Το «ετοιμόλογον» του Δημητράκη (μέρος 3ο)


Το παρόν κείμενο αποτελεί το τρίτο μέρος μιας σειράς άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Οι Νάξιοι» του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων (τεύχη 29, 30, 31, 32).

Ο Δημητράκης του Λευτεραντώνη

Ο(Γ)ΐώργης ο Αυγερινός, ο Λιουδο(γ)ιώργης που λένε, όταν ήταν νέος που ήταν κάτοικος στην Αθήνα, είχε έρθει στο χωριό το καλοκαίρι. Ήταν πολύ του γλεδιού, του καλού κρασιού και της καλής παρέας. Ένα βράδυ που είχε συναντήσει τους φίλους του, πήγανε για καμιά ταβέρνα, αλλά ήταν κλειστές. Ένας από τους φίλους είπε: «Εγώ έχω καλό κρασί, αλλά δεν έχω μεζέ». Αποφάσισαν, λοιπόν, να πάνε να παραβιάσουν την πόρτα του χασάπικου του Δημητράκη να πάρουν κρέας και να το πλήρωναν την άλλη μέρα, όπως και έγινε. Παραβίασαν την πόρτα και πήρανε όσο κρέας χρειαζότανε και πήγανε στου ενός το σπίτι που είχε το κρασί και γλεντούσαν ως το πρωί. Ο Δημητράκης επήγε το πρωί ν’ ανοίξει το χασάπικο, αλλά μόλις πήγε να βάλει το κλειδί στην πόρτα, η πόρτα άνοιξε μοναχή της… εμπήκε στο μαγαζί και είδε ότι του είχαν πάρει ένα τετάρτι κρέας, που ήταν τέσσερις οκάδες. Απόρησε που δεν επήρανε τίποτα άλλο, που είχε σαράντα οκάδες κρέας και είχε χίλιες δραχμές μέσα στο μπεζαχτά. Δε μίλησε όμως, δεν είπε σε κανένα τίποτα, μόνο σκεπτότανε ποιος να ήταν ο άνθρωπος, που δεν πήγε για να τον ζημιώσει, μόνο για να φάει.
Ο Αυγερινός ξύπνησε το μεσημέρι και πήγε για καφέ στην Πλάτσα και πέρασε απ’ έξω από το χασάπικο του Δημητράκη. Ο Δημητράκης ήταν στο κατώφλι της Καλλιόπης, δίπλα στο μαγαζί, καθισμένος, είχε ακουμπήσει τα άγκωνά του στο γόνατο και το χέρι στο μάγουλο και σκεπτόταν. Μόλις είδε όμως τον Αυγερινό, πέταξε μια φωνή λίγο δυνατή και λέει: «Επ, γ…. το στανιό μου». Και ο (Γ)ιώργης τον αρώτησε: «Μα τι ήπαθες;» και ο Δημητράκης λέει: «Μωρέ ξεχασμένος ήμου πως είσ’ επά». Δηλαδή, αν είχε σκεφτεί ότι ήταν στο χωριό ο Λιουδο(γ)ιώργης, δε θα σπούσε το κεφάλι του για να βρει ποιος ήταν ο νυχτερινός πελάτης. Τότε πήγε κοντά ο (Γ)ΐώργης, του ζήτησε συγγνώμη και του πλήρωσε το κρέας και την πόρτα.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Ο Δημητράκης ήταν σε ένα δικαστήριο που τον είχε ο Βασίλης Καραπάτης μάρτυρα υπερασπίσεως. Ο Καραπάτης είχε φάει μια ξυλιά επάνω στο χέρι από του Γεώργιο Γλέζο και είπε στο δικαστήριο: «Μου έδωσε μια ξυλιά απάνω στο χέρι ο Γλέζος και μου το παλάβωσε το χέρι μου». Και ο δικαστής αρώτησε τον μάρτυρα το Δημητράκη: «Είναι αλήθεια ότι του έδωσε ξυλιά στο χέρι και του το παλάβωσε;» Τότε λέει ο Δημητράκης: «Όλος είναι παλαβός και πριν να φάει την ξυλιά και μετά που την ήφαε». Ο Γλέζος δικάστηκε, αλλά ο εισαγγελέας έκαμε μια αδιάκριτη ερώτηση του Δημητράκη, του λέει: «Κύριε Ελευθερίου, μπορείτε να μας πείτε, γιατί τα μαλλιά σας είναι άσπρα και τα γένια σας μαύρα;». Ο Δημητράκης του λέει: «Μα τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβετε;» «Ναι», του λέει ο δικαστής, «για μας είναι δύσκολο, μόνο να μας το πεις να το μάθομε». Τότε πάλι λέει ο Δημητράκης: «Μα αφού είναι είκοσι χρόνια πρώτα τα μαλλιά, φυσικό είναι να ασπρίσουν πρώτα από τα ‘ένια». Τότε του είπαν συγγνώμη, γιατί ήταν τόσο απλό και δεν το είχαν σκεφτεί.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Ο Δημητράκης, που γύριζε τα χωριά για να αγοράζει κρέατα για τη ταβέρνα, βρέθηκε μια μέρα στην Τραγαία και είχαν μαζευτεί οι τυφλοί σ’ ένα καφενείο. Ήταν τότε που πρωτοβγήκε ο Παπανδρέου πρωθυπουργός και οι τυφλοί θέλανε να του στείλουν συγχαρητήρια για να υποστηρίξει λίγο τα δικαιώματα τους. Παρακάλεσαν, λοιπόν, το Δημητράκη να τους βοηθήσει και να τους πει και κανένα τραγουδάκι να του το γράψουν. Οι τυφλοί όμως δεν το ‘ξεραν ότι ο Δημητράκης ήταν πάντα δεξιός. Κανονικά ήταν «Πρωτοπαπαδάκης» και αφού ήταν χωριανός του ο υπουργός, γι’ αυτό και ο Δημητράκης ήταν κι αυτός δεξιός. Αφού, λοιπόν, του είπανε οι τυφλοί να τους βγάλει ένα τραγουδάκι, ο Δημητράκης σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα για να τους πει το τραγούδι και να ‘ναι έτοιμος να φύγει, γιατί δε θα τους ικανοποιούσε. «Εντάξει», τους λέει, «ακούστε τι θα του γράψετε του Παπανδρέου»:

Λι’άκι υποστήριξε
τα δικαιώματα μας,
που να ‘ενούν τα μάθια σου
σαν πού ‘ναι τα δικά μας

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Με το Ματζουράνη…

Ακόμα ένα μικράκι από τα λεϊμένα του Δημητράκη, ποδιάηκε λέει καμιά βολά στο σπίτι του ιατρού του Ματζουράνη και τονε κάλεσε να πάει που’τον’ η νοικοκυουρά ντου, μπαμπουρισμένη. Ήτονε βράδυ, νυχτωμένα, κι ο ιατρός ήντυχε να ‘ναι μοναχός του και μόνου με το μικρό κοπελάκι ντου, το ‘Ιαννάκη, καλή ντου ώρα. «Καλά», του λέει ο ιατρός, «να πάω, αλλά θα κάτσεις εσύ να προσέχεις το ‘Ιαννάκη μου ώσπου να ‘υρίσω». Είντα να κάμει ο Δημητράκης ήκατσε κι εντάντευγε το ‘Ιαννάκη. Όντεν ε’ύρισεν ο ‘ιατρός α’ τη βίζιτα, κάτι σα να συζητήθηκε και ‘ια πλερωμή, αλλά είπε ο Δημητράκης: «Καλέ, μα είντα λες ιατρέ που μόνου νυχτοφύλακας δεν ήμου γκαμωμένος στη ζωή μου και το ήκαμα κι εφτό κι ήθελε να δώνω τώρα και πλερωμές…».

Γραπτή αφήγηση από το ημερολόγιο του Απεραθίτικου Συλλόγου

Ο Δημητράκης, που κάποια στιγμή επαινούσε το ‘ιατρό το Βερώνη που ήταν στην Τραγαία, ο δικός μας ο ‘ιατρός ο Ματζουράνης παρεξηγήθηκε και έκαμε παρατήρηση του Δημητράκη και τσακωθήκανε και κάτι πειραχτικό είπε ο Δημητράκης στο γιατρό και ο γιατρός δεν του ξαναμίλησε. Είχαν πολλά χρόνια να μιλήσουν και να χαιρετιστούν και ένα βράδυ που ήταν σκοτάδι και συννεφιά, συναντήθηκαν, αλλά δε γνώρισε ο ένας τον άλλον. Μόλις όμως ο ‘ιατρός κατάλαβε ότι κάποιον συνάντησε μέσα στο σκοτάδι σ’ εκείνο το στενό σοκάκι, είπε «καλησπέρα». Τότε ο Δημητράκης του είπε: «Λάθος ήκαμες ‘ιατρέ»…

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Με τον αδερφό ντου…

Στην πλατεία του χωριού μας στ’ Απεράθου, στην Πλάτσα που λέγαμε, εκεί ήταν το σπίτι του Μιχάλακα, του αδελφού του Δημητράκη. Η κόρη του Μιχάλακα παντρεύτηκε και πήρε τον Κασελομιχάλη και της έδωσε προίκα το σπίτι της Πλάτσας. Ο αδελφός του Μιχάλακα ήταν ο Δημητράκης, ο οποίος όταν δεν είχε πελάτες, καθόταν απ’ έξω από το μαγαζί του. Μια μέρα ο Κασελομιχάλης τσακωνότανε με την γυναίκα του την Παρασκευή του Μιχάλακα και για να την εκδικηθεί ξεκρέμασε ένα κάντρο μεγεθυσμένο, που ήταν ο πατέρας της, και το πέταξε από πάνω στον πρώτο όροφο, μέσα στη μέση της Πλάτσας. Τότε πήγε ο Δημητράκης κοντά και πήγαν κι άλλοι άνθρωποι και κοιτάζανε. Ήταν σπασμένη η κουρνίζα και το τζάμι. Όμως μόλις είδε ο Δημητράκης τη φωτογραφία και είδε ότι ήταν ο αδελφός του, τότε λέει: «Να, Μιχάλακά μας. Μεγαλύτερο σάρτο δεν το ‘χες καμωμένο ποτές στη ζωή σου».

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Ένα Σάββατο απόγευμα επήγε ο Μιχάλακας, ο αδελφός του Δημητράκη, στό χασάπικο για να αγοράσει κρέας. Ο Δημητράκης κρατούσε με το αριστερό του χέρι το κρέας και με το δεξιό το μαχαίρι. Για μια στιγμή ο Δημητράκης άφησε το μαχαίρι στο τραπέζι και έξυσε το κεφάλι του, αλλά το έξυσε απ’ έξω από το καπέλο και ο αδελφός του, του έκαμε την παρατήρηση: «Μα ‘ιάντα δα και δεν ήβγανες το καπέλο σου να ξυστείς, μόνου ήξυσες τη κεφαλή σου απ’ έξω από το καπέλο;». Και ο Δημητράκης του λέει: «Εσύ το παντελόνι σου βγάνεις και ξύνεσαι, όταν σε τρώει ο κώλος σου;».

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Advertisements

3 thoughts on “Το «ετοιμόλογον» του Δημητράκη (μέρος 3ο)

  1. Ωραίοι άνθρωποι, άλλες εποχές. Υπάρχουν άραγε αυτά στις μέρες της καχυποψίας και της αλλοτρίωσης;

  2. Παράθεμα: Σκοποί και τραγούδια τ’ Απεράθου (μέρος 2ο): τα τραγούδια των εκλογών « Φωτεινή παντογνώστρα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s