Γλωσσικές στάσεις και απεραθίτικο ιδίωμα – Μέρος 1ο


Το παρόν άρθρο αποτελεί ένα μικρό απόσπασμα έρευνας, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της εκπόνησης της διπλωματικής μου εργασίας για το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπό την εποπτεία της επίκουρης καθηγήτριας Γλωσσολογίας, Μ. Κακριδή Φερράρι. Παρουσιάστηκε στις εργασίες του 4ου Πανελλήνιου Συνεδρίου «Η Νάξος διά μέσου των αιώνων» τον Σεπτέμβριο του 2008 στην Κωμιακή της Νάξου. Θα συμπεριληφθεί στα υπό έκδοση Πρακτικά του Συνεδρίου.

Στάσεις των νεότερων γενεών των κατοίκων τ’ Απεράθου απέναντι στη μητρική τους γλώσσα – Μέρος 1ο

1. Εισαγωγή

Σκοπός της ανακοίνωσης είναι η παρουσίαση τμήματος από τα αποτελέσματα κοινωνιογλωσσικής έρευνας για το ιδίωμα τ’ Απεράθου Νάξου, μέσα στα πλαίσια της διπλωματικής μου εργασίας για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών [1] . Η έρευνα εστιάστηκε στη διερεύνηση των στάσεων των νεότερων γενεών της απεραθίτικης κοινότητας (16 έως 24 και 24 έως 35 ετών) απέναντι στο απεραθίτικο ιδίωμα, με άλλα λόγια μελετήθηκαν οι απόψεις, τα συναισθήματα και οι προθέσεις τους απέναντι στη μητρική τους ποικιλία.

2. Μεθοδολογία και στοχοθεσία έρευνας

Λαμβάνοντας υπόψη το θεωρητικό πλαίσιο που ακολουθείται σε έρευνες γλωσσικών στάσεων [2], καθώς επίσης και προηγούμενες μελέτες που έχουν γίνει για τα ελληνικά δεδομένα [3], για την παρούσα έρευνα προτιμήθηκε ο συνδυασμός δύο άμεσων μεθόδων: του γραπτού ερωτηματολογίου και της δομημένης συνέντευξης [4].

Η κατασκευή του ερωτηματολογίου βασίστηκε στην επιδίωξή μας να δοθεί η δυνατότητα στους πληροφορητές να εκφράσουν την άποψή τους πάνω σε ζητήματα που αφορούσαν το απεραθίτικο ιδίωμα, την Κοινή Νεοελληνική, αλλά και γενικότερα το σύνολο των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιωμάτων. Για τον λόγο αυτό, προσπαθήσαμε να συγκροτήσουμε ένα ομοιόμορφο σώμα ερωτήσεων, το οποίο θα πραγματευόταν ζητήματα γλωσσικής επιλογής και χρήσης, καθώς επίσης και γλωσσικής διατήρησης, κυρίως όμως θα επικεντρωνόταν στις στάσεις των πληροφορητών απέναντι στο απεραθίτικο ιδίωμα, αλλά και στις κοινωνικές του συνδηλώσεις, οι οποίες σχετίζονται με τον καθορισμό της απεραθίτικης ταυτότητας και τον ενδεχόμενο ρόλο του ιδιώματος ως προς αυτό το θέμα.

Η προσέγγιση των στάσεων της συγκεκριμένης ομάδας πληροφορητών πραγματοποιήθηκε με μία ποικιλία ερωτήσεων, άμεσων και έμμεσων, αλλά και με τη χρήση κλιμάκων και ερωτήσεων ελέγχου.
Για την παρούσα ανακοίνωση, επιλέξαμε να παρουσιάσουμε τα συμπεράσματα μίας συγκεκριμένης ενότητας ερωτήσεων, μέσα από την οποία επιδιώξαμε να αποσπάσουμε τη γνώμη που οι πληροφορητές έχουν διαμορφώσει για τη γλώσσα τους (αν τους αρέσει να τη μιλούν, πώς θα την χαρακτήριζαν, αν τους είναι χρήσιμη κ.λπ.), προσπαθώντας να δούμε κατά πόσο διακρίνονται οι βασικές διαστάσεις των στάσεων (γνωστική, συναισθηματική, βουλητική).

Πέρα όμως από τις άμεσες αξιολογικές κρίσεις, ζητήθηκε η γνώμη των πληροφορητών για τη στάση των υπόλοιπων Ναξιωτών, αλλά και των Αθηναίων απέναντι στ’ απεραθίτικα, ενώ προστέθηκαν και ερωτήσεις ελέγχου, προκειμένου να γίνει διασταύρωση σε συγκεκριμένες παρατηρούμενες τάσεις. Πρόθεσή μας ήταν να δούμε κατά πόσο υπάρχει η πιθανότητα το απεραθίτικο ιδίωμα να διαθέτει εμφανές γόητρο, σε σχέση με τα υπόλοιπα ιδιώματα της Νάξου, αλλά και να διερευνήσουμε το αφανές του γόητρο σε σχέση με το εμφανές γόητρο της Κοινής.

Η συλλογή των ερωτηματολογίων πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο και τον Δεκέμβριο του 2007 (το σύνολο των ημερών παραμονής στ’ Απεράθου και της συγκέντρωσης του υλικού ήταν 20 μέρες). Ένας παράγοντας που συνέβαλε καθοριστικά στη μαζικότερη συγκέντρωση πληροφορητών ήταν η βοήθεια που είχαμε από τοπικούς βοηθούς, οι οποίοι λειτούργησαν ως σύνδεσμοι ανάμεσα στην ερευνήτρια και τους μετέχοντες στην έρευνα [5], δημιουργώντας μία φιλική ατμόσφαιρα που ευνοούσε την αυθόρμητη έκφραση και συμπεριφορά, γλωσσική και μη [6].

3. Κοινωνιογλωσσικά στοιχεία πληροφορητών

Η υπό μελέτη ομάδα συμπεριέλαβε 28 πληροφορητές (11 άνδρες και 17 γυναίκες), μόνιμους κατοίκους τ’ Απεράθου, η ηλικία των οποίων κυμαινόταν από τα 16 έως τα 35 έτη.

Επειδή ακριβώς το θέμα της έρευνάς μας επικεντρωνόταν στις νεότερες γενιές του χωριού, θεωρήσαμε σκόπιμο να συμπεριλάβουμε στην έρευνά μας και πληροφορητές κάτω των 20 ετών [7]. Φροντίσαμε να επιλέξουμε ομιλητές και ομιλήτριες που ήταν αυτόχθονες, ενώ στην περίπτωση που δεν ήταν, επιλέξαμε εκείνους που έμεναν στ’ Απεράθου τουλάχιστον για 5 χρόνια, χρονικό διάστημα που, όπως σημειώνει ο Κουρδής (2001: 401), συντελεί στην προσαρμογή του τρόπου ζωής και στη διαμόρφωση της τοπικής κουλτούρας και φυσιογνωμίας τους.

sociolinguistic-info

Ως προς τη μορφωτική κλίμακα, προσπαθήσαμε να καλύψουμε ένα ευρύ φάσμα επιπέδων, με βασικό κριτήριο τη δυνατότητα των πληροφορητών να μπορούν να αιτιολογούν τις απόψεις τους. Η επαγγελματική απασχόληση των πληροφορητών κάλυψε επίσης ένα ευρύ φάσμα ιδιοτήτων, μέσα στα πλαίσια της πρόθεσής μας να συμπεριλάβουμε αντιπροσωπεύσεις όλων σχεδόν των ενεργών επαγγελμάτων που υπάρχουν στ’ Απεράθου.

4. Στάσεις απέναντι στο απεραθίτικο ιδίωμα

4.1 Αυτο-αξιολογικές αντιδράσεις απέναντι στ’ απεραθίτικα

4.1.1 Εύκολα ή δύσκολα;

Ένα από τα βασικά ερωτήματα που συμπεριλήφθηκαν στον κορμό των ερωτήσεων σχετίστηκε με την ευκολία ή τη δυσκολία του ιδιώματος, ως προς την εκμάθηση και τη χρήση του. Το συγκεκριμένο δίπολο αποτέλεσε πηγή αντιφατικών κρίσεων τόσο από τους άνδρες όσο και από τις γυναίκες, καθώς παρουσιάστηκε μία τάση χαρακτηρισμού του ως εύκολης γλώσσας, αλλά και η ακριβώς αντίθεση τάση.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι για τη συγκεκριμένη περίπτωση οι άνδρες έτειναν στο να παρουσιάσουν μία ουδέτερη στάση, ενώ οι γυναίκες παρουσίασαν μία τάση απόδοσης ενός βαθμού δυσκολίας στο ιδίωμα, λόγω των δανείων που υπάρχουν από άλλες γλώσσες, τα οποία συντελούν τόσο στον πλούτο του λεξιλογίου του, όσο και στη δυσκολία εκμάθησής του.

Θ02 : «Έχει πολλές δύσκολες λέξεις, που είναι τελείως διαφορετικές από τις ελληνικές που ξέρουμε. Ξέρεις ότι έχει πολλές λέξεις από τα ιταλικά, τα τουρκικά;»

Είναι χαρακτηριστικό ότι όσοι και όσες δήλωσαν ότι το ιδίωμα είναι μία εύκολη γλώσσα στήριξαν την απάντησή τους στο γεγονός ότι είναι η μητρική τους γλώσσα, η αξιολόγηση δηλαδή έγινε με κέντρο αναφοράς τον ίδιο τους τον εαυτό και τη σχέση τους με το ιδίωμα.

Α02: Εύκολα γιατί είναι η μητρική μου γλώσσα.

Θ13: Γιατί μου βγαίνουνε από μοναχά dωνε, δεν κάνω ε‘ώ τί‘οτα.

Θ07: Για μας που τα μιλάμε δεν είναι. Για τους άλλους είναι όμως [δύσκολα].

Βέβαια, υπήρξαν και αρκετοί πληροφορητές (άνδρες και γυναίκες), οι οποίοι υποστήριξαν ότι η ευκολία ή η δυσκολία του ιδιώματος είναι συνυφασμένη με την ταυτότητα των ίδιων των ομιλητών που τη μιλούν ή προσπαθούν να τη μιλήσουν, κάνοντας λόγο για τους ξένους [8], οι οποίοι, κατά την άποψή τους, δυσκολεύονται να τη μιλήσουν ή να την κατανοήσουν, καθώς δεν πρόκειται για τη μητρική τους γλώσσα.

Α10: Εύκολα δεν θεωρώ για τους ξένους να τα μάθουνε. Τώρα μεταξύ μας… θεωρώ ότι είναι δύσκολα να τα μιλήσεις, δηλαδή αν από γεννησιμιού σου δεν τ’ ακούς.

Θ02: Οι άλλοι τα θεωρούν λί‘ο δύσκολα. Εύκολα για μένα, δύσκολα για τους άλλους…

Θ09: Για μένα είναι εύκολα. Είναι πολύ πκιο εύκολα δηλαδή να μιλήσω απεραθίτικα σε κάποιο παρά αθηναίικα. Γιατί τα μιλώ κάθε μέρα και μπορεί εκεί που μιλώ ας πούμε τ’ αλλουνού αθηναίικα να τα μπερδέψω, να του πω κι απεραθίτικα μαζί. Πιο εύκολα μου ‘ναι έτσι, παρά να… Για τσ’ άλλοι είναι δύσκολη. Δηλαδή πολλοί έχουνε προσπαθήσει και μόνο απεραθίτικα δε μιλούνε. Τα λένε πολύ χάλια, δε βγαίνουνε απεραθίτικα.

Αυτό που γενικότερα παρατηρήθηκε ήταν η απόδοση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών στο ιδίωμα, όπως η δυσκολία εκμάθησης από ξένους ή Ναξιώτες, η ιδιαιτερότητά του λόγω της σύνδεσής του με την αρχαία ελληνική, τη λατινική, αλλά και την ιταλική ή την τουρκική γλώσσα, συνεπώς και η μοναδικότητά του, η οποία μάλιστα οδηγούσε και σε ανάλογες θέσεις σχετικά με την ανάγκη διατήρησής του.

4.1.2 Χρήσιμα ή άχρηστα;

Ένα επίσης σημαντικό διπολικό ζεύγος που μας απασχόλησε ήταν η χρησιμότητα ή η αχρηστία του ιδιώματος. Η γενική στάση των πληροφορητών έτεινε προς την έμφαση της χρησιμότητας του ιδιώματος, κυρίως σε επίπεδο αφοσίωσης και ταύτισης με την απεραθίτικη κοινότητα και όχι σε εργαλειακό επίπεδο, όπου η παρουσία της Κοινής ήταν πιο έντονη.

Είναι ενδιαφέρον ότι σε σχετική ερώτηση που αφορούσε την αναγκαιότητα και των δύο ποικιλιών στ’ Απεράθου, παρατηρήθηκε μία ουδέτερη στάση και στα δύο φύλα, στοιχείο που ίσως υποδηλώνει τις διαφορετικές λειτουργίες που οι δύο ποικιλίες επιτελούν, οι οποίες δεν είναι πλήρως διαχωρισμένες και πιθανόν εξαρτώνται από παράγοντες πέραν της ίδιας της περίστασης επικοινωνίας, η οποία μπορεί μερικώς να καθορίσει τη γλωσσική επιλογή. Από τις απαντήσεις ωστόσο των πληροφορητών φάνηκε ότι η χρησιμότητα του ιδιώματος εδράζεται στην εμβληματική του χρήση ως συμβόλου της απεραθίτικης έκφρασης και ταυτότητας.

Είναι ενδιαφέρον ότι ένας ομιλητής, στην προσπάθειά του να αιτιολογήσει την επιλογή του, δήλωσε ότι τ’ απεραθίτικα είναι χρήσιμα γιατί έχουν ρίζες στα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά. Συνέδεσε, με άλλα λόγια, την αξία και τη χρησιμότητά τους με δύο γλώσσες υψηλού γοήτρου, προβάλλοντας – θα λέγαμε – ένα γνωστικό στερεότυπο σχετικά με τη μεταφορά κύρους από γλώσσες υψηλού γοήτρου, όπως είναι η αρχαία ελληνική, σε γλώσσες χαμηλού κύρους, όπως είναι τα ιδιώματα και οι διάλεκτοι [9].

Επιπλέον, ένας ακόμη ομιλητής συσχέτισε τη χρησιμότητα του ιδιώματος με την άποψη ότι αποτελεί φορέα πολιτισμού τού χωριού, αλλά και ό,τι τους χαρακτηρίζει και τους διαφοροποιεί ως κοινότητα. Μέσα από το συγκεκριμένο σχόλιο, θα μπορούσαμε εμφανέστατα να διακρίνουμε την εθνοτική ενσυναίσθηση που έχουν οι πληροφορητές, καθώς γνωρίζουν πως ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ομάδας τους είναι και το ιδίωμα, το οποίο έχει συμβολική λειτουργία, αποτελεί δείκτη υπαγωγής τους στην έσω-ομάδα, ενώ θεωρείται επίσης αναγκαία και καθοριστική έκφραση του πολιτισμικού της συστήματος. Είναι εμφανής, λοιπόν, η στάση ενσωμάτωσης των πληροφορητών απέναντι στ’ απεραθίτικα.
Από την πλευρά των ομιλητριών, ο χαρακτηρισμός του ιδιώματος ως χρήσιμου συνδέθηκε κυρίως με τη συναισθηματική σχέση που διατηρούν απέναντί του, καθώς πρόκειται για τη μητρική τους γλώσσα.

4.1.3 Μοντέρνα ή παλιομοδίτικα;

Το διπολικό ζεύγος μοντέρνα-παλιομοδίτικα παρουσίασε τη μεγαλύτερη διασπορά απαντήσεων, γεγονός που εκφράζει την ουδέτερη στάση και των δύο φύλων ως προς την απόδοση του ενός ή του άλλου χαρακτηρισμού και ίσως μία τάση αποβολής του στερεότυπου περί ‘μοντέρνων’ και ‘παλιομοδίτικων’ γλωσσών.

Ωστόσο, κάποιες ομιλήτριες ανέφεραν ότι υπάρχει και αυτή η στάση απέναντι στη γλώσσα τους, η οποία κυρίως εκφράζεται από άτομα που έχουν αρνητική στάση απέναντί της και που συνήθως δεν είναι Απεραθίτες-μητρικοί ομιλητές:

Θ02: Παλιομοδίτικα είναι γι’ αυτοί που δεν των αρέσουνε. Για μένα όχι.
Ερευν.: Πιστεύεις πως υπάρχουν Απεραθίτες που δεν τους αρέσουν;
Θ02: Ε, στη Χώρα, στα μαγαζά που πάω, τωνε μιλώ απεραθίτικα κανονικά και ξέρεις τι μου είπε ένας στο μαγαζί που ψώνιζα, ότι εσείς, λέει, οι Απεραθίτες, μιλείτε τραγουδιστά. Ε γιάντα να το θεωρήσω παλιομοδίτικο; Πάντως πολλοί ξένοι, το μεγάλο ποσοστό των ξένων, των αρέσει, των αρέσει πάρα πολύ.

Θ13: Ε εντάξει… για μας που τα μιλούμε συχνά, θεωρούμε ότι είναι μοντέρνα με την έννοια ότι που θα μας εδεί ο άλλος θα μας επεί «ωραία που μιλάτε». Αλλά, για τσοι άλλοι, ξέρω ‘ω…

Μία από τις ομιλήτριες, μάλιστα, που έτειναν προς τον χαρακτηρισμό του ιδιώματος ως παλιομοδίτικου, σχολίασε περαιτέρω την επιλογή της, λέγοντας τα εξής:

Θ09: Ε, εντάξει, δεν είναι μοντέρνα γλώσσα αυτή, αν είναι δυνατό! Τώρα άμα τηνε μιλήσεις κάπου, σε κάποια… με μία παρέα ξένη, θα λένε ας πούμε «μα ίντα βλάχοι είν’ ευτοί;». Τώρα για μένα, δε θέλω να τη gάμω τελείως παλιομοδίτικη, σε μεσαία κατάσταση. Γιατί υπάρχουν και νέοι που των αρέσουνε να τ’ ακούνε, δε θα σε κοροϊδέψουνε.

Θα λέγαμε λοιπόν ότι μέσα από την αξιολόγηση που κάνει, δεν φαίνεται να έχει αποβληθεί εντελώς το στοιχείο της ανασφάλειας και της αυτοϋποτίμησης που νιώθει, όταν χρησιμοποιεί τη μητρική της γλώσσα παρουσία ατόμων που ανήκουν στην έξω-ομάδα.

Είναι ενδιαφέρον ότι το σύνολο περίπου των πληροφορητών συμφώνησε με τη θέση σχετικά με την αξία εκμάθησης του ιδιώματος από τους νέους, ενώ διαφώνησε με την αποκλειστική αναφορά του στις μεγαλύτερες ηλικίες, καθώς επίσης και με την άποψη ότι δεν έχει θέση στη σύγχρονη κοινωνία.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ιδίωμα αποτελεί κομμάτι της ζωής των πληροφορητών, συνεπώς και της εξέλιξής τους και δεν είναι απλά ένα στατικό σύμβολο των προηγούμενων γενιών.

4.1.4 Τ’ απεραθίτικα ως γλωσσική επιλογή και χρήση

Στις ερωτήσεις που αφορούσαν την επιλογή του ιδιώματος και το κατά πόσο οι πληροφορητές αρέσκονται στη χρήση του, παρατηρήσαμε την ευνοϊκή στάση του συνόλου του δείγματος, με μία μόνο μικρή διαφορά στα ανά φύλο αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, τα ποσοστά της θετικής στάσης των ανδρών (91% τόσο στην άμεση ερώτηση, όσο και στην ερώτηση ελέγχου) ήταν υψηλότερα σε σύγκριση μ’ αυτά των γυναικών (76% στην άμεση ερώτηση και 88% στην ερώτηση ελέγχου). Ωστόσο, η συνολική στάση του δείγματος ήταν θετική ως προς τη χρήση του ιδιώματος.

Έχει ενδιαφέρον η άποψη μιας ομιλήτριας, η οποία, αιτιολογώντας την ευνοϊκή της στάση απέναντι στο ιδίωμα, υποστήριξε ότι εάν δεν της άρεσε να το μιλά, δεν θα της άρεσε επίσης να μένει μόνιμα στο χωριό, συνεπώς θα μπορούσε να φύγει, επιλέγοντας έναν σύζυγο είτε ξενοχωριανό (από άλλο χωριό της Νάξου) είτε ξένο (Αθηναίο).

Θ11: Αν δε μου ‘ρεσε, θα ‘ψαχνα κι ένα ξένο να τονε πάρω να πάω να κλεφτούμε.

Θα μπορούσαμε ίσως να υποθέσουμε ότι για τη συγκεκριμένη ομιλήτρια η χρήση των απεραθίτικων δεν αποτελεί απλά σύμβολο της ταυτότητάς της ως Απεραθίτισσας, αλλά απόδειξη της αφοσίωσης που δείχνει απέναντι στο χωριό της. Φαίνεται, λοιπόν, να υπάρχει μία αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στη γλωσσική αφοσίωση και την αγάπη προς το χωριό, με ό,τι συνακόλουθο μπορεί να υπάρχει (την παραμονή σ’ αυτό, την ενεργή συμμετοχή σε πολιτιστικές δραστηριότητες που αφορούν την παράδοση του χωριού κ.λπ.).

4.1.5 Τ’ απεραθίτικα ως άκουσμα

Στα αξιολογικής υφής ζεύγη χαρακτηρισμών εύηχα-κακόηχα και ωραία-άσχημα, τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες χαρακτήρισαν τ’ απεραθίτικα ως μία εύηχη και ωραία γλώσσα.

Μέσα από κάποια σχόλια ανδρών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η θετική αξιολόγηση ήταν άμεσα συνυφασμένη με ό,τι το ιδίωμα αντιπροσωπεύει και συμβολίζει σε συλλογικό (αποτελεί την κληρονομιά, την παρακαταθήκη του χωριού, είναι ένα σύμβολο ταυτότητας των ομιλητών με τις προηγούμενες γενιές, ένα σύμβολο ταύτισης και αλληλεγγύης με τους σύγχρονους), αλλά και σε ατομικό επίπεδο (το τι αναπαριστά για τον κάθε ομιλητή ξεχωριστά). Η απεραθίτικη ταυτότητα συνδέεται με την πεποίθηση μιας κοινής προγονικής καταγωγής (πρβ. Edwards 1985• στο Κωστούλα-Μακράκη 2001: 104), συνεπώς το απεραθίτικο ιδίωμα, ως γλώσσα των προγόνων, γίνεται δείκτης των πολιτισμικών προτύπων αυτής της κοινότητας.

Πρέπει ωστόσο, να σημειωθεί ότι οι γυναίκες έκαναν έναν διαχωρισμό ανάμεσα σ’ αυτό που οι ίδιες πιστεύουν και σ’ αυτό που ενδεχομένως πιστεύουν όσοι δεν ανήκουν στην έσω-ομάδα (είτε είναι από άλλο χωριό της Νάξου, είτε από την Αθήνα), δίνοντάς μας την αφορμή να μελετήσουμε μία ακόμα διάσταση της στάσης τους, μέσα από έμμεσες ερωτήσεις σχετικά με τη μητρική τους γλώσσα (βλ. επόμενο κεφάλαιο).

Θ07: Σε μένα καλά ακούγονται, στους άλλους δεν ξέρω.

Θ09: Αυτό είναι γνώμες. Εμένα μ’ αρέσει που τ’ ακούω. Αλλά σε κάποιον άλλον μπορεί να τ’ ακούσει, ένα άλλο χωριό και να μας εκοροϊδεύγουνε. Εμένα προσωπικά μ’ αρέσουνε.

Θ13: Ε εντάξει, δεν είναι και ό,τι καλύτερο, δεν είναι γοητεία. Δεν ξέρω για κόσμο, αλλά για μας που τα μιλούμε μας αρέσει.

Ακολουθεί το β’ μέρος…

Σημειώσεις

[1] Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί ένα μικρό τμήμα της διπλωματικής μου εργασίας, μέσα στα πλαίσια του μεταπτυχιακού προγράμματος Γλωσσολογίας του τμήματος Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η εργασία ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2008 και ήταν υπό την εποπτεία της επίκουρης καθηγήτριας Μ. Κακριδή-Φερράρι.
[2] Βλ. Baker 1992, Fasold 1991.
[3] Ενδεικτικά βλ. Trudgill & Tzavaras 1977, Tsitsipis 1991•2003, Καρυολαίμου 1993, Αραποπούλου 1996•2001, Χατζησαββίδης 1997, Κουρδής 1997•2001•2002•2003•2005•2007, Papapavlou 1998•2001, Ιορδανίδου & Ανδρουτσόπουλος 1999, Κατσογιάννου 1999, Χατζηδάκη 1997•1999, Πλαδή 2001, McEntee-Atallanis & Pouloukas 2001, Βερβίτης & Καπουρκατσίδου 2003, Sivas 2003, Τσιπλάκου 2003, Φραγκιαδάκης 2005, Χλιμιτζά 2005.
[4] Θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν επιχειρήθηκε κάποια πιλοτική έρευνα πριν τη διεξαγωγή της επίσημης έρευνας και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της κατασκευής του ερωτηματολογίου βασίστηκε σε προηγούμενες κοινωνιογλωσσικές έρευνες που αφορούν τόσο τον ελλαδικό χώρο (βλ. υποσημείωση 3), όσο και το εξωτερικό (βλ. ενδεικτικά Gal 1979, Baker 1992).
[5] Και ο Κουρδής (2003:2) σημειώνει την καθοριστική βοήθεια των τοπικών βοηθών, οι οποίοι συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός φιλικού περιβάλλοντος ειδικά για ένα θέμα, όπως η γλώσσα, που θεωρείται διακριτικά «ταμπού» στη Θεσσαλία.
[6] Ευχαριστώ θερμά τις Μαριέττα Ζαφείρη, Πόπη Ζαζάνη και Δέσποινα Ζαφείρη για την πολύτιμη βοήθειά τους στη συγκέντρωση πληροφορητών.
[7] Στην έρευνα του Κουρδή (2001: 401) για τις γλωσσικές στάσεις απέναντι στο θεσσαλικό ιδίωμα, δεν επελέγησαν ομιλητές κάτω των 20, καθώς, σύμφωνα με τον ερευνητή, οι ηλικίες κάτω των 20 δεν έχουν σχηματοποιημένη άποψη για τα ελληνικά γλωσσικά συστήματα.
[8] Οι όροι ξένοι, ξενικά και ξένα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς την προσέγγιση του αυτοπροσδιορισμού και της εθνοτικής ταυτότητας των πληροφορητών, καθώς, όπως φάνηκε μέσα από τις απαντήσεις τους, μ’ αυτούς τους όρους προβάλλουν τις αναπαραστάσεις τους σε σχέση με την έξω-ομάδα, κυρίως δε αυτούς που παρουσιάζουν διαφορές σε θέματα γλώσσας, νοοτροπίας, τρόπου ζωής, κοσμοαντίληψης, αλλά και σε σχέση με τη μόνιμη κατοικία τους.
[9] Για την πληρέστερη κατανόηση της συγκεκριμένης στάσης, θα μπορούσε να παρατεθεί ένα περιστατικό το οποίο συνέβη στην ερευνήτρια, κατά την επαφή της με κατοίκους του χωριού. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης με μέσης ηλικίας κατοίκους, όπου και γινόταν μία σύντομη ενημέρωση για τον σκοπό της έρευνας, ένας Απεραθίτης δήλωσε με περηφάνια ότι η γλώσσα του έχει καταβολές από την αρχαία ελληνική. Συγκεκριμένα ανέφερε τη φράση ‘ο διάο σκα’, λέγοντας ότι είναι αρχαιοελληνική φράση, ενώ δεν ήταν τίποτα άλλο από τη σύντμηση των λέξεων ‘ο διάολος σκάει’. Η ιδιομορφία, θα λέγαμε, και η ιδιαιτερότητα κάποιων φράσεων, παροιμιών κ.λπ. είναι άμεσα συνυφασμένες με την υψηλού γοήτρου αρχαία φάση της Ελληνικής γλώσσας.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

BAKER, C. 1992. Attitudes and language. Clevedon: Multilingual Matters Ltd.
EDWARDS, J. 1985. Language, society and identity. Οξφόρδη: Basil Blackwell. (παρατίθεται στο Κωστούλα-Μακράκη 2001).
FASOLD, R. [1984]1991. The sociolinguistics of society. Oxford: Blackwell.
GAL, S. 1979. Language shift. Social determinants of linguistic change in bilingual Austria. New York: Academic Press.
MCENTEE-ATALLANIS, L. & POULOUKAS, S. 2001. Issues of identity and power in a Greek-Cypriot Community. Journal of multilingual and multicultural development, 22 (1), 19-38.
PAPAPAVLOU, A. N. 1998. Attitudes toward the Greek-Cypriot dialect: sociocultural implications. International Journal of the Sociology of Language 134: 15-28.
PAPAPAVLOU, A. 2001. Mind your speech: Language Attitudes in Cyprus. Journal of multilingual and multicultural development. 22 (6): 491-501.
SIVAS, E. 2003. Γλωσσικές ιδεολογίες και κοινωνιογλωσσική κατάσταση στη σημερινή κοινότητα της Κύπρου. Ανακοίνωση στο 6ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας (Πανεπιστήμιο Κρήτης, Εργαστήριο Γλωσσολογίας Ρέθυμνο, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003).
TABOURET-KELLER, A. 1997. Language and identity. Στο The Handbook of Sociolinguistics, επιμ. Coulmas, F. Οξφόρδη: Basil Blackwell. (παρατίθεται στο Κωστούλα-Μακράκη).
TSITSIPIS, L. 1991. Terminal-fluent speaker interaction and the contextualization of deviant speech. Journal of Pragmatics 15, 153-173.
TSITSIPIS, L. 2003. Implicit linguistic ideology and the erasure of Arvanitika (Greek-Albanian) discourse. Journal of Pragmatics 35, 539-558.
TRUDGILL, P. & TZAVARAS G. 1977. Why Albanians-Greeks are not Albanians. Language in Attica and Biotia. Στο Giles, H. (ed.) Language, ethnicity and intergroup relations. London: Academic Press, 171-184. (παρατίθεται στο Fasold 1991).
ΑΡΑΠΟΠΟΥΛΟΥ, Μ. 1996. ‘Δημοτική’, ‘Καθαρεύουσα’ και οι στάσεις των νέων. Στο «Ισχυρές»-«Ασθενείς» Γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού (Πρακτικά Ημερίδας, 25 Απριλίου 1996), 149-159. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
ΑΡΑΠΟΠΟΥΛΟΥ, Μ. 2002. ‘Δημοτική’, ‘Καθαρεύουσα’ και οι στάσεις των δύο φύλων. Στο Γλώσσα- Γένος- Φύλο, επιμ. Παυλίδου, Θ.-Σ., 171-206. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής.
ΒΕΡΒIΤΗΣ, Ν. & ΚΑΠΟΥΡΚΑΤΣIΔΟΥ, Μ. 2003. Οι χρήσεις της Τσιγγάνικης και οι γλωσσικές στάσεις των ομιλητών της απέναντι στην Τσιγγάνικη και την Ελληνική. Ανακοίνωση στο 6ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας (Πανεπιστήμιο Κρήτης, Εργαστήριο Γλωσσολογίας Ρέθυμνο, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003).ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ, Α. & Γ. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. 1999. ‘Πήρανε τη γλώσσα στο … κρανίο’: στάσεις των Μ.Μ.Ε. απέναντι στη γλώσσα των νέων. Στο Ελληνική Γλωσσολογία ‘97 (Πρακτικά του Γ΄ Διεθνούς Γλωσσολογικού Συνεδρίου για την Ελληνική Γλώσσα, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τομέας Γλωσσολογίας), επιμ. Α. Μόζερ, 586-595. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
ΚΑΡΥΟΛΑΙΜΟΥ, Μ. 1993. Μεταγλωσσικά σχόλια και γλωσσικές στάσεις. Μελέτες για την ελληνική γλώσσα (Πρακτικά της 14ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 27-29 Απριλίου 1993), 459-473. Θεσσαλονίκη.
ΚΑΤΣΟΓΙΑΝΝΟΥ, Μ. 1999. Ελληνικά της Κάτω Ιταλίας: η κοινωνιογλωσσολογική άποψη. Στο Μόζερ Α. (εκδ.), Ελληνική Γλωσσολογία, Πρακτικά του Γ΄ Διεθνούς Γλωσσολογικού Συνεδρίου για την Ελληνική Γλώσσα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 605-613.
ΚΟΥΡΔΗΣ, Ε. 1997. Παράγοντες κοινωνιογλωσσικού στιγματισμού του τοπικού ιδιώματος της Θεσσαλίας. Μελέτες για την ελληνική γλώσσα. (Πρακτικά της 17ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 20-24 Απριλίου 1996), 577-590. Θεσσαλονίκη.
ΚΟΥΡΔΗΣ, Ε. 2001. Αξιολογικές αντιδράσεις στη χρήση τοπικών διαλέκτων: Η περίπτωση του θεσσαλικού ιδιώματος. Ελληνική Γλωσσολογία ‘99 (Πρακτικά του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία, Σεπτέμβριος 1999), 399-407. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
ΚΟΥΡΔΗΣ, Ε. 2002. Απόδοση διαλεκτικής ταυτότητας από τους κατοίκους της πρωτεύουσας σε μορφές της επαρχιακής ελληνικής. Γλωσσολογικές έρευνες για την ελληνική (Πρακτικά του 5ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, 13-15 Σεπτεμβρίου 2001), επιμ. Ch. Clairis. Σορβόννη, Παρίσι: L’ Harmattan.
ΚΟΥΡΔΗΣ, Ε. 2003. Αξιολογικές αντιδράσεις Θεσσαλών πληροφορητών στο τοπικό τους ιδίωμα. Ανακοίνωση στο 6ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας (Πανεπιστήμιο Κρήτης, Εργαστήριο Γλωσσολογίας, Ρέθυμνο, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003).
ΚΟΥΡΔΗΣ, Ε. 2007. Θεσσαλικό ιδίωμα: από τα κοινωνικά σημεία στη γλωσσική ιδεολογία. Βόλος: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας.
ΚΩΣΤΟΥΛΑ-ΜΑΚΡΑΚΗ, Ν. 2001. Γλώσσα και κοινωνία-Βασικές έννοιες. Γλώσσα- Εκπαίδευση- Κοινωνία. Αθήνα: Μεταίχμιο.
ΠΛΑΔΗ, Μ. 2001. Γλωσσικές στάσεις και διαλεκτική υποχώρηση. Μελέτες για την ελληνική γλώσσα (Πρακτικά της 21ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 12-14 Μαΐου 2000), 618-629. Θεσσαλονίκη: Τομέας Γλωσσολογίας.
ΤΣΙΠΛΑΚΟΥ, Σ. 2003. Στάσεις απέναντι στη γλώσσα και γλωσσική αλλαγή: μια αμφίδρομη σχέση; Ανακοίνωση στο 6ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας (Πανεπιστήμιο Κρήτης, Εργαστήριο Γλωσσολογίας Ρέθυμνο, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003).
ΦΡΑΓΚΙΑΔAΚΗΣ, Γ. 2005. Γλωσσικές στάσεις και κίνητρα εκμάθησης της ελληνικής ως δεύτερης/ ξένης γλώσσας. Μελέτες για την ελληνική γλώσσα (Πρακτικά της 25ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας του τμήματος Φιλολογία της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 7-9 Μαΐου 2004). 629-638. Θεσσαλονίκη.
ΧΑΤΖΗΔAΚΗ, A. 1997. Η ελληνική διάλεκτος της ΜΑριούπολης. Διατήρηση ή μετακίνηση; , Α.-Φ. Χριστίδης (επιμέλεια), Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου. «Ισχυρές» και «ασθενείς» γλώσσες στην Ευρωπαϊκή ένωση: Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, σελ 518-524.
ΧΑΤΖΗΔAΚΗ, Α. 1999. Οι ελληνικές διάλεκτοι της περιοχής της Μαριούπολης (Ουκρανία): μια κοινωνιογλωσσική μελέτη. Στο Δαμανάκης, Μ. & Μιχελακάκη, Θ. (εκδ.), Ελληνόγλωσση εκπαίδευση στο εξωτερικό. Πρακτικά Πανελλήνιου-Πανομογενειακού Συνεδρίου, 26-28 Ιουνίου 1998. Ρέθυμνο: Ε.ΔΙΑ.Μ.ΜΕ, 383-393.
ΧΑΤΖΗΣΑΒΒIΔΗΣ Σ., 1997: Οι «ασθενείς» γλώσσες της Ευρωπαϊκής ένωσης και η στάση τους απέναντι στον γλωσσικό ηγεμονισμό: η περίπτωση της ρομανές, Α.-Φ. Χριστίδης (επιμέλεια), Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου. «Ισχυρές» και «ασθενείς» γλώσσες στην Ευρωπαϊκή ένωση: Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, σελ 423-430.
ΧΛΙΜΙΤΖΑ, Ε.-Μ. 2005. Μεταγλωσσικά δημοσιεύματα στα ελληνικά portals. Γλώσσα 60 (Άνοιξη), 74-88.

Advertisements

4 thoughts on “Γλωσσικές στάσεις και απεραθίτικο ιδίωμα – Μέρος 1ο

  1. Το γεγονός ότι το ιδίωμα έχει πολλές ιταλικές και τουρκικές λέξεις καθώς και «η ιδιαιτερότητά της σύνδεσής του με την αρχαία ελληνική, τη λατινική, αλλά και την ιταλική ή την τουρκική γλώσσα» επηρεάζει τα εθνοτικά χαρακτηριστικά της συνείδησής τους; Η αντιμετώπιση των υπολοίπων κατοίκων της Νάξου ως ξένων δημιουργεί μια αποκομμένη μικροκοινωνία που προσπαθεί να είναι αυτάρκης;

    Εφόσον το ιδίωμα αποτελεί στοιχείο και δείκτη «εθνοτικής ενσυναίσθησης», όπως σημειώνεται, υπάρχουν άλλα στοιχεία πολιτισμικά που συνδέονται με αυτή την παράμετρο και με τα οποία συνδέεται το γλωσσικό ιδίωμα; Δηλαδή, η «ενεργή συμμετοχή σε πολιτιστικές δραστηριότητες που αφορούν την παράδοση του χωριού» έχει να κάνει, ας πούμε, με τραγούδια, τυποποιημένες εκφράσεις κ.ά.; Η συμμετοχή σε αυτές τις πολιτιστικές δραστηριότητες προϋποθέτει τη χρήση του ιδιώματος;

    (βέβαια οι ερωτήσεις συνδέονται και με το προηγούμενο ποστ, αλλά απ’ ό,τι κατάλαβα σε κείνη την εργασία το γλωσσικό ιδίωμα μελετιόταν στο περιβάλλον της μεγαλούπολης και όχι του χωριού).

  2. Το γεγονός ότι το ιδίωμα έχει πολλές ιταλικές και τουρκικές λέξεις καθώς και «η ιδιαιτερότητά της σύνδεσής του με την αρχαία ελληνική, τη λατινική, αλλά και την ιταλική ή την τουρκική γλώσσα» επηρεάζει τα εθνοτικά χαρακτηριστικά της συνείδησής τους;

    Οι συγκεκριμένες δηλώσεις τους, που έχουν κάποια βάση [το φαινόμενο του δανεισμού δεν είναι κάτι σπάνιο, απαντά όμως σε όλα τα ιδιώματα της Νάξου, δεν είναι κάτι που παρουσιάζεται μόνο στο απεραθίτικο], θα μπορούσαμε να πούμε ότι τονίζουν περισσότερο την ανάγκη τους να διαφοροποιηθούν, να αποκλίνουν από την υπόλοιπη γλωσσική κοινότητα της Νάξου.
    Επειδή ακριβώς η εθνοτική ταυτότητα αναφέρεται στη αίσθηση του ανήκειν (είτε αυτή η αίσθηση έχει να κάνει με γνωστικού, συναισθηματικού ή δραστικού απόψεις και στάσεις) και στην απόδοση μιας συγκεκριμένης «ετικέτας» -ας το πούμε έτσι- στην ομάδα τους, θα μπορούσε κάποιος να πει ότι αυτές οι δηλώσεις ίσως εκφράζουν την αμφίδρομη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στα γλωσσικά χαρακτηριστικά τού ιδιώματος και την επιθυμία τους να διαφοροποιηθούν από τους «άλλους» και να ταυτιστούν με τους «δικούς» τους. Υποθέτω δηλαδή ότι οι ίδιοι οι ομιλητές έχουν αποδώσει τέτοιου είδους συμβολικές λειτουργίες σ’ αυτά τα γλωσσικά φαινόμενα, οι ίδιοι δηλαδή τα έχουν καταστήσει ενδείκτες του δικού τους πολιτισμικού συστήματος.

    Η αντιμετώπιση των υπολοίπων κατοίκων της Νάξου ως ξένων δημιουργεί μια αποκομμένη μικροκοινωνία που προσπαθεί να είναι αυτάρκης;

    Θα έλεγα πως υπάρχει αυτή η τάση, τουλάχιστον σύμφωνα με τα λεγόμενά τους… Οι κάτοικοι των υπόλοιπων χωριών ονομάζονται «ξενοχωριανοί», ενώ οι Αθηναίοι κλπ «ξένοι» ή «ξενικοί». Το θέμα αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και ελπίζω πως κάποια στιγμή θα μπορέσω να ανεβάσω ένα απόσπασμα από την εργασία μου, το οποίο αφορούσε ακριβώς αυτό το θέμα: ποιους θεωρούν «ξένους», «πρωτευουσιάνους», ποιες θεωρούν ότι είναι οι προυποθέσεις για να ενταχθεί ένας «ξένος» στην κοινότητά τους και ποιος είναι ο ρόλος τού ιδιώματος σ’ αυτή τη διαδικασία…

    Εφόσον το ιδίωμα αποτελεί στοιχείο και δείκτη «εθνοτικής ενσυναίσθησης», όπως σημειώνεται, υπάρχουν άλλα στοιχεία πολιτισμικά που συνδέονται με αυτή την παράμετρο και με τα οποία συνδέεται το γλωσσικό ιδίωμα; Δηλαδή, η «ενεργή συμμετοχή σε πολιτιστικές δραστηριότητες που αφορούν την παράδοση του χωριού» έχει να κάνει, ας πούμε, με τραγούδια, τυποποιημένες εκφράσεις κ.ά.; Η συμμετοχή σε αυτές τις πολιτιστικές δραστηριότητες προϋποθέτει τη χρήση του ιδιώματος;

    Η εθνοτική ενσυναίσθηση έχει να κάνει με ό,τι γνώσεις έχει ο κάθε ομιλητής για την ομάδα του, για τα χαρακτηριστικά της, αυτά που στηρίζουν τη σχέση «εμείς»-«αυτοί». Σε σχετικές ερωτήσεις που τους έγιναν (ποια θεωρούν π.χ. ότι είναι τα βασικά χαρακτηριστικά ενός Απεραθίτη), οι πληροφορητές ανέφεραν διάφορους παράγοντες, όπως την παραμονή στο χωριό, την ενασχόληση με τα ήθη, τα έθιμα, την ιστορία και την παράδοση του χωριού, τη χρήση της γλώσσας, τη φιλοξενία, τη χουβαρδοσύνη, τη δύναμη (είναι δείγμα δύναμης να παραμένεις στο χωριό, σε δύσκολες συνθηκες)… Η εθνοτική τους ταυτότητα δηλαδή εμπλέκει ποικίλους παράγοντες: πολιτισμικούς, κοινωνικούς, γλωσσικούς, οι οποίοι βρίσκονται σε στενή σχέση μεταξύ τους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s