Η Μεγάλη Εβδομάδα στο Δαμαριώνα της Νάξου


Το κείμενο αυτό έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό «Οι Νάξιοι» (τεύχος 5/ Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2001). Βασική πηγή συγγραφής του ήταν το βιβλίο του Νίκου Κεφαλληνιάδη «Δαμαριώνας».

Ανάμεσα στους πρόποδες της «Ράχης Δαμαριώνα» και «στου Λαού το βουνί», στο νότιο μέρος του Λεκανοπεδίου της Τραγαίας, βρίσκεται ο Δαμαριώνας, ένα χωριό που ξεχωρίζει για τη γνήσια νησιώτικη αρχιτεκτονική του, για τις απέραντες εκτάσεις του με ελαιώνες, αμπέλια, ποτιστικά χωράφια και βοσκοτόπια και κυρίως για τους ανθρώπους του. Άνθρωποι, οι οποίοι κουβαλούν ό,τι η Αξώτικη γη τους προσέφερε και τους προσφέρει ακόμη. Περνούν την κάθε στιγμή της ζωής τους έτσι όπως της αξίζει, πόσο μάλλον, όταν εντάσσεται στα πλαίσια της θρησκευτικής ζωής.

Όπως σημειώνει ο αείμνηστος Νίκος Κεφαλληνιάδης, η Μεγάλη Βδομάδα, στο Δαμαριώνα, όπως και σε κάθε άλλο χωριό της Νάξου, άρχιζε με νηστεία και προσευχή. Ήδη από την Κυριακή των Βαϊων, μετά το τέλος της λειτουργίας, τα παιδιά πήγαιναν στ’ αμπέλια για να κόψουν κλήματα και να τα φέρουν στην εκκλησία. Αυτά θα τα άναβαν τα μεσάνυχτα του Μ. Σαββάτου, θα άναβαν, όπως έλεγαν, την «ανεφωτάρα», η οποία συμβόλιζε αυτούς που σταύρωσαν το Χριστό.

Τη Μ. Δευτέρα και Μ. Τρίτη, όλοι οι κάτοικοι πήγαιναν στην εκκλησία για ν’ ακούσουν το «Κύριε των Δυνάμεων». Ειδικά το απόγευμα της Μ. Τρίτης, μετά το τέλος της λειτουργίας, τα παιδιά έβγαιναν στην αυλή και είχαν το δικαίωμα να πετάξουν πέτρες και να κυνηγήσουν το «Δυνάμεων», που τόσο τα είχε κουράσει όλη τη Σαρακοστή. Το βράδυ της Μ. Τρίτης, όλο το χωριό μαζευόταν στο Νυμφίο και έψαλλαν το τροπάριο της Κασσιανής. Τα απόγευμα της Μ. Τετάρτης, ο παπάς έκανε το ευχέλαιο, όλοι μυρώνονταν για να μπορούν να κοινωνήσουν την επόμενη μέρα.

Το πρωί της Μ. Πέμπτης, ο ιερέας πήγαινε την αυγή στην εκκλησία και σήκωνε τρία «Άγια ποτήρια». Ένα πρωί- πρωί για τα μωρά και τους αρρώστους γέρους που δεν μπορούσαν να μένουν νηστικοί. Έπειτα, το επόμενο, μόλις χτυπούσε η δεύτερη καμπάνα για τα πιο μεγάλα παιδιά και για όσους δεν μπορούσαν να κρατήσουν μέχρι να τελειώσει η Λειτουργία του Μυστικού Δείπνου και το τελευταίο στη Θεία Λειτουργία του Αγίου Βασιλείου. Αυτό γινόταν μόνο τη Μ. Πέμπτη, σε ανάμνηση του Μυστικού Δείπνου του Κυρίου και για να καταλυθεί ο Άγιος Άρτος από το Άγιο Αρτοφόριο που φυλάσσεται από την Μ. Πέμπτη του προηγούμενου χρόνου. Το βράδυ της Μ. Πέμπτης, η καμπάνα χτυπούσε αργά και πένθιμα. Όλο το χωριό πήγαινε στην εκκλησία για τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Πριν σηκώσουν τον Εσταυρωμένο, στο τέταρτο Ευαγγέλιο, γινόταν κεροδοσία σ’ όλο το εκκλησίασμα. Την κεροδοσία έκανε κάθε χρόνο ο πρωτονοικοκύρης του χωριού. Την ώρα που ο παπάς ύψωνε το Σταυρό, όλος ο κόσμος άναβε τα κεριά του και η εκκλησία φεγγοβολούσε… Ο κόσμος άρχιζε να προσκυνά, ενώ πολλές κοπέλες τοποθετούσαν κοντά στο Σταυρό στεφάνια από μωβ και άσπρες βιολέτες που είχαν φτιάξει μόνες τους.

Τη Μ. Παρασκευή το πρωί, ξεκινούσε ο στολισμός του επιταφίου. Τα παιδιά πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και με κάνιστρα και δίσκους στα χέρια ζητούσαν από τις νοικοκυρές να τους δώσουν λουλούδια από τα περιβόλια και τις γλάστρες τους. Ορισμένοι σηκώνονταν την αυγή και, νηστικοί, άναβαν και θυμιάτιζαν όσες εκκλησίες μπορούσαν, γιατί ήταν καλό. Κανείς δεν κάρφωνε στους τοίχους, ούτε έσφαζε, ούτε φιλούσε, γιατί θύμιζε το φιλί του Ιούδα.

Ο Επιτάφιος στολιζόταν από τα μεγάλα κορίτσια, τα οποία έψαλλαν και το μοιρολόϊ της Παναγίας παράλληλα. Ο παπάς, προκειμένου ν’ αρχίσουν οι Ώρες, χτυπούσε δύο πένθιμες βιλιές για να μαζευτούν στην εκκλησία. Στον Εσπερινό, ο ιερέας κατέβαζε το σώμα του Χριστού από το Σταυρό μέσα σ’ ένα άσπρο σεντόνι και ετοιμαζόταν για την περιφορά του επιταφίου, η οποία έπρεπε να κυκλώσει όλο το χωριό για να μη μπορεί να το προσβάλει κανένα κακό. Μετά το τέλος της περιφοράς, οι κάτοικοι πήγαιναν στα σπίτια τους και έτρωγαν λιτά (καρύδια, ψωμί, ρακή). Μερικοί, και σχεδόν όλες οι γυναίκες, έμεναν νηστικοί ως το βράδυ, χωρίς νερό και ψωμί, όπου θα έπαιρναν αντίδωρο από τον παπά. Αυτοί «έπιαναν την Πέρδικα», έβρισκαν τη φωλιά, τ’ αυγά της Πέρδικας.

Το Μ. Σάββατο όλο το χωριό βρισκόταν σε κίνηση. Οι γυναίκες άναβαν τους φούρνους και έψηναν τα «δοξάρια», δηλαδή τα τσουρέκια, ενώ οι γιαγιάδες ετοίμαζαν τη μαγειρίτσα και την ξυνομυζήθρα. Οι άντρες ψώνιζαν και έσφαζαν τ’ αρνιά και ρίφια, που τα φύλαγαν για το Πάσχα. Όταν άρχιζαν τα χαρμόσυνα καμπανοκτυπήματα, ο κόσμος μαζευόταν στην εκκλησία. Τα παιδιά ετοίμαζαν τα κλήματα, που είχαν μαζέψει την Κυριακή των Βαϊων, για να τα ανάψουν, ενώ άλλα πετούσαν βαρελότα και τρίγωνα. Όταν άρχιζε το «Χριστός Ανέστη», οι καμπάνες χτυπούσαν δυνατά ενώ τα βαρελότα τα συνόδευαν. Οι εκκλησίες έκαναν τρίμμα με ευλογιά με κρέας ψητό και μυζήθρα και το μοίραζαν στον κόσμο. Μετά τη λιτανεία, ο κόσμος έμενε στην αυλή της εκκλησίας και έπαιζαν διάφορα παιχνίδια, όπως «το κεράκι», «τα καντούνια», «το δαχτυλιδάκι», «το σχοινάκι της κούνιας», «τον σαλταδούρο», «το γιασίρι», «τα σκλαβάκια», «το καράβι» κ.ά.

Την Κυριακή του Πάσχα, σ’ όλο το χωριό ακουγόταν ο χαιρετισμός «Χριστός Ανέστη», «Αληθώς Ανέστη» και μοιράζονταν κόκκινα αυγά και δοξάρια. Όταν πήγαιναν στην εκκλησία έπαιρναν μαζί τους μια «κουτσούνα» (την έφτιαχναν τη Μ. Παρασκευή) μέσα σε μαντήλι και την έβαζαν κάτω από τις εικόνες για να ευλογηθεί. Έπειτα μοίραζαν λίγο από το «ευκολοημένο». Οι γεωργοί το είχαν σε καλό να χτυπήσουν την καμπάνα για να μην τους πιάσει η μέση τους το θέρος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s