«Άμα δε dηνε ‘ατρεύει κανείς, τη χάνει τη dοπιολαλιά dου»… (γ’)


Περιγραφή των ιδιωμάτων της Νάξου:
3. Το ιδίωμα τ’ Απεράθου

copy.jpgΤο ιδίωμα τ’ Απεράθου μιλιέται στη βορειοανατολική περιοχή της Νάξου, η οποία περιλαμβάνει τα χωριά Απείρανθο και Δανακό, καθώς και την παραθαλάσσια περιοχή των Τριάκαθων ή αλλιώς της Μουτσούνας. Το ιδίωμα των παραπάνω χωριών παρουσιάζει διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά ως προς τη φωνητική, τη μορφολογία, τη σύνταξη και το λεξιλόγιο, σε σύγκριση με τα ιδιώματα των υπόλοιπων χωριών της Νάξου. Πέρα, όμως, από την καθαρά γλωσσική διαφοροποίηση, όπως σημειώνει ο Δ.Β. Οικονομίδης, οι κάτοικοι των χωριών αυτών διαφέρουν -ή τουλάχιστον διέφεραν εντονότατα στο παρελθόν- και ως προς την αμφίεση, τα ήθη και τα έθιμα, αλλά και γενικότερα τη νοοτροπία. Βέβαια, κάθε χωριό της Νάξου έχει τα δικά του διαφοροποιητικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με τα υπόλοιπα, παρόλ’ αυτά η Απείρανθος παρουσιάζει μια ακόμα πιο έντονη διαφοροποίηση.

Ακογούταν και εξακολουθεί να ακούγεται μια συγκεκριμένη λαϊκή παράδοση, σύμφωνα με την οποία πολλοί κάτοικοι του χωριού είχαν τις ρίζες τους στην Κρήτη. Επιπλέον, πολλοί επιστήμονες και μελετητές, βασιζόμενοι κυρίως στη γλωσσική ομοιότητα του απεραθίτικου ιδιώματος και της κρητικής διαλέκτου, είχαν, κατά καιρούς, υποστηρίξει ότι πρέπει να υπήρξε κάποιος εποικισμός από την Κρήτη στ’ Απεράθου, λόγω των επαναστάσεων που σημειώθηκαν εκεί μετά το 1669. Αναπτύχθηκε ένας αρκετά γόνιμος διάλογος μεταξύ επιστημόνων σχετικά με το θέμα αυτό, ωστόσο δεν μπορούμε να πούμε ότι ο εποικισμός είναι τελικά μια γενικά αποδεκτή απ’ όλους άποψη. Κι αυτό γιατί παρόλο που κατεγράφησαν πλείστες ομοιότητες γλωσσικού και λαογραφικού περιεχομένου, δεν υπήρχαν ιστορικές μαρτυρίες που να αποδεικνύουν μετακίνηση πληθυσμών από την μεγαλόνησο στην Απείρανθο. Στην παρούσα περίσταση δεν θα επιχειρηθεί πραγμάτευση του συγκεκριμένου θέματος, το όποιο είναι άκρως ενδιαφέρον και το έχει επεξεργαστεί ο αείμνηστος Γ.Δ. Ζευγώλης (1998), παρά μόνο μία αδρομερής παράθεση των βασικών γλωσσικών χαρακτηριστικών του ιδιώματος τ’ Απεράθου, το οποίο σαφέστατα παρουσιάζει κοινά στοιχεία τόσο με τα άλλα δύο ιδιώματα της Νάξου, όσο και με την κρητική διάλεκτο.

Όπως σημειώνουν οι Σιγάλας (1949), Οικονομίδης (1952) και Ζευγώλης (1937? 1956? 1998), το ιδίωμα τ’ Απεράθου (ιδίωμα Γ) παρουσιάζει πλείστα γλωσσικά φαινόμενα σ’ όλα τα επίπεδα (φωνητική, μορφολογία, σύνταξη, λεξιλόγιο κ.λπ.).

Φωνητική

Ένα πολύ σημαντικό φωνητικό φαινόμενο του ιδιώματος, το οποίο απαντά και στην Κρήτη, είναι η προφορά του φθόγγου /k/ ύστερα από τα φωνήεντα /e/ ή /i/, η οποία είναι ουρανικότερη σε σύγκριση με της ΚΝΕ (Οικονομίδης 1952: 223? Ζευγώλης 1956, 2006: 28). Σ’ αυτήν την περίπτωση, το /k/, χωρίς να προφέρεται ως [ts] καθαρό, πλησιάζει τον τσιτακισμό (Ζευγώλης 1937, 2006: 56? 1998: 32).

Η υπερωική προφορά του /λ/ πριν από τα φωνήεντα /a/, /o/, /u/ αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό γλωσσικό φαινόμενο του απεραθίτικου ιδιώματος. Όπως σε όλα τα χωριά των Σφακίων , σε κάποιες Ρεθυμνιώτικες επαρχίες και στ’ Ανώγεια, έτσι και στ’ Απεράθου, το σύμφωνο /λ/, πριν από τα φωνήεντα αυτά προφέρεται «λίαν παχύ, τ?ς γλώσσης ?φαπτομένης ?π? το? ο?ρανίσκου κα? πρ?ς τ? ?νδον α?το?» (Οικονομίδης 1952: 223), χωρίς η γλώσσα ν’ αγγίζει τον ουρανίσκο, όπως σχεδόν το αγγλικό /r/ (Ζευγώλης 1998: 44? Κοντοσόπουλος 2001: 61). Συγκεκριμένα, πρώτος ο Χατζιδάκις (1905: 177? στο Ζευγώλης 1998: 44) περιέγραψε με ακρίβεια την προφορά αυτού του φθόγγου: «Κατ? τ?ν προφορ?ν τούτου ? γλ?σσα ?ν τ? στόματι α?ωρε?ται κα? ?κτείνεται κα? κεκυρτωμένοις ?πό τι το?ς πρόσθεν ?κροις προσπελάζει τ? ο?ραν?, ?λλ’ ο?δαμο? ?πτεται α?το?». Όπως σημειώνει ο Ζευγώλης (1998: 44), σε κανένα από τα άλλα χωριά της Νάξου, πλην του Δανακού που έχει αποικιστεί σε πολύ μεγάλο ποσοστό από Απεραθίτες, δεν υπάρχει αυτή η προφορά.

Η δάσυνση του /t/ σε /θ/ στη συνιζημένη συλλαβή (τι+Φ > θι-) αποτελεί άλλο ένα γλωσσικό χαρακτηριστικό του απεραθίτικου ιδιώματος (σπιθιού : σπιτιού, ξενιθιά : ξενιτιά, μαθιά : ματιά). Πρόκειται για ένα φωνητικό φαινόμενο, το οποίο είναι από τα κυριότερα της κρητικής διαλέκτου, καθώς απαντά σ’ όλο το νησί, εκτός από τον νομό Λασιθίου και συγκεκριμένα στη Σητεία (Ζευγώλης 1998: 32? Κοντοσόπουλος 2001: 30). Στα υπόλοιπα ναξιώτικα χωριά, το συνηζιμένο τι- διατηρείται κατά κανόνα, χωρίς να υπάρξει δάσυνση του τ, αν και υπάρχει μερική τροπή του σε θι- στα χωριά Φιλώτι και Κωμιακή. Σύμφωνα με τον Ζευγώλη (1956, 2006: 26? 1998: 33 κ.εξ.), αυτό ίσως να οφείλεται σε επίδραση από το απεραθίτικο ιδίωμα.

Ένα φαινόμενο, που είναι κοινό σ’ όλα τα ναξιώτικα χωριά, είναι η σίγηση του /γ/ ανάμεσα σε φωνήεντα, αλλά και στην αρχή λέξης (ειτονιά : γειτονιά, ιατί : γιατί, θα ύρει : θα γύρει, να ‘ενώ : να γίνω, λίο : λίγο, λέανε : λέγανε, εώ : εγώ, απαλλάια : απαλλάγια). Το φαινόμενο αυτό, σύμφωνα με τον Κοντοσόπουλο (2001: 58), αποτελεί ένα από τα κυριότερα φαινόμενα της κυκλαδίτικης προφοράς, ωστόσο δεν παρατηρείται σε όλες ανεξαιρέτως τις λέξεις: αγαθός, αγαπώ, αγώι : αγώγι κ.λπ. (Οικονομίδης 1952: 226). Μέσα στα πλαίσια των αποβολών συμφώνων, μπορούμε επίσης να σημειώσουμε την αποβολή των /d/, /m/, /n/, /p/ (έπεψες : έπεμψες, καένα : κανένα, υχιά : νυχιά, τίοτα : τίποτα, ‘ια ‘ε : για ιδέ).

Παρατηρείται επίσης ανάπτυξη του ‘άλογου’ /γ/ ανάμεσα στο /v/ και τη ρηματική κατάληξη –ω (ανάβγει : ανάβει, βόλευγε : βόλευε, ξεμπερδεύγεις : ξεμπερδεύεις, σάλευγε : σάλευε, βασιλεύγει : βασιλεύει, δούλευγε : δούλευε) (Οικονομίδης 1952: 228? Ζευγώλης 1937, 2006: 56, 1998: 28? Κοντοσόπουλος 2001: 58).

Τα κλειστά ηχηρά /mb/, /nd/, /ng/ προφέρονται με τα άρρινα αλλόφωνά τους /b/, /d/, /g/ αντίστοιχα, κυρίως στις μεσαίες θέσεις λέξεων (είda : είντα, bιρbινίτσα : μπιρμπινίτσα, ιάdα : γιάντα/ γιατί, μουdί : μουντί, πουdί : πουντί, αφέdης : αφέντης, δαdέλα : δαντέλα) (Οικονομίδης 1952: 224? Κοντοσόπουλος 2001: 59? Ζευγώλης 1998: 28). Η ίδια φωνητική πραγμάτωση παρατηρείται όταν αυτά τα συμπλέγματα προέρχονται από συνεκφορά των ν+κ, ν+τ, ν+π στα όρια των λέξεων (στη dραγαία : στην Τραγαία, σα d’ αψηλά βουνά : σαν τα ψηλά βουνά, μη dυχό : μην τυχόν, στη bλάτσα : στην πλατεία, στη bαρασκιά : στην παρασκιά, <με το γκαιρό> : με τον καιρό, <σα γκαλός> : σαν καλός, <στη γκόλαση> : στην κόλαση, <τη ντυμασά> : την ενδυμασία). Τέλος, μεταξύ των /π/ ή /φ/ και του συνιζανόμενου -ι- αναπτύσσεται πολλές φορές το σύμφωνο /κ/ (Οικονομίδης 1952: 228) (συντροφκιά : συντροφιά, χασαπκιό : χασάπικο, πκιοτό : πιοτό, πκιότερο : πιότερο, πκια : πια (αλλά και πλια).

Μορφολογία

Ένα μορφολογικό φαινόμενο που απαντά γενικότερα στα κυκλαδίτικα ιδιώματα είναι η προσθήκη της συλλαβής -νε στην κατάληξη παρωχημένων ρηματικών τύπων του γ’ ενικού και πληθυντικού προσώπου (είχενε : είχε), κάτι που συμβαίνει, όπως αναφέρει ο Κοντοσόπουλος (2001: 60) και στον νομό Ρεθύμνης. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι σε πολυσύλλαβα ρήματα που έχουν τη συγκεκριμένη κατάληξη αναπτυσσεται και δευτερεύων τόνος (σκεύγουντάνε : σκεφτόταν, ποκάθουντάνε : που καθόταν, ίνουντάνε : γινόταν).

Επιπλέον, η γενική του θηλυκού άρθρου είναι τση αντί της, ενώ και η αιτιατική πληθυντικού αρσενικού και θηλυκού άρθρου είναι τσι και όχι τους ή τις. Επίσης, τα κτητικά του, της και τους αντικαθιστώνται με τα dου, τζη και dωνε αντίστοιχα (τση λαλάς : της γιαγιάς, να τση ρίξεις : να της ρίξεις, με τσι βράκες : με τις βράκες, τση γράφω : της γράφω, καλή τζη ώρα : καλή της ώρα, ‘ια dον αφέdη τζη : για τον πατέρα της, τα παιδιά ντωνε : τα παιδιά τους).

Όλα τα ρήματα, είτε αρχίζουν από φωνήεν είτε από σύμφωνο, στους ιστορικούς χρόνους παίρνουν αύξηση η-, εάν αυτή τονίζεται, αλλά ε-, όταν είναι άτονη (Οικονομίδης 1952: 238-9). Το συγκεκριμένο γλωσσικό φαινόμενο απαντά ολόιδιο στην Ανατολική Κρήτη, ενώ στην υπόλοιπη Νάξο δεν ισχύει ως γραμματικός κανόνας (Ζευγώλης 1998: 39 κ.εξ.) (ήτρωεν : έτρωγε, ήφηνε : άφηνε, εσηκώθημα : σηκωθήκαμε, εδούλεια : φοβόταν).

Χρησιμοποιούνται, επίσης, οι καταλήξεις –θης και –θη στο β’ και γ’ ενικό πρόσωπο του παθητικού αορίστου, αντί των –θηκες και –θηκε της Κοινής (Οικονομίδης 1952: 243) (ποβρέθην : που βρέθηκε, εξημερώθησα : ξημερώθηκαν, εσκέφθησαν : σκέφτηκαν), πράγμα το οποίο απαντά στη δυτική Κρήτη, αλλά όχι στα υπόλοιπα χωριά της Νάξου, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων (Ζευγώλης 1998: 42 κ.εξ.).

Το γ’ πληθυντικό πρόσωπο στους ενεργητικούς χρόνους της οριστικής έχει καταλήξεις –ουσι και –ασι (Οικονομίδης 1952: 242-3), πράγμα το οποίο παρατηρείται μόνο στα χωριά των Σφακίων Κρήτης. Στ’ Απεράθου συμβαίνει ακριβώς το ίδιο, ενώ στους άλλους ναξιώτικους οικισμούς το φαινόμενο αυτό δεν απαντά, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, όπως σημειώνει ο Ζευγώλης (1998: 45) (λέσι : λένε, έχουσιν : έχουν, πέφτουσι : πέφτουν, ήπκιασι : ήπιαν, πίνασι : έπιναν, λέασι : έλεγαν, είδασι : είδαν, εφάασι : έφαγαν).

Σύνταξη

Το αντικείμενο του ρήματος επιτάσσεται, όταν αυτό εκφέρεται με εγκλιτικό αντωνυμικό τύπο (Οικονομίδης 1952: 256). Σύμφωνα με τον Ζευγώλη ([1956] 2006: 32), η επίταξη του αντικειμένου γίνεται στην περίπτωση που δεν προηγούνται άλλες λέξεις, ενώ όταν προηγούνται, τότε το αντωνυμικό αντικείμενο προτάσσεται (πού ‘κουέ μου : που άκουγε εμένα, ήγραφέ dου : του έγραφε, λέω σου : σου λέω, δώνω σου : σου δίνω, μοιάζει τζη : της μοιάζει, ήγραφέ της : της έγραφε).

Τέλος, διατηρείται η σύνταξη ρημάτων με αντικείμενο σε γενική (πού ‘κουέ μου : που άκουγε από εμένα, προσπαθώ να σου ξεχάσω : προσπαθώ να σε ξεχάσω), πιθανώς εξέλιξη της αρχαίας δοτικής σε κάποιες περιπτώσεις (λέω σου : σου λέω, δώνω σου : σου δίνω, μοιάζει τζη : της μοιάζει, πιστεύγω σου : σε πιστεύω, αν σου καταραστώ : αν σε καταραστώ) (Ζευγώλης [1956] 2006: 31? Οικονομίδης 1952: 259).

Λεξιλόγιο

Το φαινόμενο της σύνθεσης έχει μεγάλη επίδοση στο Απεραθίτικο ιδίωμα. Με μια ιδιαίτερη ευκολία συντίθενται επωνύμια, παρωνύμια, βαπτιστικά, ενώ συχνά συνδέονται ουσιαστικά και επίθετα με παθητικές μετοχές που φανερώνουν βλάβη, ευχή ή κατάρα (αφροκυλισμένος, χιλιοαναθεμένος, αδικοφρονεμένος, κακοβραδυασμένος). Ο Δ.Β. Οικονομίδης παρατηρεί ότι η σύνθεση γίνεται πολλές φορές μεταξύ τριών ή και περισσοτέρων λέξεων, πράγμα που θυμίζει τα Αριστοφάνεια σύνθετα (διπλοχιλιοσαρανταναθεμένος, καματοδιβολοτριβολιστής).

Η χρήση, τέλος, δάνειων ιταλικών, ενετικών, τουρκικών, αραβικών, ισπανικών, γαλλικών κ.λπ. λέξεων είναι αρκετά συχνή στο ιδίωμα (αβάdα< ιταλ. avanti, άρbουρο< ενετ. alboro, αbαδέλλι< τουρκ. αba, αβανιά< αραβ. havan, ζαbόνι< γαλλ. jambon).

Αυτά τα ολίγα για το ιδίωμα τ’ Απεράθου…

Βιβλιογραφία

Ζευγώλης, Γ. [1937] 2006. «Το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι στην Απείρανθο της Νάξου». Αναδημοσίευση στο Φιλολογικά και Λαογραφικά Μελετήματα. Αθήνα, 53-103.
Ζευγώλης, Γ. [1954] 2006. «Μια νέα τεχνοτροπία στα λαϊκά τραγούδια της Νάξου». Νέα Εστία, τ.55, τεύχος 640. Αναδημοσίευση στο Φιλολογικά και Λαογραφικά Μελετήματα. Αθήνα, 178-185.
Ζευγώλης, Γ. [1956] 2006. «Γλωσσικά φαινόμενα από τα ιδιώματα της Νάξου». Στο Melanges Merlier (Insitut Francais d’Athenes), tome II. Athenes. Αναδημοσίευση στο Φιλολογικά και Λαογραφικά Μελετήματα. Αθήνα, 21-37.
Ζευγώλης, Γ. 1998. Έποικοι κρητικοί στ’ Απεράθου της Νάξου. Αθήνα.
Κεφαλληνιάδης, Ν. 1995. «Κρητικοί στη Νάξο». Ανάτυπο από την Επετηρίδα Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών. Πρακτικά Α’ Κυκλαδολογικού Συνεδρίου (Άνδρος, 5-9 Σεπτεμβρίου 1991). Τόμος ΙΕ’, Μέρος Β’. Αθήνα, 108-118.
Κοντοσόπουλος, Ν. 2001. Διάλεκτοι και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.
Οικονομίδης Δ. 1952. «Περί του γλωσσικού ιδιώματος Απειράνθου Νάξου». Αθηνά 56, 215- 275.
Σιγάλας, Α. 1949. «Γλωσσικά ιδιώματα και εποικισμοί της Νάξου». Ναξιακόν Αρχείον 15, Νάξος, 192-216.
Σφυρόερας, Ν. 1984. Δημοτικά τραγούδια από τ’ Απεράθου της Νάξου. Αθήνα: Απεραθίτικος Σύλλογος.
Τσουκνίδας, Γ. 1994. «Ρηματικά ουσιαστικά στο ιδίωμα της Απυράνθου». Ανάτυπο από τα Πρακτικά του Α’ Πανελληνίου Συνεδρίου με θέμα «Η Νάξος διά μέσου των αιώνων» (Φιλώτι, 3-6 Σεπτεμβρίου 1992), 961-976.

Για το παρόν κείμενο αντλήθηκαν στοιχεία από τη μεταπτυχιακή εργασία της Μαρίας Ξεφτέρη με τίτλο: «Κοινωνιογλωσσική προσέγγιση του Ιδιώματος τ’ Απεράθου Νάξου (όπως διατηρείται στην Αθήνα)» (Σεπτέμβριος 2005). Εκτενής αναφορά επίσης γίνεται στην ανακοίνωση της ίδιας στην 4η Συνάντηση Μεταπτυχιακών Φοιτητών του Πανεπιστημίου Αθηνών, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2007 (υπό δημοσίευση).

Advertisements

6 thoughts on “«Άμα δε dηνε ‘ατρεύει κανείς, τη χάνει τη dοπιολαλιά dου»… (γ’)

  1. Εύγε για το ιστολόγιο. Τα απεραθιώτικα μού παρουσίασαν αρκετά ενδιαφέροντα κατά τη διατριβή μου, αν κι αυτό οφείλεται μάλλον και στο ότι τα κείμενα του Ζευγώλη ήταν από τα πρώτα εκτενή κείμενα στα αρχεία του ΙΛΝΕ.

    • Πολύ ενδιαφέρον! Συνεπώς, χρόνος να υπάρχει και σίγουρα θα τη διαβάσω! 🙂
      Ευχαριστώ πολύ για το λινκ, Νίκο!

  2. Πολύ ενδιαφέρον. Δε γνώριζα ότι η θεωρία περί κρητικής καταγωγής των Απεραθιτών θεωρείται αναπόδεικτη, νόμιζα ότι είναι κάτι βέβαιο.

    Μια απορία: γιατί «ιδίωμα τ’ Απεράθου»; Αυτή τη σύνταξη την είδα και σ’ άλλα σημεία του μπλογκ. Από άλλους ντόπιους έχω ακούσει να λένε: ονομ. τ’ Απεράθου, γενική τ’ Απεραθιού.

    Πάντως, από τη στιγμή που η σχέση των Απεραθιτών με την Κρήτη παραμένει ανοικτό ζήτημα, θα πρέπει να γίνει παραβολή του ιδιώματος και με άλλα, και έχω στο νου μου συγκεκριμένα τα κυπροδωδεκανησιακά. Τα περισσότερα φαινόμενα που περιγράφονται εδώ απαντούν, ίδια ή παρόμοια, κι εκεί.

    Συγκεκριμένα:

    -Σε επίπεδο φωνητικής δεν νομίζω να παρατηρούνται αξιοσημείωτες ομοιότητες, πέρα από κάποιες πολύ ευρείας διάδοσης (η υπερωική προφορά / τσιτακισμός του κ απαντά σε πολλές περιοχές με διάφορες μορφές), εκτός ίσως από τα ρήματα σε -εύγω που τα βρίσκουμε και στα Κ/Δ ιδιώματα (Κύπρος: -εύκω).

    -Σε επίπεδο μορφολογίας έχουμε πολλά κοινά σημεία. Η αύξηση των ρημάτων λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο και στα περισσότερα 12νησα (ειδικά στην Κάλυμνο το η διατηρείται και άτονο). Ο παθ. αόριστος επίσης διατηρεί ορισμένες από τις αρχαίες καταλήξεις: -θηκα, -θης, -θη(ν), -θημεν, -θητε, -θησαν. Τα γ’ πληθυντικά σε -σι(ν) είναι από τα χαρακτηριστιότερα σημεία των Κ/Δ ιδιωμάτων, και αποτελούν σε σημαντικό βαθμό ζωντανό φαινόμενο και σήμερα. Στην Κρήτη λέγονται; Τα έχω βρει μόνο στον Ερωτόκριτο, όπου (αν δεν τεκμηριώνεται το αντίθετο) θα μπορούσαν να θεωρηθούν όχι ιδιωματισμός αλλά απλώς ένα φαινόμενο της αρχαίας που τότε ακόμη δεν είχε χαθεί.
    Αυτή η κατάληξη υπάρχει και στα μανιάτικα.

    -Στη σύνταξη επίσης τόσο η επίταξη του αντικειμένου ως αδύναμου τύπου της προσωπικής ή δεικτικής αντωνυμίας (είπα σού το κι ήκαμές το το φουστάνι σου κοντό) όσο και ορισμένες συντάξεις με γενική (σου ‘κουσα, κάθα που θα σου θυμηθώ) διατηρούνται ή διατηρούνταν μέχρι πρόσφατα σε αρκετά νησιά.

    Οπωσδήποτε δύο σημαντικά χαρακτηριστικά των Κ/Δ ιδιωμάτων που απουσιάζουν από το απεραθίτικο είναι η προφορά των διπλών συμφώνων και η μεγάλη τάση για προσθήκη τελικών -ν. Άρα δεν τίθεται θέμα πολιτογράφησης του απεραθίτικου στα κυπροδωδεκανησιακά. Ωστόσο αρκετές από τις ομοιότητες είναι τόσο χαρακτηριστικές ώστε αξίζουν ένα σχετικό προβληματισμό, πιστεύω.

    Να σημειώσω επίσης ότι μου τη δίνουν μερικοί Απεραθίτες τραγουδιστές που ενώ γενικά η προφορά τους είναι σχεδόν πλήρως εξαθηναϊσμένη, διατηρούν ειδικά το απεραθίτικο λ, το πιο χτυπητό στοιχείο του ιδιώματος, εν είδει σφραγίδας γνησιότητας. Αυτό δεν είναι αυθεντικότητα, είναι τοπικισμός. Επίσης είναι ακαλαίσθητο, σα να φοράς παραδοσιακό τσεμπέρι κι από κάτω μακώ και τζην.

    Με εκτίμηση, Π.Σ.

    • Γεια σου Pepe!!

      Πολύ ενδιαφέρον. Δε γνώριζα ότι η θεωρία περί κρητικής καταγωγής των Απεραθιτών θεωρείται αναπόδεικτη, νόμιζα ότι είναι κάτι βέβαιο.

      Αν θες τη γνώμη μου, θα έλεγα ότι αυτή η υπόθεση έχει μια βάση και μπορεί να δικαιολογήσει ομοιότητες που παρατηρούνται σε γλωσσικά και γενικά πολιτισμικά θέματα ανάμεσα στους δύο τόπους. Ωστόσο, πόσο σίγουροι μπορούμε να είμαστε, όταν τα κυκλαδίτικα ιδιώματα –και ευρύτερα τα ιδιώματα της κυκλαδοκρητικής, κατά τον Κοντοσόπουλο, ενότητας– δεν έχουν μελετηθεί ενδελεχώς ή και το υλικό που υπάρχει δεν πάει τόσο πίσω στον χρόνο, για να δούμε τελικά αν τέτοια φαινόμενα υπήρχαν και σε άλλα νησιά; Για παράδειγμα, στη Νάξο τα αλλόφωνα του /λ/ παρουσιάζουν ενδιαφέρον σε όλα σχεδόν τα χωριά, και στα 3 καταγεγραμμένα ιδιώματα. Παρατηρούμε την υπερωική του προφορά (Απεράθου), παρατηρούμε την πλήρη αποβολή του (Φιλώτι, Ανούμερα γενικώς), άλλες φορές την αποβολή του αλλά και τη δημιουργία ενός ημίφωνου φθόγγου «ου», το οποίο μάλιστα το ερμηνεύουν ως προϊόν προηγούμενης υπερωικής προφοράς του /λ/ (Φιλώτι, Ανούμερα), άλλες φορές την πλήρη τροπή του σε ρ κ.λπ. Εννοείται πως αυτά γίνονται υπό συγκεκριμένες φωνολογικές προϋποθέσεις (και σύμφωνα με τις καταγραφές που έχουν κάνει κυρίως Ναξιώτες λαογράφοι). Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, λοιπόν, να δούμε αν αυτή η ποικιλία ξεκίνησε με μια συγκεκριμένη προφορά (π.χ. την υπερωική προφορά), η οποία σιγά σιγά άρχισε να πέφτει σε κάποια χωριά, ενώ σε κάποια άλλα διατηρήθηκε.

      Σχετικά με τον εποικισμό και την κρητική «καταγωγή»: Και βέβαια δεν υποτιμώ την έρευνα του Ζευγώλη. Και βέβαια δεν μπορώ να παραβλέψω τις οικογενειακές παραδόσεις αυτών των ανθρώπων (συμπεριλαμβανομένης και της δικής μου οικογένειας!). Είναι, όμως, άλλο θέμα να λέμε ότι έγινε εποικισμός ενός αριθμού Κρητών στο χωριό (ακόμα κι αν δεν έχει καταγραφεί σε κανένα έγγραφο) και άλλο να λέμε ότι «Οι Απεραθίτες κατάγονται από την Κρήτη», έτσι γενικά. Ειδικά το τελευταίο διάστημα, παρατηρώ μια τάση γενίκευσης –επικίνδυνης κατ’ εμέ– ως προς αυτό το ζήτημα, που μου χτυπά πολλά καμπανάκια για τη γλωσσική ιδεολογία που έχει διαμορφωθεί στους Απεραθίτες.

      Πάντως, από τη στιγμή που η σχέση των Απεραθιτών με την Κρήτη παραμένει ανοικτό ζήτημα, θα πρέπει να γίνει παραβολή του ιδιώματος και με άλλα, και έχω στο νου μου συγκεκριμένα τα κυπροδωδεκανησιακά. Τα περισσότερα φαινόμενα που περιγράφονται εδώ απαντούν, ίδια ή παρόμοια, κι εκεί.

      Συγκεκριμένα:

      -Σε επίπεδο φωνητικής δεν νομίζω να παρατηρούνται αξιοσημείωτες ομοιότητες, πέρα από κάποιες πολύ ευρείας διάδοσης (η υπερωική προφορά / τσιτακισμός του κ απαντά σε πολλές περιοχές με διάφορες μορφές), εκτός ίσως από τα ρήματα σε -εύγω που τα βρίσκουμε και στα Κ/Δ ιδιώματα (Κύπρος: -εύκω).

      -Σε επίπεδο μορφολογίας έχουμε πολλά κοινά σημεία. Η αύξηση των ρημάτων λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο και στα περισσότερα 12νησα (ειδικά στην Κάλυμνο το η διατηρείται και άτονο). Ο παθ. αόριστος επίσης διατηρεί ορισμένες από τις αρχαίες καταλήξεις: -θηκα, -θης, -θη(ν), -θημεν, -θητε, -θησαν. Τα γ’ πληθυντικά σε -σι(ν) είναι από τα χαρακτηριστιότερα σημεία των Κ/Δ ιδιωμάτων, και αποτελούν σε σημαντικό βαθμό ζωντανό φαινόμενο και σήμερα. Στην Κρήτη λέγονται; Τα έχω βρει μόνο στον Ερωτόκριτο, όπου (αν δεν τεκμηριώνεται το αντίθετο) θα μπορούσαν να θεωρηθούν όχι ιδιωματισμός αλλά απλώς ένα φαινόμενο της αρχαίας που τότε ακόμη δεν είχε χαθεί.
      Αυτή η κατάληξη υπάρχει και στα μανιάτικα.

      -Στη σύνταξη επίσης τόσο η επίταξη του αντικειμένου ως αδύναμου τύπου της προσωπικής ή δεικτικής αντωνυμίας (είπα σού το κι ήκαμές το το φουστάνι σου κοντό) όσο και ορισμένες συντάξεις με γενική (σου ‘κουσα, κάθα που θα σου θυμηθώ) διατηρούνται ή διατηρούνταν μέχρι πρόσφατα σε αρκετά νησιά.

      Οπωσδήποτε δύο σημαντικά χαρακτηριστικά των Κ/Δ ιδιωμάτων που απουσιάζουν από το απεραθίτικο είναι η προφορά των διπλών συμφώνων και η μεγάλη τάση για προσθήκη τελικών -ν. Άρα δεν τίθεται θέμα πολιτογράφησης του απεραθίτικου στα κυπροδωδεκανησιακά. Ωστόσο αρκετές από τις ομοιότητες είναι τόσο χαρακτηριστικές ώστε αξίζουν ένα σχετικό προβληματισμό, πιστεύω.

      Πολύ ενδιαφέροντα όσα σημειώνεις και εννοείται πως συμφωνώ απόλυτα με την τελευταία σου πρόταση!! Κάποια από αυτά τα φαινόμενα απαντούν και στα άλλα δύο ιδιώματα της Νάξου, αλλά και σε άλλα κυκλαδίτικα. Χαρακτηρίζουν, δηλαδή, γενικότερα τα νότιου φωνηεντισμού ιδιώματα! Σχετικά με την κατάληξη -ασι, αν θυμάμαι καλά, απαντά και στην Κρήτη, συγκεκριμένα στα Σφακιά.

      Σχετικά με τα μορφολογικά και συντακτικά φαινόμενα που προέρχονται από την αρχαία ελληνική, νομίζω πως εδώ παίζει να εξετάζεται το ζήτημα και με λανθασμένη μεθοδολογία. Οι αρχαϊσμοί στις νεοελληνικές διαλέκτους νομίζω πως πρέπει να αντιμετωπιστούν διαφορετικά και όχι να θεωρηθούν ως ενδείξεις διαλεκτικής διαφοροποίησης.

      Να σημειώσω επίσης ότι μου τη δίνουν μερικοί Απεραθίτες τραγουδιστές που ενώ γενικά η προφορά τους είναι σχεδόν πλήρως εξαθηναϊσμένη, διατηρούν ειδικά το απεραθίτικο λ, το πιο χτυπητό στοιχείο του ιδιώματος, εν είδει σφραγίδας γνησιότητας. Αυτό δεν είναι αυθεντικότητα, είναι τοπικισμός. Επίσης είναι ακαλαίσθητο, σα να φοράς παραδοσιακό τσεμπέρι κι από κάτω μακώ και τζην.

      Αυτό σαφώς οφείλεται στην ομολογουμένη στάση τοπικισμού που έχουν αρκετοί Απεραθίτες, η οποία περισσότερο κακό κάνει παρά καλό. Νομίζω πως καταλαβαίνω σε ποιον αναφέρεσαι… Είναι πολύ διαφορετικό να αποκτά ένα γλωσσικό χαρακτηριστικό συμβολικό χαρακτήρα για τους ομιλητές του, και άλλο να χρησιμοποιείται ως «σφραγίδα γνησιότητας», ειδικά σε όταν αυτή η σφραγίδα βρίσκεται πάνω σε μουχλιασμένο κρέας. Μεγάλη κουβέντα αυτή, Pepe, που θα χαρώ να τη συνεχίσουμε, γιατί έχει προεκτάσεις!

      Μια απορία: γιατί «ιδίωμα τ’ Απεράθου»; Αυτή τη σύνταξη την είδα και σ’ άλλα σημεία του μπλογκ. Από άλλους ντόπιους έχω ακούσει να λένε: ονομ. τ’ Απεράθου, γενική τ’ Απεραθιού.

      Λέγεται και το «Απεραθιού». Νομίζω όμως πως το όνομα «Απεράθου» προέρχεται από γενική (πρβ. Πάμε στου Πέτρου;). Με πιάνεις λίγο αδιάβαστη με τα ονοματολογικά! Ακόμα και αυτά ακόμη δεν είναι ξεκαθαρισμένα (ποια είναι η ετυμολογία του ονόματος «Απείρανθος» και «Απεράθου»).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s