Το «ετοιμόλογον» του Δημητράκη (μέρος 5ο)


Πρωτότυπη πηγή της ιστορίας που παρατίθεται είναι η ιστοσελίδα Απείρανθος (Επιβάτες). Άλλη μια ιστορία, στις τόσες που έχουν ακουστεί, στις τόσες που έχουν δημοσιευτεί, αλλά και σε όσες έχουν μπει στο χρονοντούλαπο της λήθης…

Ο Δημητράκης του Λευτεραντώνη.

Με τον Φλώριο Μπάκαλο, αξιωματικό βενιζελικών πεποιθήσεων, ο Δημητράκης διατηρούσε σχέση έρωτα-μίσους. Η αμοιβαία αντιπάθεια ήταν εξώφθαλμη και τοις πάσι γνωστή. Δεν περιοριζόταν μονάχα στην πολιτική –ο Δημητράκης ανήκε στη χορεία των αμετάπειστων βασιλικών-, αλλά επεκτεινόταν και στα προσωπικά τους. Μολαταύτα επεδίωκαν ο ένας την παρέα του άλλου, λες κι η αντιπαλότητα έτρεφε έναν μυστικό δεσμό που θά ‘λεγε κανείς ότι απολάμβαναν αρκούντως κι οι δυό.

Ω, ζαβέ τω Λευτεράδω, συνήθιζε να τον αποκαλεί ο Μπάκαλος.

Κι ο Δημητράκης απαντούσε, τότε, με το στερεότυπο:

Ναι, αλλά είμαι μόνο ‘ώ, υπονοώντας ότι οι Μπακάληδοι είναι όλοι ζαβοί.

Συνέχεια

Στοιχεία από τις εθιμικές συνήθειες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στη Νάξο


Το χριστόψωμο των Χριστουγέννων.

Η κυρίαρχη χειμερινή εορτή της Νάξου είναι τα Χριστούγεννα, τα οποία, παλαιότερα, συνδέονταν κυρίως με το τέλος των γεωργικών εργασιών. Ήδη από την προπαραμονή των Χριστουγέννων το κλίμα σε κάθε χωριό της Νάξου ήταν εορταστικό. Οι νοικοκυρές άσπριζαν και καθάριζαν τα σπίτια, άρχιζαν τα χοιροσφάγια, ενώ παράλληλα ετοιμάζονταν να δεχτούν τα μεσάνυχτα τη γέννηση του Χριστού. Οι γυναίκες στον Δαμαριώνα ετοίμαζαν τα γλυκά των ημερών, όπως τους βαβούνους, τα μελομακάρονα δηλαδή, αν και αποτελούν νεώτερο έθιμο μαζί με τους κουραμπιέδες. Ένα από τα κυριότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα στο Γλινάδο, αλλά και σ’ άλλα χωριά της Νάξου, ήταν το ζύμωμα των χριστόψωμων. Τα χριστόψωμα ήταν άρτοι, οι οποίοι λόγω του ευετηρικού τους χαρακτήρα, στήριζαν τα μέλη της οικογένειας. Εκτός, όμως, από το σπιτικό χριστόψωμο, οι γυναίκες της Νάξου ζύμωναν χριστόψωμο και για τα ζώα, το οποίο το τοποθετούσαν στο παχνί τους την τελευταία ημέρα του χρόνου.

Την παραμονή των Χριστουγέννων όλα τα μέλη της οικογένειας έπρεπε να μεταλάβουν, για να είναι ψυχικά έτοιμα για το χαρμόσυνο γεγονός. Τα μικρά παιδιά εφοδιάζονταν με το μικρό τους ψωμάκι, το πουλλάκι, ζυμωμένο με σταφίδες και καρύδια, για να το γευτούν μετά τη Θεία Κοινωνία. Την εκκλησιαστική ακολουθία της Γέννησης την παρακολουθούσε όλο το χωριό τα ξημερώματα των Χριστουγέννων. Μετά το πέρας της εκκλησίας κι αφού πια είχε ξημερώσει, επέστρεφαν στα σπίτια τους. Το εορταστικό τραπέζι στρωνόταν το μεσημέρι. Κύριο φαγητό της ημέρας στο Γλινάδο ήταν η βραστή κότα ή σπανιότερα η γαλοπούλα. Σκόπιμα απέφευγαν το χοιρινό κρέας, επειδή όντας βαρύ φαγητό, δεν θα το άντεχαν ύστερα από πολυήμερη νηστεία. Στο κέντρο του τραπεζιού ήταν τοποθετημένο το χριστόψωμο, η κοπή και η μοιρασιά του οποίου αποτελούσε μια τελετουργία. Ο αφέντης του σπιτιού το σήκωνε ψηλά, έκανε το σχήμα του σταυρού 3 φορές στον αέρα κι ευχόταν ευλογία στο σπίτι και στη σοδειά. Το έκοβε στα δύο κι αν το μεγαλύτερο κομμάτι έμενε στο δεξί χέρι, αυτό σήμαινε ότι η σοδειά κατά το νέο έτος θα ‘ταν μεγάλη, αν έμενε όμως στο αριστερό, θα ‘ταν μικρή. Ακολουθούσε έπειτα το μοίρασμά του με το γνωστό τυπικό.

Συνέχεια

Σκοποί και τραγούδια τ’ Απεράθου (μέρος 3ο): Ο σκοπός τσ’ αροχλάδας


Το ναξιώτικο τραγούδι ως ενιαία ενότητα μουσικής, στίχου και χορού παρουσιάζει μία πληθώρα χαρακτηριστικών δομής και περιεχομένου, που για κάθε στιχοπλόκο, «ασκούμενο» ή έμπειρο, αποτελούν απαράβατους κανόνες. Οι κυριότεροι λαϊκοί στίχοι που δημιουργούνται και τραγουδιούνται στ’ Απεράθου, καθώς επίσης και σε όλα τα χωριά της Νάξου, είναι οι δεκαπεντασύλλαβοι και οι οκτασύλλαβοι (τα λεγόμενα «κοτσάκια»).

Αντώνης Διαμαντίδης (Νταλγκάς). Κωνσταντινούπολη, 1892 – Αθήνα, 1945.

Βασικό μέλημα του στιχοπλόκου είναι η φροντίδα για το μέτρο και την ομοιοκαταληξία, η οποία πρέπει να είναι ακριβής και ταιριαστή ακουστικά και τεχνικά, ακόμα κι αν αυτό πολλές φορές μπορούσε να σημαίνει ένα φτωχό αποτέλεσμα ως προς το περιεχόμενο και την ουσία του ίδιου του τραγουδιού. Αναφέρει μάλιστα χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Οικονομίδης, στα 1934, ότι η εμμονή των Απεραθιτών στο ταίριασμα των δίστιχων, έθεσε σε δεύτερη μοίρα το περιεχόμενο των τραγουδιών, ενώ και ο Ζευγώλης την ίδια περίοδο σημείωνε ότι η ομοιοκαταληξία έκανε τον στίχο τεχνικότερο, ένα εξωτερικό στολίδι που έπρεπε να φτιάχνεται όσο το δυνατόν καλύτερα και αυτό αποτέλεσε την αιτία να δημιουργούνται πολλές φορές φτωχά τραγούδια, χωρίς βαθύτερο νόημα. Σ’ αυτό το σημείωμα, δεν θα επιχειρήσουμε να ασκήσουμε κριτική στις απόψεις των σεβαστών επιστημόνων, οι οποίοι μελέτησαν τη λαϊκή δημιουργία από μια καθαρά φιλολογική ματιά και σε σύγκριση με τα προναξιακά τραγούδια (επιφυλασσόμαστε ωστόσο σε ένα μελλοντικό κείμενο να το εξετάσουμε ως θέμα).

Ο Οικονομίδης σημειώνει ότι στα χρόνια του το λαϊκό τραγούδι της Απειράνθου είχε υποστεί μεγάλη μεταβολή, ιδίως στη γλώσσα, λόγω της συχνότερης επικοινωνίας και κινητικότητας των Ναξιωτών με την πρωτεύουσα, συνεπώς και της μίμησης της γλώσσας των μορφωμένων. Πέρα από αυτό, παρατηρήθηκε μία ακόμα πιο έντονη κινητικότητα τραγουδιών και σκοπών, οι οποίοι είτε μεταφυτεύτηκαν αυτούσιοι από την Αθήνα στη Νάξο, είτε αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία παραλλαγών, στιχουργικών αλλά και μουσικών.

Συνέχεια

Ο ‘έρο Κωσταντής (Κωνσταντίνος Ι. Σκληράκης, 1840-1932)


Κείμενο του Δημητρίου Φλ. Γλέζου,
το οποίο δημοσιεύτηκε σε παλιό ημερολόγιο
του Απεραθίτικου Συλλόγου Νάξου.

Ο 'έρο Κωσταντής (Κωνσταντίνος 'Ιάννη Σκληράκης).

Ο ‘έρο Κωσταντής ήτονε του Πέτρακα του Μαστροϊάννη ο πάππος. Τση δουλειάς και τση προκοσύνης άθρωπος, μεγαλοασμυριγλάς, από κείνοι, λέει, ποκάνασι κονάκια [1], που το πουλούσα στο κράτος, αλλά και σ’ άλλες ξένες εμπορικές εταιρίες. Χαραχτήρας διαμαντένιος, έμπορας με «πρόσωπο» και κρέτητο, πούριζε συχνά τα δικά μας χωριά, αλλά και τ’ απέναντι κοντινά μας νησά, σα γκαλός πραματευτής. Και λένε πως όπου κι αν επάαινε ήκανε κουμπαριές και φιλίες και πως ήτονε του κεφιού, με πολλές διασκεδαστικές ιστορίες.

Είπαμε πως εσυχνοταξίδευγε στα νησά και ξεχωριστά στα Κουφονήσα, που τον ελοαριάζασι ‘ια πολύ δικό ντωνε και παντογνώστη άθρωπο. ‘Ια όλα τον ερωτούσα κι όλα τα ‘ξερε. Καμιά βολά, λέει, τον ερωτήξασι οι Κουφονησιώτες ‘ια μια ‘τοιμόεννη ‘υναίκα:

Καλέ μα πας και ξέρεις, του λόου σου, ίντα θα κάμει;

Εκείνος, αφού την ήβαλε να πορπατήξει προς τα πάνω και να στραφεί προς τα κάτω τωνέ λέει:

Συνέχεια