξε μοναχή της… εμπήκε στο μαγαζί και είδε ότι του είχαν πάρει ένα τετάρτι κρέας, που ήταν τέσσερις οκάδες. Απόρησε που δεν επήρανε τίποτα άλλο, που είχε σαράντα οκάδες κρέας και είχε χίλιες δραχμές μέσα στο μπεζαχτά. Δε μίλησε όμως, δεν είπε σε κανένα τίποτα, μόνο σκεπτότανε ποιος να ήταν ο άνθρωπος, που δεν πήγε για να τον ζημιώσει, μόνο για να φάει.
Ο Αυγερινός ξύπνησε το μεσημέρι και πήγε για καφέ στην Πλάτσα και πέρασε απ’ έξω από το χασάπικο του Δημητράκη. Ο Δημητράκης ήταν στο κατώφλι της Καλλιόπης, δίπλα στο μαγαζί, καθισμένος, είχε ακουμπήσει τα άγκωνά του στο γόνατο και το χέρι στο μάγουλο και σκεπτόταν. Μόλις είδε όμως τον Αυγερινό, πέταξε μια φωνή λίγο δυνατή και λέει: «Επ, γ…. το στανιό μου». Και ο (Γ)ιώργης τον αρώτησε: «Μα τι ήπαθες;» και ο Δημητράκης λέει: «Μωρέ ξεχασμένος ήμου πως είσ’ επά». Δηλαδή, αν είχε σκεφτεί ότι ήταν στο χωριό ο Λιουδο(γ)ιώργης, δε θα σπούσε το κεφάλι του για να βρει ποιος ήταν ο νυχτερινός πελάτης. Τότε πήγε κοντά ο (Γ)ΐώργης, του ζήτησε συγγνώμη και του πλήρωσε το κρέας και την πόρτα.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Συνέχεια