Η Μεγάλη Εβδομάδα στο Δαμαριώνα της Νάξου


Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό «Οι Νάξιοι» (τεύχος 5/ Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2001). Βασική πηγή συγγραφής του ήταν το βιβλίο του Νίκου Κεφαλληνιάδη «Δαμαριώνας».

Ανάμεσα στους πρόποδες της «Ράχης Δαμαριώνα» και «στου Λαού το βουνί», στο νότιο μέρος του Λεκανοπεδίου της Τραγαίας, βρίσκεται ο Δαμαριώνας, ένα χωριό που ξεχωρίζει για τη γνήσια νησιώτικη αρχιτεκτονική του, για τις απέραντες εκτάσεις του με ελαιώνες, αμπέλια, ποτιστικά χωράφια και βοσκοτόπια και κυρίως για τους ανθρώπους του. Άνθρωποι, οι οποίοι κουβαλούν ό,τι η Αξώτικη γη τους προσέφερε και τους προσφέρει ακόμη. Περνούν την κάθε στιγμή της ζωής τους έτσι όπως της αξίζει, πόσο μάλλον, όταν εντάσσεται στα πλαίσια της θρησκευτικής ζωής.

Συνέχεια

Advertisements

Το «ετοιμόλογον» του Δημητράκη (μέρος 4ο)


Το παρόν κείμενο αποτελεί το τέταρτο και τελευταίο μέρος μιας σειράς άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Οι Νάξιοι» του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων (τεύχη 29, 30, 31, 32).

Με το φωτογράφο της Χώρας

Ο Δημητράκης ήταν και βοσκός ήταν και σμυριγλάς και κάθε χρόνο εζύγιζε στο όνομά του από εκατό έως διακόσα κοντάρια σμυρίγλι. Όχι μόνο ο Δημητράκης, αλλά και όλοι οι βοσκοί είχαν και δυο εργάτες. Είχαν βέβαια όλοι τα βιβλιάριά τους και έβαζαν τα ένσημα. Ανάλογα με την ποσότητα του σμυριγλιού που παρέδιδαν στο κράτος, έμπαιναν και τα ένσημα στο βιβλιάριο. Ο Δημητράκης, λοιπόν, μια μέρα κατέβηκε στη Χώρα της Νάξου για να ανανεώσει το βιβλιάριό του που ήταν πολύ παλιό. Έπρεπε να βγάλει και φωτογραφίες που ήταν απαραίτητες στο βιβλιάριο.

Ευρήκε, λοιπόν, στην παραλία ένα φωτογράφο με την μηχανή με το πανί και με το τρίποδο που ήταν επάνω η μηχανή. Ο φωτογράφος, λοιπόν, έβαλε μια καρέκλα και κάθισε ο Δημητράκης επάνω και τον οδήγησε πώς θα κάθεται και τι «πόζα» θα κρατήσει. Ο Δημητράκης του λέει: «Να σε ρωτήσω κάτι;» «Ό,τι θες», του απαντάει ο φωτογράφος. «Αυτό ιαέ το νυχάκι που έχεις στο αριστερό σου δαχτυλάκι, είντα το χρειάζεσαι και τσιτώνει πέρα σαν διάολος». Ο φωτογράφος δε μίλησε. Ο Δημητράκης όμως του το ξαναλέει. Και πάλι δε μιλάει ο φωτογράφος. Αφού του είπε όμως και τρίτη φορά, ο φωτογράφος νευρίασε και, όπως ήταν θυμωμένος, λέει: «Για να ξύνω τα τέτοια μου». Και τότε ο Δημητράκης του λέει: «Αμ’ άφης, λοιπόν, και στο άλλο χέρι να ξύνεις και τα δικά μας». Ο φωτογράφος βέβαια δεν περίμενε μια τέτοια απάντηση από ένα χωριάτη βρακά, που μόνο ένας Πειραιώτης μάγκας μπορούσε να του απαντήσει έτσι.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Συνέχεια