Γλωσσικές προκαταλήψεις (α’)


Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό «Οι Νάξιοι»
(τεύχος 33, Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2008).

Μέρος α’: μια θεωρητική προσέγγιση…

Ίσως δύο από τις πιο χαρακτηριστικές πολιτισμικές σταθερές που παρατηρούνται στις περισσότερες κοινότητες ανά τον κόσμο είναι τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις, οι υπεραπλουστευμένες, δηλαδή, αλλά ως επί το πλείστον διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις, που διαμορφώνονται από τα μέλη μιας κοινότητας και έχουν ως αντικείμενο αναφοράς τους συγκεκριμένες κατηγορίες ατόμων και ομάδων. Το ενδιαφέρον με τα συγκεκριμένα κοινωνικά φαινόμενα είναι ότι ενώ προέρχονται από την καθημερινή κοινή πραγματικότητα, δεν ανταποκρίνονται στην αντικειμενική της πλευρά. Θα λέγαμε ότι αντιπροσωπεύουν περισσότερο το πώς τα ίδια τα άτομα αντιλαμβάνονται και κατηγοριοποιούν τον γύρω τους κόσμο (πώς τον αναπαριστούν), ενώ αυτές οι ιδεολογικές, υποκειμενικής υφής, κατασκευές σχετίζονται άμεσα με την ίδια τη συμπεριφορά που τελικά θα υιοθετηθεί απέναντι στις συγκεκριμένες ομάδες.

Πιο συγκεκριμένα, ως στερεότυπα θα χαρακτηρίζαμε τις οποιεσδήποτε κατηγορηματικές γενικεύσεις -όχι αποκλειστικά αρνητικές- που αφορούν ανθρώπους ή κοινωνικές ομάδες και που αγνοούν την ατομική ή κοινωνική ποικιλία και διαφορά. Η προκατάληψη διαφοροποιείται από το στερεότυπο στο ότι αποτελεί μία αποκλειστικά αρνητική ή δυσμενή στάση απέναντι σε μία ομάδα ή απέναντι στα μέλη που την απαρτίζουν. Χαρακτηρίζεται, όπως σημειώνει η Κωστούλα-Μακράκη (2001), από στερεότυπες πεποιθήσεις και πηγάζει από διαδικασίες που συντελούνται σε όσους τηρούν αυτή τη στάση και όχι από την πραγματική εξακρίβωση τού αν η ομάδα έχει τα γνωρίσματα που της αποδίδονται.

Οι δομές των προκατειλημμένων κοινωνικών αναπαραστάσεων, αλλά και γενικότερα η ιεράρχηση της κοινωνικής δομής, αντανακλώνται άμεσα στη γλωσσική συμπεριφορά των ατόμων, η οποία υπό αυτό το πρίσμα μπορεί να αποκλίνει ή να συγκλίνει με αυτό που θεωρείται συμβατικά κοινό, τη νόρμα (συχνά δηλαδή παρατηρείται το φαινόμενο της υπερδιόρθωσης [hypercorrection], σύμφωνα με την οποία οι ομιλητές μιας χαμηλού γοήτρου ποικιλίας, στην προσπάθειά τους να προσαρμοστούν σε υψηλότερου γοήτρου γλωσσικούς τύπους, κάνουν αναλογικούς σχηματισμούς και αυθαίρετες υπεργενικεύσεις).

Αλλά και η ίδια η αξιολόγηση κάποιων γλωσσικών χαρακτηριστικών ή ακόμα και ολόκληρων γλωσσών είναι άμεσα συνυφασμένη με τις υπάρχουσες κοινωνικές αναπαραστάσεις που έχουν διαμορφωθεί και που αφορούν στην ουσία τα εξωγλωσσικά κοινωνικά γνωρίσματα των ομιλητών που χρησιμοποιούν αυτούς τους τύπους ή τη συγκεκριμένη γλώσσα. Σ’ αυτήν την περίπτωση, μιλάμε για τη γλωσσική προκατάληψη [linguistic prejudice], τη συσχέτιση της χρήσης της γλώσσας από κάποιον ομιλητή με τα κοινωνικά χαρακτηριστικά τού τελευταίου. Ο τρόπος ομιλίας, δηλαδή, λειτουργεί ως κοινωνικό μήνυμα και χρησιμοποιείται ως πηγή αξιολογικής πληροφόρησης για τα κοινωνικά και τα επαγγελματικά χαρακτηριστικά του ομιλητή, για την καταγωγή του, αλλά και για χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του (Κωστούλα-Μακράκη 2001).

Σύμφωνα με τα πορίσματα των κοινωνικών ψυχολόγων (Hudson 1980), οι άνθρωποι αρέσκονται στη σκέψη ότι οι κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκουν είναι, από ορισμένες πλευρές τουλάχιστον, καλύτερες από άλλες, με τις οποίες μπορεί να συγκριθούν. Πέρα δηλαδή από το γεγονός ότι χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους ως σύμβολο ένταξής τους στην ομάδα (π.χ. μιλώ κρητικά, συνεπώς αποτελώ μέλος της κρητικής κοινότητας) και ως σύμβολο της κοινωνικής τους ταυτότητας (π.χ. μιλώ κρητικά, συνεπώς είμαι και αισθάνομαι Κρητικός), αρέσκονται στο να προβάλλουν ότι η ίδια τους η γλώσσα είναι καλύτερη από αυτήν άλλων κοινωνικών ομάδων. Ενώ λοιπόν, σε καθαρά γλωσσολογικό επίπεδο, γνωρίζουμε ότι όλες οι γλωσσικές ποικιλίες είναι ισότιμες, παρατηρούμε τη δημιουργία, αλλά και τη συντήρηση γλωσσικών προκαταλήψεων, είτε υπέρ είτε κατά ορισμένων ποικιλιών. Ιδιαίτερα το τελευταίο, όπως έχει παρατηρηθεί από κοινωνιογλωσσικές έρευνες, οδηγεί σε μία συγκεκριμένη γλωσσική στάση, τη γλωσσική ανασφάλεια [linguistic insecurity], σύμφωνα με την οποία ορισμένες κοινωνικές-γλωσσικές ομάδες έχουν αρνητικά συναισθήματα απέναντι στη μητρική τους γλώσσα ή για ορισμένα χαρακτηριστικά της, θεωρούν ότι είναι συγκριτικά χειρότερη, συνεπώς νιώθουν ανασφαλείς ως προς την αξία της ή ως προς το αν είναι σωστή (Αρχάκης & Κονδύλη 2002• Trudgill 2003).

Σύμφωνα με τους Αρχάκη & Κονδύλη (2002), η (λιγότερο ή περισσότερο ασυνείδητη) ενεργοποίηση γλωσσικών προκαταλήψεων συνήθως λαμβάνει χώρα διότι στις επαφές που μπορεί συχνά να έχουμε με αγνώστους, βρισκόμαστε σε κατάσταση γνωστικής αβεβαιότητας [cognitive uncertainty]• δεν έχουμε δηλαδή δυνατότητα άλλης πληροφόρησης σχετικής με την κοινωνική ταυτότητα και τις αξίες του συνομιλητή μας (αλλά και με τον τρόπο με τον οποίο αυτές επιδρούν στη συμπεριφορά του), παρά μόνο βάσει αυτών που λέει και κυρίως βάσει του τρόπου που τα λέει. Σ’ αυτήν την περίπτωση αναφερόμαστε σε μία βασική γνωστική διαδικασία, την κοινωνική κατηγοριοποίηση, η οποία αποτελεί έναν τρόπο κοινωνικοποίησης και επικοινωνίας με τους γύρω μας (π.χ. η συνειδητή ή ασυνείδητη προσπάθειά μας να ενταχθούμε σε μία ομάδα, που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα γλωσσικά, εθνικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και άλλα στοιχεία, είναι μία βασική μορφή κοινωνικής κατηγοριοποίησης).

Συνεπώς οι οποιεσδήποτε θετικές ή αρνητικές αξιολογήσεις που γίνονται, με βάση την ομιλία, αποτελούν μέρος αυτού που αναφέραμε παραπάνω, ενώ είναι δεδομένη και η ταύτιση των αξιολογικών κρίσεων που αφορούν μια ολόκληρη ομάδα μ’ αυτές που αναφέρονται σε κάθε μέλος της ξεχωριστά. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, ωστόσο, δεν μπορεί να μην εμπλέκονται και οι γλωσσικές στάσεις, οι οποίες ως σύνολα εξορθολογισμένων αντιλήψεων και αξιών (Μοσχονάς 2003), διαπλέκονται με την αξιακή διάσταση της γλώσσας. Μιλώντας, λοιπόν, για γλωσσικές προκαταλήψεις, παρατηρούμε ότι η εστίαση πλέον γίνεται στο γλωσσικό επίπεδο των κοινωνικών αναπαραστάσεων, οι οποίες αναπαράγονται μέσω κοινωνικά μαρκαρισμένων γλωσσικών στοιχείων που λαμβάνονται ως χαρακτηριστικά για την ιδιαίτερη γλωσσική έκφραση των ομιλητών μιας συγκεκριμένης ομάδας (Labov 1972).

Ο τρόπος που μία γλωσσική ποικιλία ή κάποιο μεμονωμένο χαρακτηριστικό της γίνεται στερεότυπο σχετίζεται με την ίδια την αφετηρία της γλωσσικής αλλαγής και το πώς αυτή μπορεί να μαρκαριστεί/ στιγματιστεί. Συγκεκριμένα, η γλωσσική αλλαγή που λαμβάνει χώρα σε κάποια από τις χαμηλές κοινωνιολέκτους σε μία γλωσσική κοινότητα (έχουμε δηλαδή μία αλλαγή κάτωθεν), συχνά αξιολογείται αρνητικά λόγω της απουσίας συσχέτισης με τις υψηλού γοήτρου ομάδες στη συγκεκριμένη γλωσσική κοινότητα. Έτσι, ενώ αρχικά τα νεωτεριστικά στοιχεία της αλλαγής, κατά το στάδιο που έχουν μεν εισαχθεί (ή επανενεργοποιηθεί) στη γλωσσική κοινότητα, δεν έχουν ακόμη έντονες και συνειδητές κοινωνικές συνδηλώσεις (αποτελούν δηλαδή κοινωνικούς ενδείκτες [indicators]), δέχονται αρνητικές αξιολογήσεις και γίνονται χαρακτηριστικές μεταβλητές [markers], δηλώνοντας τόσο την κοινωνική όσο και την υφολογική-λειτουργική διαστρωμάτωση (Αρχάκης & Κονδύλη 2002).

Οι χαρακτηριστικές μεταβλητές αποτελούν ένα ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στους ενδείκτες και τα στερεότυπα. Όπως σημειώνουν οι Αρχάκης & Κονδύλη (2002), συνυπάρχουν συνήθως με έναν άλλο υπάρχοντα τύπο που έχει κοινωνικό γόητρο, μπορούν όμως να στιγματιστούν από τις αυξημένου κύρους ομάδες. Αν εξαπλωθούν οι απόψεις της κυρίαρχης ομάδας, το στιγματισμένο στερεότυπο είναι δυνατόν να καταστεί τόσο εμφανές στη συνείδηση μεγάλης μερίδας ομιλητών, ώστε να εκδιωχθεί από την ομιλία τους.

Βέβαια, ο Labov κάνει λόγο επίσης και για τον «φαντασιωτικό χαρακτήρα» της νόρμας. Συγκεκριμένα, έχει παρατηρηθεί μέσα από έρευνες γλωσσικών στάσεων ότι οι ομιλητές από κοινωνικά στρώματα που χρησιμοποιούν στιγματισμένες γλωσσικές μεταβλητές, αντιμετωπίζουν με μια απαξιωτική στάση, απόλυτα σύμφωνη με τη νόρμα, τις ίδιες μεταβλητές όταν τις ακούν από άλλους ομιλητές. Αυτό σημαίνει, όπως σημειώνουν οι Αρχάκης & Κονδύλη (2002) ότι ενώ έχουν έντονη συνείδηση της νόρμας δεν μπορούν να την εφαρμόσουν στην ίδια τους την ομιλία.

______________

Βασική βιβλιογραφία
Labov, W. 1972. Sociolinguistic Patterns. Philadelphia: University of Pennsylvania Press.
Hudson, R.A. 1980. Sociolinguistics. Cambridge: Cambridge University Press.
Κωστούλα-Μακράκη, Ν. 2001. Γλώσσα και κοινωνία. Βασικές έννοιες. Αθήνα: Ματαίχμιο.
Αρχάκης, A. & Κονδύλη Μ. 2002. Εισαγωγή σε ζητήματα κοινωνιογλωσσολογίας. Αθήνα: Νήσος.
Trudgill, P. 2003. A glossary of Sociolinguistics. Edinburgh: Edinburgh University Press.
Μοσχονάς, Σ. 2003. «Γλωσσική ιδεολογία και πολιτική. Η διδασκαλία της Ελληνικής στα μειονοτικά σχολεία της Θράκης». Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα 23, 277-288.

Advertisements

4 thoughts on “Γλωσσικές προκαταλήψεις (α’)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s