Το «ετοιμόλογον» του Δημητράκη (μέρος 5ο)


Πρωτότυπη πηγή της ιστορίας που παρατίθεται είναι η ιστοσελίδα Απείρανθος (Επιβάτες). Άλλη μια ιστορία, στις τόσες που έχουν ακουστεί, στις τόσες που έχουν δημοσιευτεί, αλλά και σε όσες έχουν μπει στο χρονοντούλαπο της λήθης…

Ο Δημητράκης του Λευτεραντώνη.

Με τον Φλώριο Μπάκαλο, αξιωματικό βενιζελικών πεποιθήσεων, ο Δημητράκης διατηρούσε σχέση έρωτα-μίσους. Η αμοιβαία αντιπάθεια ήταν εξώφθαλμη και τοις πάσι γνωστή. Δεν περιοριζόταν μονάχα στην πολιτική –ο Δημητράκης ανήκε στη χορεία των αμετάπειστων βασιλικών-, αλλά επεκτεινόταν και στα προσωπικά τους. Μολαταύτα επεδίωκαν ο ένας την παρέα του άλλου, λες κι η αντιπαλότητα έτρεφε έναν μυστικό δεσμό που θά ‘λεγε κανείς ότι απολάμβαναν αρκούντως κι οι δυό.

Ω, ζαβέ τω Λευτεράδω, συνήθιζε να τον αποκαλεί ο Μπάκαλος.

Κι ο Δημητράκης απαντούσε, τότε, με το στερεότυπο:

Ναι, αλλά είμαι μόνο ‘ώ, υπονοώντας ότι οι Μπακάληδοι είναι όλοι ζαβοί.

Oι τεταμένες σχέσεις τους δεν εμπόδιζαν τον Μπάκαλο να είναι από τους πιστότερους θαμώνες της ταβέρνας του Δημητράκη, εκείνου του θρυλικού υπογείου στην Πλάτσα, με τα δυό όλα κι όλα τραπέζια, με την κεφαλοποδιά ή τη ζούλα να βράζει στον τέντζερη και τις μυρωδιές του τηγανιού να διαποτίζουν τους τοίχους, τη στοιχειώδη επίπλωση και πρωτίστως τα ρούχα των πελατών. Το κρασί σερβιριζόταν στο κατρούτσο κατευθείαν απ’ τον κουβά κι όσο για την καθαριότητα δεν είχε ταίρι. Άλλωστε για δεκαετίες υπήρξε το μοναδικό κατάστημα του είδους στο χωριό.

Στα νεανικά μου χρόνια, το να μπεις, να κάτσεις και να γίνεις αποδεκτός από τις δύστροπες παρέες των οινοβαρών θαμώνων αποτελούσε άκρως παράτολμο εγχείρημα, ταυτόσημο με την ενηλικίωση των αγοριών.
Η ιστορία μας, όμως, εκτυλίσσεται πολλά χρόνια πριν. Περί τα τέλη του μεσοπολέμου, όταν έβραζαν τα πολιτικά πάθη κι όταν η αλληλεγγύη αποτελούσε όρο εκ των ων ουκ άνευ, για την επιβίωση των κλειστών, ορεινών κοινωνιών. Ο Φλώριος Μπάκαλος, βετεράνος των βαλκανικών πολέμων και της μικρασιατικής περιπέτειας, υπασπιστής του Νικολάου Πλαστήρα επί σειρά ετών, ζούσε μόνιμα πια στ’ Απεράθου, όντας απότακτος συνταγματάρχης του 1935. Αργότερα ετέθη επικεφαλής των εαμικών δυνάμεων και είχε καθοριστική συμβολή στην εκδίωξη των Γερμανών από το νησί.

Άντρας ασυνήθιστα ψηλός για την εποχή του, ευθυτενής με «φράγκικη» περιβολή –οι υπόλοιποι φορούσαν βράκες- κοσμούσε με την αδιάλειπτη παρουσία του την Πλάτσα και τις συναφείς συναναστροφές. Στο καπηλειό του άσπονδου φίλου του κατείχε μόνιμη θέση, την ίδια πάντα. Η τεράστια κοσμοστασιά του την έκανε να φαντάζει σα θρόνος που δεν διανοούνταν να καταλάβει κανείς.

Αγαπούσε το κρασί και όταν ευθυμούσε, αρεσκόταν να διηγείται ηρωικές ιστορίες σε ένα πρόθυμο ακροατήριο, που τις ρουφούσε αρχικά με βουλιμία, σιγά-σιγά όμως τις αντιμετώπιζε με απάθεια, σα στοιχείο της γραφικότητας του καταστήματος. Μιλούσε με στόμφο και βροντερή φωνή, διανθίζοντας το απεραθίτικο ιδίωμα με φράσεις της καθαρεύουσας, που δεν προκαλούσαν πια την ίδια ζωηρή εντύπωση, όπως άλλοτε.

Είμεστα μια δόση στα Τρίκαλα ο Πλαστήρας, ε’ώ κι ο Αναγνωστόπουλος κι επερνούμα απ’ το χωριό ντου κοντά, μ’ ένα τζιπ. Ο Αναγνωστόπουλος παρεκάλεσε τότε τον Πλαστήρα να κάμωμε μικράν παράκαμψιν ‘ια να χαιρετίσει τη μάνα ντου με την οποίαν πρέπει πως είχαν ν’ ανταμώσουν καιρό.

Ενώ αγόρευε ο Μπάκαλος, ο Δημητράκης τηγάνιζε κρέας στο βάθος. Τά ‘χε με το λάδι πό ‘πέτα και με τα ξερόκλαδα πού ‘πρεπε κάθε τόσο να προσθέτει για να συντηρεί τη φωτιά. Ακούγοντας, ωστόσο, το όνομα του μισητού πολιτικού αντιπάλου Πλαστήρα και μάλιστα διά στόματος Μπάκαλου, έτεινε με ενδιαφέρον τα ώτα.

Διασχίσαμε το χωριό με ταχύτητα και σταματήσαμε έξω απ’ το δίπατο αρχοντικό του Αναγνωστόπουλου. Η μάνα του μας υποδέχτηκε με θέρμη, χύθηκε στην αγκάλη του γιού της και μας περιποιήθηκε σαν νά ‘μεστα μέλη της οικογένειας. Δεν διαθέταμε, όμως, χρόνο και μετά την παρέλευσιν είκοσι λεπτών εξήλθαμε της οικίας, συνέχιζε ο Μπάκαλος με οίστρο, επιβάλλοντας ταυτόχρονα στρατιωτική τάξη στο ακροατήριο. Ο Δημητράκης καιροφυλακτούσε πάνω απ’ το τηγάνι χωρίς να μιλεί. Κατεβαίνοντας, είχε μαζευτεί έξω απ’ το σπίτι ολόκληρο το χωριό και επευφημούσε τον Πλαστήρα, εικόνα συνηθισμένη, καθώς οι εκδηλώσεις λατρείας στο πρόσωπό του, ιδίως στη Θεσσαλία, ήταν καθημερινές. Για να μας ευχαριστήσουν, μάλιστα, ορισμένοι από το πλήθος είχαν αφήσει μπροστά στο τζιπ δεμάτια με σανό, κριθάρι και τριφύλλι. Φανταστείτε, οι αγράμματοι εκείνοι χωριάτες νόμιζαν πως το αυτοκίνητο τρέφεται με τέτοια πράματα, κατέληγε πανηγυρικά ο Μπάκαλος.

Τότε ακούστηκε απ’ το βάθος η γνώριμη φωνή του Δημητράκη, αργή όπως πάντα, τονίζοντας μία προς μία τις λέξεις με αφοπλιστικά σαδιστικό τρόπο:

Ε’ώ λέω πως τα φέρασι ‘ια τσοί επιβάτες!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s