Γλωσσικές στάσεις και απεραθίτικο ιδίωμα – Μέρος 2ο


Στάσεις των νεότερων γενεών των κατοίκων τ’ Απεράθου απέναντι στη μητρική τους γλώσσα – Μέρος 2ο

Το παρόν άρθρο αποτελεί ένα μικρό απόσπασμα έρευνας, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της εκπόνησης της διπλωματικής μου εργασίας για το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπό την εποπτεία της επίκουρης καθηγήτριας Γλωσσολογίας, Μ. Κακριδή Φερράρι. Παρουσιάστηκε στις εργασίες του 4ου Πανελλήνιου Συνεδρίου «Η Νάξος διά μέσου των αιώνων» τον Σεπτέμβριο του 2008 στην Κωμιακή της Νάξου. Θα συμπεριληφθεί στα υπό έκδοση Πρακτικά του Συνεδρίου.

4.2 Στάσεις των ομιλητών απέναντι στην ετερο-αξιολόγηση των απεραθίτικων

4.2.1 Στάσεις των Ναξιωτών απέναντι στ’ απεραθίτικα

Το 46% των ανδρών και το 35% των γυναικών υποστήριξε ότι οι υπόλοιποι Ναξιώτες έχουν θετική στάση απέναντι στο ιδίωμα, λόγω της διαφορετικότητάς του σε σχέση με τα υπόλοιπα ναξιώτικα, διαφορετικότητα η οποία, ως γνωστικό χαρακτηριστικό στάσης, αποπνέει γοητεία και προκαλεί θαυμασμό, ενεργοποιεί δηλαδή και την αξιολογική διάσταση των στάσεων. Τα βασικά διαφοροποιητικά γλωσσικά του χαρακτηριστικά, όπως η βαριά προφορά και το λεξιλόγιο, αποτελούν στοιχεία που το κάνουν ξεχωριστό, παράξενο, και που η όποια θετική αντίδραση από τους υπόλοιπους Ναξιώτες εκλαμβάνεται ως μία στάση υπέρ της διατήρησής του.

Α03: Γιατί είναι κάτι διαφορετικό ως προς τον τρόπο ομιλίας της υπόλοιπης Νάξου.

Α05: Εντάξει, έχει γούστο η προφορά μας και πιστεύω ότι αρέσει στους άλλους να την ακούνε.

Α11: ‘Ιατί όλοι θένε να μη χαθεί το ιδίωμα ευτό!

Θ07: Τώρα ίσως γιατί τους αρέσει, επειδή είναι περίεργα ας πούμε, στην έκφραση ομιλίας. Και με το Φιλώτι και από τα άλλα χωριά είναι διαφορετικά.

Θ13: Θετική νομίζω. Γιατί μάλλον πως δεν είναι ευτοί άξιοι να μιλήσουν και γι’ αυτό. Το ακούνε κάπως παράξενα και δεν μπορούν να τα πούνε. Όπως μιλούν τα λειβαδίτικα από κάτω το «νε», το «σου», το «μου» …

Βέβαια, αναφέρθηκε επίσης ότι αυτή η θετική στάση οφείλεται στο γεγονός ότι τ’ απεραθίτικα δεν διαφέρουν πολύ από τα υπόλοιπα ναξιώτικα ιδιώματα, συνεπώς και οι Ναξιώτες τα νιώθουν πιο οικεία σε αυτούς. Από τη μία πλευρά, λοιπόν, παρατηρούμε ότι κάποιοι Απεραθίτες εκλαμβάνουν τη γλωσσική απόκλιση ως έναν παράγοντα που τονίζει το γόητρο του ιδιώματος και δικαιολογεί τη θετική στάση των υπόλοιπων Ναξιωτών απέναντί του, ενώ από την άλλη η γλωσσική συγγένεια και οι ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στα ναξιώτικα ιδιώματα αποτελούν επίσης παράγοντες θετικής στάσης, τονίζοντας ίσως την ανάγκη συνοχής και αλληλεγγύης στο γλωσσικό τοπίο της Νάξου.

Ένας, επίσης, πληροφορητής τόνισε τη συμβολή του ιδιώματος στη λογοτεχνία, τις τέχνες και τα γράμματα γενικότερα, σε άμεση συνάρτηση βέβαια με τους ίδιους τους καλλιτέχνες, που κατάγονταν από τ’ Απεράθου και που επέλεξαν να εκφραστούν μέσα από τη μητρική τους γλώσσα. Το γεγονός αυτό, που σαφώς δεν απέχει καθόλου από την πραγματικότητα, τονίζει ακόμα πιο πολύ το εμφανές γόητρο που θεωρούν πως έχει το ιδίωμα σε σχέση με τα άλλα δύο ιδιώματα της Νάξου και που, σύμφωνα με τους πληροφορητές, αποτελεί τη βάση για τη θετική στάση που θεωρούν πως υπάρχει απέναντι στη γλώσσα τους, η οποία εκφράζει ένα ολόκληρο πολιτισμικό σύστημα.

Α02: Όσοι με ακούνε να μιλάω τη γλώσσα μου τους αρέσει και τη θαυμάζουν. Η βαριά της προφορά, οι έξυπνες λέξεις και εκφράσεις και ο πλούτος του λεξιλογίου γοητεύουν τους ακροατές από παντού και με κάνει ακόμα περισσότερο να θέλω να τη χρησιμοποιώ. […] Όλοι οι Έλληνες γοητεύονται με τ’ απεραθίτικα. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η γλώσσα ενέπνευσε καλλιτέχνες που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Απείρανθο και μεγαλούργησαν στον χώρο της ποίησης, της ζωγραφικής, της μουσικής και του θεάτρου, επηρεασμένοι από μια πλούσια λεκτική και μη πολιτιστική κληρονομιά.

Το 46% των ανδρών (ίδιο ακριβώς ποσοστό και με τη θετική στάση που σημειώθηκε παραπάνω) και το 24% των γυναικών υποστήριξε ότι οι Ναξιώτες έχουν αρνητική στάση απέναντι στο ιδίωμα, τα κοροϊδεύγουν, και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχουν επιδιώξει να τα μιλήσουν, απέτυχαν ωστόσο να υιοθετήσουν κάποια φωνητικά κυρίως στοιχεία, καταλήγοντας τις περισσότερες φορές στην υπερδιόρθωση. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η προφορά του φθόγγου [λ] αποτελεί στοιχείο της απεραθίτικης ταυτότητας, που τους διαφοροποιεί από τους υπόλοιπους (πρβ. Tabouret-Keller 1997• στο Κωστούλα-Μακράκη 2001: 103), γι’ αυτό και η προσπάθεια ενός Ναξιώτη να το προφέρει (και κυρίως η αποτυχία σωστής προφοράς του) εκλαμβάνεται ως κοροϊδία και προσβολή προς το πρόσωπό τους, γιατί όπως ανέφερε μία ομιλήτρια, αυτό που βγαίνει δεν είναι απεραθίτικο.

Α01: Επειδή δεν μπορούν να τα μιλήσουν…

Α04: Επειδή δεν μπορούν να τα μιλήσουν και επειδή έχουν κόμπλεξ απέναντί μας λόγω που είμαστε έξυπνοι σαν άνθρωποι.

Α09: Γιατί δεν μπορούν εκείνοι να τα μιλήσουν.

Θ06: Γιατί θέλουν να τα μιλούν και κείνοι κι ας μη μπορούνε. Δηλαδή το «λου», που λέμε εμείς, το λένε «ρου». Στην προσπάθειά τους δηλαδή βγάζουν ένα «ρο», κατάλαβες;

Θ10: Ε‘ώ πιστεύω πως είν’ ευτό, γιατί είναι λί‘ο περίεργα, δεν μπορεί δηλαδή. Θωρείς οι Φιλωτίτες θένε να τα μιλήσουνε και θαρρείς πως καταπίναν όχι τη γλώσσα dώνε […] και νομίζω πως επειδή δεν μπορούν να τηνε πούνε, να τηνε μιλήσουνε ευτοί, έχουνε […] το βλέπουνε αρνητικά, ότι και καλά επειδή δεν μπορούνε, επειδή δεν μπορούν να την μιλήσουν…, των αρέσει και δεν μπορούν να τηνε μιλήσουνε, για να την κακολογήσουνε –πώς να το πω- για να βγουν εκείνοι κερδισμένοι…

Θ11: Τα κοροϊδεύγουν νομίζω. Δεν ηξέρω αν τα κοροϊδεύουν ή των αρέσει πάλι… άλλο να δω ας πούμε κάποιον ας πούμε και να μου πει «Ω Μπακαλομαριά». Σα να το κοροϊδεύει πιστεύω όμως ε‘ώ. Εγώ πάλι θαρρώ ότι το κοροϊδεύγουνε. Όπως μου φαίνεται εμένα περίεργο, που λέω ζαβό είναι το κυνιδαριώτικο, το μονιάτικο, ξέρεις… [1]

Οι υπό μελέτη πληροφορητές θεωρούν το ιδίωμα ως μία ποικιλία, που μόνο όσοι είναι Απεραθίτες είναι άξιοι να τη μιλούν, ενώ σε οποιαδήποτε προσπάθεια άλλων Ναξιωτών αποδίδεται το κίνητρο της κοροϊδίας και της προσβολής προς την κλειστή ομάδα τους. Το ενδιαφέρον είναι ότι αποδίδουν αυτήν την πρόθεση σε μία ομάδα η οποία δεν είναι συγκριτικά πιο ισχυρή ή που μιλά μία ‘καλύτερη’ ή μία ‘πιο σωστή’ γλώσσα, αλλά σε άτομα που μιλούν ένα διαφορετικό ναξιώτικο ιδίωμα, δηλαδή δεν είναι μέλη της δικής τους έσω-ομάδας, αλλά δεν παύουν να μην ανήκουν και στην κυρίαρχη ομάδα (αυτή των ομιλητών της ΚΝΕ).

Α10: Μιλάμε και τους φαίνεται ότι – ξέρω γω – ότι είμαστε ένα κομμάτι που είναι έξω από τη Νάξο το χωριό μας. Δεν ξέρω γιατί το βλέπουν έτσι. Ότι είμαστε από κάπου αλλού, από έναν άλλο πλανήτη!
Ερευν.: Επειδή είναι διαφορετικοί;
Α10: Ναι, είναι τόσο διαφορετικοί από όλων των άλλων χωριώ’ που φοβούνται ότι…
Ερευν.: Το βλέπουν κάτι σαν απειλή για το δικό τους;
Α10: Όχι απειλή για το δικό τους. Προσπαθούν να το πουν, σαν να το κοροϊδεύουν, αλλά δεν είναι άξοι να το πούνε, δε μπορούνε.

Η αρνητική τους στάση, σύμφωνα με κάποιους πληροφορητές, οφείλεται στη συμπλεγματική τους συμπεριφορά, καθώς οι Απεραθίτες είναι έξυπνοι σαν άνθρωποι, είναι ένα κομμάτι που είναι έξω από τη Νάξο, είναι από κάπου αλλού, από έναν άλλο πλανήτη. Δεν πιστεύουν, λοιπόν, ότι οι λόγοι είναι καθαρά γλωσσικοί [2], αλλά ότι συνδέονται με κοινωνικές αξιολογήσεις απέναντι στους Απεραθίτες. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μέσα από αυτήν την έμφαση που δίνεται στη μοναδικότητα, στη διαφορετικότητα των Απεραθιτών, αλλά και των απεραθίτικων εδράζεται το εμφανές γόητρο που έχουν οι ίδιοι ως κοινότητα, αλλά και το αφανές γόητρο των υπόλοιπων Ναξιωτών.

Πέρα όμως από τις γλωσσικές διαφορές, παρατηρήθηκε μία τάση σύνδεσης της γλώσσας με τον απεραθίτικο τρόπο ζωής. Ας μην ξεχνάμε ότι σ’ αυτό το σημείο δεν υπάρχει αντιπαράθεση ανάμεσα σε αστικό και μη αστικό τρόπο ζωής, αλλά σε νοοτροπίες και ίσως ακόμα σε συγκεκριμένες κοσμοθεωρίες-ιδεολογίες που διαφέρουν από χωριό σε χωριό. Έτσι και στη συγκεκριμένη ερώτηση, παρατηρήσαμε ότι κάποιες ομιλήτριες μίλησαν για αδυναμία κατανόησης όχι μόνο της γλώσσας, αλλά και του τρόπου ζωής τους, συνεπώς η όποια αρνητική στάση απέναντι στη γλώσσα μπορεί να αποτελεί την επιφανειακή ή μία επιπλέον έκφραση μίας γενικότερης αρνητικής στάσης απέναντι σε καθετί απεραθίτικο.

Θ05: Δεν ξέρω τι να σας πω. Επειδή δεν καταλαβαίνουν μάλλον τι λέμε, τις εκφράσεις μας και τον τρόπο γενικότερα που ζούμε.

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι το 41% του δείγματος των γυναικών υποστήριξε ότι οι Ναξιώτες κρατούν μία ουδέτερη στάση απέναντι στο απεραθίτικο ιδίωμα. Παρόλ’ αυτά, από την αιτιολόγηση της απάντησής τους παρατηρήσαμε ότι δεν περιγράφουν μία στάση ουδετερότητας, αλλά μία στάση που τείνει να είναι αρνητική. Μάλιστα, η αιτιολόγηση που δινόταν σε πολλές περιπτώσεις δε διέφερε από όσα μας ανέφεραν γυναίκες που πιστεύουν ότι η στάση των Ναξιωτών είναι αρνητική. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν λόγοι, όπως η ζήλια απέναντι στους Απεραθίτες, συναισθήματα ανωτερότητας, απαξίωσης, καθώς επίσης και η άγνοια απέναντι στο αντικείμενο της στάσης. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι οι γυναίκες επιλέγουν να είναι μετριοπαθείς στις απαντήσεις τους σχετικά με το τί πιστεύουν οι άλλοι για τη γλώσσα τους, ωστόσο σε ανοιχτές ερωτήσεις και ιδιαίτερα σε προφορικές συνεντεύξεις, εκφράζουν πραγματικά αυτό που πιστεύουν.

Θ03: Επειδή πολλοί ζηλεύουν που δεν μπορούν να μιλήσουν, όπως εμάς δεν καταλαβαίνουν τι λέμε και νομίζουν ότι είναι καλύτεροι από μας, ενώ δεν είναι.

Θ04: Λόγοι απαξιωτικοί, κατωτερότητας, άγνοιας, δυσκολίας στην κατανόηση.

Θ14: Απέναντι στα απεραθίτικα υπάρχει μια ουδέτερη στάση κατά τη γνώμη μου γιατί είναι αυτό που μας κάνει να ξεχωρίζουμε από τους άλλους και αυτό ίσως τους δημιουργεί κάποια ζήλια.

Βέβαια, πέρα από τις παραπάνω απόψεις, κάποιες ομιλήτριες προσπάθησαν να εξηγήσουν γιατί πιστεύουν ότι υπάρχει μία ουδέτερη στάση απέναντι στ’ απεραθίτικα. Ουσιαστικά, αυτό που υποστήριξαν είναι ότι υπάρχουν δύο διαφορετικές τάσεις: α) η πρώτη που αφορά αυτούς που τους αρέσει το ιδίωμα ή που ακόμα και αν κατανοούν τις διαφορές που υπάρχουν σε σχέση με τη δική τους γλώσσα, κατανοούν την ίδια την ύπαρξη της γλωσσικής ποικιλότητας και διαφοροποίησης σε σχέση με την Κοινή:

Θ12: Γιατί και κείνοι χρησιμοποιούν λέξεις φράσεις, καταλήξεις που διαφέρουν από τα πρωτευουσιάνικα. Όχι βέβαια με τον τρόπο που μιλάμε εμείς, που είναι πιο βαρύς και χαρακτηριστικός.

β) και η δεύτερη τάση που αφορά αυτούς που κοροϊδεύουν και ζηλεύουν την ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητα του ιδιώματος, που όμως υπάρχει το ενδεχόμενο και να τους κερδίσει.

Θ01: Υπάρχουν ορισμένοι που θα μας εκοροϊδέψουνε κι άλλοι πάλι που δε δώνουνε σημασία. Και οι Αξώτες, στο σχολειό ας πούμε που πα‘αίναμε… δεν ξέρω, μήπως να μας ζηλεύγουν, να το πω κι έτσι;
Ερευν.: Για ποιον λόγο όμως;
Θ01: ‘Ιατί ας πούμε απ’ όλα τα χωριά είναι αλλιώτικη ‘πα η μιλιά, ενώ από τα άλλα χωριά κοντομοιάζουνε.

Θ09: Φαντάζομαι πως υπάρχει και θετική και αρνητική γιατί πολλοί των αρέσουνε, άλλοι πάλι μπορεί να το κοροϊδέψουνε. Για θετική δεν ηξέρω να σου απαντήσω. Για αρνητική, ίσως ζηλεύγουνε, ξέρω γω που δε μιλούνε και κείνοι το ίδιο. Μπορεί εκείνη τη στιγμή που θα τ’ ακούσουν να το κοροϊδέψουν, αλλά μετά θα πούνε, ωραίο ‘τονε ευτό ρε παιδί μου, δεν ήτονε…

4.2.2 Στάσεις των Αθηναίων απέναντι στ’ απεραθίτικα

Το 82% των ανδρών και το 65% των γυναικών, όπως φαίνεται και στο γράφημα 4, υποστήριξε ότι οι Αθηναίοι έχουν θετική στάση απέναντι στ’ απεραθίτικα, καθώς πρόκειται για ένα ιδίωμα που αρέσει ηχητικά, ακόμα και αν είναι δύσκολο στην κατανόηση και τόσο διαφορετικό από την καθομιλουμένη. Θα λέγαμε δηλαδή ότι η στάση αυτή αναφέρεται τόσο σε γνωστικές (αλληλοκατανόηση, διαφορετικότητα, δυσκολία), όσο και σε συναισθηματικές (περίεργο αλλά και όμορφο άκουσμα) πτυχές, ενώ βρίσκεται σε αντιστοιχία με τις αξιολογικές κρίσεις των ίδιων των πληροφορητών για τη γλώσσα τους.

Α01: Επειδή τους αρέσει ηχητικά, είναι δύσκολη και επειδή τους αρέσει που κρατάμε την παράδοσή μας.

Α03: Λόγω της διαφοράς της από την καθομιλουμένη.

Α05: Εντάξει, έχει γούστο η προφορά μας και πιστεύω ότι αρέσει στους άλλους να την ακούνε. Πιστεύω πως ένα μεγάλο μέρος π.χ. Αθηναίων θα ήθελαν να βρεθούν σε μία απεραθίτικη παρέα και να παρακολουθήσουν μια συζήτηση.

Α07: Γιατί τους ακούγονται περίεργα.

Θ01: Υπάρχουν Αθηναίοι που ‘ναι εντάξει… Επειδή ακούνε κάτι διαφορετικό και τους αρέσει, γιατί το ‘χω δει αυτό το πράγμα.

Θ08: Επειδή η γλώσσα μας είναι ωραία, ιδιαίτερη, τραγουδιστή και εύηχη!

Θ14: Ίσως επειδή στην Αθήνα μιλάνε όλοι πρωτευουσιάνικα και αυτό το ιδίωμα το απεραθίτικο να τους δημιουργεί μια θετική στάση.

Είναι ενδιαφέρον ότι πολλοί πληροφορητές ανέφεραν ότι αυτή η θετική στάση φαίνεται μέσα από την επιδίωξη κάποιων Αθηναίων να το μάθουν και να το μιλήσουν. Παρατηρούμε, λοιπόν, μία εκ διαμέτρου διαφορετική στάση που έχουν απέναντι στην επιθυμία, αλλά και την πρακτική ατόμων που δεν ανήκουν στην έσω-ομάδα (Ναξιώτες και Αθηναίους) αναφορικά με την εκμάθηση και τη χρήση του ιδιώματος. Ενώ παρουσιάζουν αρνητική στάση απέναντι στην πρακτική που, όπως μας πληροφόρησαν, υιοθετούν πολλοί Ναξιώτες, εκτιμούν ιδιαίτερα το όποιο θετικό σχόλιο κάνει κάποιος Αθηναίος, πόσο μάλλον την έκφραση επιθυμίας εκμάθησης του ιδιώματος (ακόμα κι αν αυτό δεν επιτυγχάνεται). Φαίνεται ότι η επιθυμία εκμάθησης ενός γλωσσικού χαρακτηριστικού, που λειτουργεί συμβολικά, και γενικότερα η γλωσσική σύγκλιση προς το ιδίωμα ερμηνεύεται από τους πληροφορητές ως αποδοχή της ταυτότητάς τους, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει επιθυμία ένταξης, με κάποιον τρόπο, στη δική τους κοινότητα.

Α09: Γιατί τους αρέσει να τα ακούν και προσπαθούν να τα μιλήσουν.

Θ02: Οι πιο πολλοί πιστεύω των αρέσει. Δηλαδή μπορώ να το δω αυτό το πράγμα γιατί με το λεωφορείο που ‘ρχομαι σ’ επαφή με ξένο κόσμο, το ‘χω δει αυτό το πράμα, των αρέσει. Αφού πολλές φορές μου λένε να τωνε μιλώ, ναι. Πάρα πολύ…

Θ06: Γιατί, όταν είναι στο χωριό τουλάχιστον, τα μιλάνε. Οι Απεραθίτες δηλαδή που μένουν στην Αθήνα σίγουρα τα μιλάνε και οι ξένοι που έρχονται στο χωριό και μας ακούνε να τα μιλάμε, τους αρέσει πάρα πολύ, δηλαδή λένε «ξαναπέστο».

Θ07: Τους αρέσουνε. Αυτό το χαρακτηριστικό του «λου» που λέμε εμείς τώρα θέλουν και αυτοί να το πούνε. Έρχονται τώρα εδώ και λένε «μάθε μου το λου, αυτό το λου» και δε μπορεί λοιπόν και εκνευρίζονται. Γιατί εσύ μπορείς και γω δεν μπορώ και τέτοια πράγματα.

Θ09: Έχω την εντύπωση ότι των αρέσουνε. Δηλαδή έχει τύχει που ‘χα πάει στην Αθήνα στη γυναικολόγο, πήγαινα στο ιατρείο και κει οι κοπέλες των ηρέσανε πάρα πολύ. Μετά […] μου ‘λεγε η κοπέλα, θα ‘ρθω μαζί σου, θέλω να μάθω τη γλώσσα σου.

Η επιθυμία γλωσσικής προσαρμογής, αλλά και η εφαρμογή της αξιολογείται θετικά ή αρνητικά, βάσει της εικόνας που έχουν για τις δύο ομάδες (τους Ναξιώτες και τους Αθηναίους), καθώς επίσης και του γοήτρου που αποδίδουν στην καθεμιά. Η συγκεκριμένη ομάδα πληροφορητών παρουσιάζεται να έχει διαμορφώσει ένα συνεχές γοήτρου, όπου στο ένα άκρο βρίσκονται οι Ναξιώτες (- γόητρο) και στο άλλο οι Αθηναίοι (+ γόητρο), ενώ τοποθετούν τους εαυτούς τους στο μέσο, διαμορφώνοντας έτσι μία συγκεκριμένη σχέση κύρους με κάθε ομάδα ξεχωριστά (βλ. σχήμα 1). Μ’ αυτόν τον τρόπο, η ίδια επιθυμία (‘θέλω να μάθω το ιδίωμα’) και η πρακτική (χρήση -ακόμα και λανθασμένη- γλωσσικών χαρακτηριστικών του ιδιώματος) αξιολογούνται αναλόγως της άποψης που έχουν για την εκάστοτε ομάδα.

Το συνεχές γοήτρου.

Επιπλέον, κάποιοι ομιλητές εξέφρασαν την άποψη ότι αυτή η θετική στάση των Αθηναίων οφείλεται στο ότι η διατήρηση του ιδιώματος αποτελεί μία πολιτισμική πράξη. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι η διατήρησή του είναι συνυφασμένη με τη διατήρηση της παράδοσης, με την επιστροφή στις ρίζες, με τους δεσμούς ανάμεσα στις γενιές και τον χρόνο, κάτι το οποίο εκτιμάται από τους Αθηναίους, που το βρίσκουν ιδιαίτερο και το επικροτούν. Επιπλέον, αναφέρθηκε ότι η θετική στάση φαίνεται μέσα από την επισκεψιμότητα του χωριού. Γι’ αυτούς αποτελεί θετική ένδειξη αποδοχής της ταυτότητάς τους το γεγονός ότι η Απείρανθος επιλέγεται ως τόπος διακοπών.

Α02: Γιατί είναι η επιστροφή στις ρίζες, η αιτία που επιλέγεται η Απείρανθος ως τόπος διακοπών, ως θέρετρο Αυγουστιάτικο, που μεταφέρει τους Αθηναίους από μία δύσκολη (ρυθμικά) ζωή στην πόλη στη χαλαρότητα και τη γαλήνη που προσφέρει η επαρχία. Η γλώσσα είναι μέρος αυτής της κατάστασης γιατί ενώνει γενιές μεταξύ τους, τους μόνιμους κατοίκους με τους Αθηναίους, το παρελθόν με το παρόν.

Α04: Επειδή τους αρέσει ηχητικά, είναι δύσκολη και επειδή τους αρέσει που κρατάμε την παράδοσή μας.

Α06: Μιλούνε, προσπαθούνε. Το ότι έρχονται στο χωριό είναι θετικό.

Α11: ‘Ια τον ίδιο λόγο που ανέφερα και πριν! ‘Ιατί όλοι θένε να μη χαθεί το ιδίωμα ευτό!

Μία ομιλήτρια εξειδίκευσε αρκετά την απάντησή της, καθώς αναφέρθηκε μόνο στους Αθηναίους που έχουν απεραθίτικη καταγωγή. Σύμφωνα με την ίδια, οι Απεραθίτες-Αθηναίοι έχουν θετική στάση απέναντι στ’ απεραθίτικα, γιατί έχουν ένα έντονο συναισθηματικό δέσιμο και αγάπη με τον τόπο καταγωγής τους (μάλιστα έκανε λόγο για πατριωτισμό) και γενικότερα με την απεραθίτικη παράδοση, γι’ αυτό έχουν την πεποίθηση ότι το ιδίωμα πρέπει να διατηρηθεί. Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι το ιδίωμα δίνει την αίσθηση του ανήκειν στην απεραθίτικη κοινότητα, μία αίσθηση που βιώνεται σε ένα χρονικό συνεχές, που έχει να κάνει με την κοινή καταγωγή και την παράδοση (παρελθόν), την επικοινωνία και την ενότητα (παρόν), καθώς επίσης και με κάθε προσπάθεια διατήρησης όλων αυτών των πολιτισμικών χαρακτηριστικών, που εκφράζονται και μέσα από τη γλώσσα (μέλλον).

Το 18% των γυναικών υποστήριξε ότι οι Αθηναίοι έχουν αρνητική στάση απέναντι στ’ απεραθίτικα. Ο βασικός λόγος που αναφέρθηκε ήταν το συναίσθημα ανωτερότητας που νιώθουν πως έχουν οι Αθηναίοι απέναντί τους, καθώς επίσης και οι διαφορές που υπάρχουν στον τρόπο ζωής, τη νοοτροπία και την έκφραση. Όλα τα παραπάνω συνδέθηκαν με τη διαφορά στον τρόπο ομιλίας και τη δυσκολία στην κατανόηση.

Θ03: Γιατί πολλοί νομίζουν ότι στην πόλη έχουν τα πάντα, είναι καλύτεροι, ζουν καλύτερα γενικότερα και μας θεωρούν κατώτερους και ειδικότερα τον τρόπο ομιλίας μας τον θεωρούν κάπως. Δεν ξέρουν όμως ότι εμείς ζούμε καλύτερα απ’ αυτούς. Θα το καταλάβουν κάποια στιγμή όμως…

Θ05: Νομίζω επειδή δεν μας καταλαβαίνουν. Επειδή στην πόλη τα έχουν όλα (διασκέδαση, τρόπο ζωής) δεν δίνουν σημασία σ’ αυτά τα πράγματα που εμείς λέμε παράδοση.

Θ12: Γιατί μας θεωρούν παρακατιανούς, κατώτερους, επειδή διαφέρουμε στον τρόπο που μιλάμε και εκφραζόμαστε. Ίσως γιατί δεν μας καταλαβαίνουνε.

Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η στάση απέναντι στο ιδίωμα συνδέεται με τη στάση που πιστεύουν πως έχουν οι Αθηναίοι απέναντι στο σύνολο των πολιτισμικών τους χαρακτηριστικών. Πρόκειται για μία αντίληψη που εκφράστηκε και από τους άνδρες ομιλητές και που προφανώς δηλώνει μία γλωσσική ανασφάλεια απέναντι σ’ αυτό που προβάλλουν προς τους άλλους και σ’ αυτό που πραγματικά είναι. Το υπόλοιπο 18% των γυναικών ανέφερε ότι υπάρχει μία ουδέτερη στάση απέναντι στο ιδίωμα. Ουσιαστικά έγινε ένας διαχωρισμός ανάμεσα σε Αθηναίους που έχουν μία ευνοϊκή στάση και καμαρώνουν για την επιλογή των Απεραθιτών να διατηρούν τη γλώσσα τους και σε Αθηναίους που διατηρούν μία αλαζονική στάση απέναντι στη γλώσσα και σε ό,τι αυτή αντιπροσωπεύει.

Θ11: Ορισμένοι των αρέσουνε, ορισμένοι τσινίζουνε. Ορισμένοι των αρέσουνε πάρα πολύ ρε παιδί μου και ορισμένοι πάλι το παίζουνε κάπως κι άμα μας ακούσουνε ας πούμε και αυτό, ξέρεις, δεν… δεν ηξέρω γιατί… […] Μπορεί να φταίει ότι καθούμεστα και στο χωριό ρε παιδί μου και ξέρεις θεωρούνε δα και καλά… και να μη φταίει και καλά επειδή είναι βαριά.

Θ13: Γιατί άλλοι το παίζουν κύριοι, ας πούμε και δε bέφτουν στο επίπεδο το να μιλήσεις απεραθίτικα, ενώ οι άλλοι καμαρώνουν, που είμαστε άξοι, τα λέμε και τα κάνουμε. Κάποιοι τα ειρωνεύγουνται και κάποιοι παλι των αρέσουν πολύ.

Θ17: Γιατί δηλώνουν ότι είναι πρωτευουσιάνοι και δεν πολυκαταδέχονται όλοι να τα μιλούνε…

Το ίδιο ακριβώς ποσοστό ανδρών (18%) υποστήριξε ότι η στάση των Αθηναίων απέναντι στ’ απεραθίτικα είναι ουδέτερη. Κανείς δεν απάντησε πως είναι αρνητική, ωστόσο από την αιτιολόγηση των απαντήσεών τους, μπορούμε πάλι να συμπεράνουμε ότι αυτό που εκείνοι θεωρούν ως ουδέτερη τείνει τελικά προς μία αρνητική στάση απέναντι στη γλώσσα τους, αλλά και τους ίδιους. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι η στάση αυτή οφείλεται στις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στον αστικό και τον μη αστικό τρόπο ζωής, στη γεωγραφική απόσταση, στις συναναστροφές που διαφέρουν από τόπο σε τόπο, αλλά και σ’ ένα έντονο συναίσθημα ανωτερότητας που νιώθουν ότι υπάρχει από την πλευρά των Αθηναίων, οι οποίοι τους θεωρούν βλάχους και χωριάτες, συνεπώς δεν έχουν θέση στα αστικά κέντρα [3].

Α08: Λόγω που κάθουντε μακριά απού το χωριό, καθώς και η συναναστροφή με διαφορετικοί αθρώποι.

Α10: Κάποιοι μπορεί να μην τους αρέσει και κάποιοι άλλοι να το θεωρούνε πάρα πολύ ενδιαφέρον ας πούμε να το ακούσουνε, ξέρω γω… Θα τους αρέσει επειδή είναι κάτι διαφορετικό, δεν το ‘χουνε συνηθίσει, θα τους μοιάζει με κρητικό. Με ρωτάνε ας πούμε όλοι, «Είστε απ’ την Κρήτη;», άμα μιλήσω σε κανένα ταξί και κανά… Αυτό πιστεύω… Τώρα γι’ αυτούς που το βλέπουν αρνητικά… Ε, εντάξει, αυτοί θα λένε ότι είναι βλάχοι, είναι από χωριά, που έχουν έρθει τώρα στην Αθήνα.

Το θέμα της ομοιότητας του ιδιώματος με την κρητική διάλεκτο αναφέρθηκε από τρεις μόνο πληροφορητές (έναν ομιλητή και δύο ομιλήτριες), οι οποίοι υποστήριξαν πάνω σ’ αυτή τη σχέση τόσο τη θετική (γλωσσικές ομοιότητες και συγγένεια με την Κρήτη) όσο και την αρνητική στάση των Αθηναίων (τ’ απεραθίτικα είναι μία αντιγραφή των κρητικών).

Θ14: Έχω ακούσει διάφορες απόψεις, άλλοι Αθηναίοι τους αρέσει πολύ το ιδίωμα αυτό και άλλοι νομίζουν ότι είναι μια αντιγραφή από τους Κρητικούς.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το γόητρο της κρητικής διαλέκτου και η πιθανή υψηλή θέση της στην αξιολογική κλίμακα των διαλέκτων και των ιδιωμάτων της Νέας Ελληνικής συμβάλλουν στην απόδοση θετικής ή αρνητικής στάσης απέναντι στο ιδίωμα.

5. Επίλογος

Μέσα από την παρούσα ανακοίνωση προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε τις στάσεις μίας συγκεκριμένης ομάδας Απεραθιτών και Απεραθιτισσών απέναντι στη μητρική τους γλώσσα. Λαμβάνοντας υπόψη την αρχική στοχοθεσία μας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν μας έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες, προκειμένου να μπορέσουμε ν’ απαντήσουμε σε βασικά ζητήματα που αφορούν το γόητρο, τις λειτουργίες και τις κοινωνικές συνδηλώσεις τού ιδιώματος μέσα στη συγκεκριμένη ομάδα ομιλητών, που ανήκουν στις νεότερες γενιές του χωριού.

Σύμφωνα με τις αισθητικές αξιολογήσεις, τις γνωστικές τους κρίσεις, αλλά και την έκφραση της πρόθεσής τους να διατηρήσουν το ιδίωμα, θα μπορούσαμε να πούμε με σιγουριά ότι η γενική στάση τους απέναντι σε αυτό είναι θετική. Η σημασία χρήσης έχει κυρίως συναισθηματικές συνδηλώσεις και παραπέμπει κατεξοχήν σε κίνητρα ενσωμάτωσης και ταύτισης με την έσω-ομάδα, λειτουργώντας ως ένας ενδοκοινοτικός κώδικας επικοινωνίας.

Το ιδίωμα αποτελεί σύμβολο του ανήκειν στην απεραθίτικη κοινότητα τόσο σε συγχρονικό όσο και σε διαχρονικό επίπεδο. Λειτουργεί δηλαδή αποτελεσματικότατα ως κώδικας επικοινωνίας που συντελεί στο δέσιμο των μελών της απεραθίτικης κοινότητας, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί εκείνο το στοιχείο που τους δένει με το παρελθόν, τους προγόνους και με την πολιτιστική κληρονομιά του χωριού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ιδίωμα αποτελεί το βασικό σύμβολο της απεραθίτικης ταυτότητας, όντας το όργανο έκφρασης και προώθησης του πολιτισμικού συστήματος τ’ Απεράθου, αλλά και γενικότερα του τρόπου σκέψης και ζωής των ομιλητών του.

Το ιδίωμα παρουσιάζεται ως το βασικό σύμβολο της απεραθίτικης ταυτότητας, ως το στοιχείο εκείνο μέσα από το οποίο κάθε πληροφορητής αποδεικνύει την αφοσίωσή του στην έσω-ομάδα, αλλά και διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους Ναξιώτες και τους Αθηναίους. Η πρόθεση και η δέσμευσή τους απέναντι στη διατήρησή του είναι δεδομένη, λαμβάνοντας υπόψη τον συμβολικό του χαρακτήρα, ο οποίος είναι άμεσα συνυφασμένος με τα υπόλοιπα βασικά χαρακτηριστικά της απεραθίτικης ταυτότητας.

Σημειώσεις
[1] Βέβαια, όσον αφορά τη συγκεκριμένη ομιλήτρια, παρατηρούμε ότι παραδέχεται ότι παρόμοια στάση έχει και η ίδια απέναντι στα ιδιώματα των άλλων χωριών της Νάξου. Η γλωσσική ιδιαιτερότητα θεωρείται ζαβή, περίεργη, κάτι δηλαδή που είναι ανοίκειο προς τους ίδιους και που γι’ αυτόν τον λόγο το κοροϊδεύουν. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να σημειώσουμε τη γλωσσική προκατάληψη, είτε προέρχεται από τους Ναξιώτες είτε από τους ίδιους τους Απεραθίτες και η οποία απευθύνεται σε καθετί που είναι διαφορετικό από χωριό σε χωριό.
[2] Μόνο ένας ομιλητής περιορίστηκε αποκλειστικά στις γλωσσικές διαφορές του ιδιώματος με τα υπόλοιπα ναξιώτικα, διαφορές που θεώρησε ως υπεύθυνες για την αρνητική στάση των Ναξιωτών.
[3] Το τελευταίο σχόλιο οφείλεται στο γεγονός ότι ο συγκεκριμένος ομιλητής ήταν φοιτητής στην Αθήνα, συνεπώς η ζωή του μοιραζόταν ανάμεσα στον τόπο προέλευσης και τον τόπο σπουδών του, έχοντας μια σαφή επιθυμία για κοινωνική άνοδο.

Ενδεικτική βιβλιογραφία
BAKER, C. 1992. Attitudes and language. Clevedon: Multilingual Matters Ltd.
EDWARDS, J. 1985. Language, society and identity. Οξφόρδη: Basil Blackwell. (παρατίθεται στο Κωστούλα-Μακράκη 2001).
FASOLD, R. [1984]1991. The sociolinguistics of society. Oxford: Blackwell.
GAL, S. 1979. Language shift. Social determinants of linguistic change in bilingual Austria. New York: Academic Press.
MCENTEE-ATALLANIS, L. & POULOUKAS, S. 2001. Issues of identity and power in a Greek-Cypriot Community. Journal of multilingual and multicultural development, 22 (1), 19-38.
PAPAPAVLOU, A. N. 1998. Attitudes toward the Greek-Cypriot dialect: sociocultural implications. International Journal of the Sociology of Language 134: 15-28.
PAPAPAVLOU, A. 2001. Mind your speech: Language Attitudes in Cyprus. Journal of multilingual and multicultural development. 22 (6): 491-501.
SIVAS, E. 2003. Γλωσσικές ιδεολογίες και κοινωνιογλωσσική κατάσταση στη σημερινή κοινότητα της Κύπρου. Ανακοίνωση στο 6ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας (Πανεπιστήμιο Κρήτης, Εργαστήριο Γλωσσολογίας Ρέθυμνο, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003).
TABOURET-KELLER, A. 1997. Language and identity. Στο The Handbook of Sociolinguistics, επιμ. Coulmas, F. Οξφόρδη: Basil Blackwell. (παρατίθεται στο Κωστούλα-Μακράκη).
TSITSIPIS, L. 1991. Terminal-fluent speaker interaction and the contextualization of deviant speech. Journal of Pragmatics 15, 153-173.
TSITSIPIS, L. 2003. Implicit linguistic ideology and the erasure of Arvanitika (Greek-Albanian) discourse. Journal of Pragmatics 35, 539-558.
TRUDGILL, P. & TZAVARAS G. 1977. Why Albanians-Greeks are not Albanians. Language in Attica and Biotia. Στο Giles, H. (ed.) Language, ethnicity and intergroup relations. London: Academic Press, 171-184. (παρατίθεται στο Fasold 1991).
ΑΡΑΠΟΠΟΥΛΟΥ, Μ. 1996. ‘Δημοτική’, ‘Καθαρεύουσα’ και οι στάσεις των νέων. Στο «Ισχυρές»-«Ασθενείς» Γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού (Πρακτικά Ημερίδας, 25 Απριλίου 1996), 149-159. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
ΑΡΑΠΟΠΟΥΛΟΥ, Μ. 2002. ‘Δημοτική’, ‘Καθαρεύουσα’ και οι στάσεις των δύο φύλων. Στο Γλώσσα- Γένος- Φύλο, επιμ. Παυλίδου, Θ.-Σ., 171-206. Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής.
ΒΕΡΒIΤΗΣ, Ν. & ΚΑΠΟΥΡΚΑΤΣIΔΟΥ, Μ. 2003. Οι χρήσεις της Τσιγγάνικης και οι γλωσσικές στάσεις των ομιλητών της απέναντι στην Τσιγγάνικη και την Ελληνική. Ανακοίνωση στο 6ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας (Πανεπιστήμιο Κρήτης, Εργαστήριο Γλωσσολογίας Ρέθυμνο, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003).ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ, Α. & Γ. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. 1999. ‘Πήρανε τη γλώσσα στο … κρανίο’: στάσεις των Μ.Μ.Ε. απέναντι στη γλώσσα των νέων. Στο Ελληνική Γλωσσολογία ‘97 (Πρακτικά του Γ΄ Διεθνούς Γλωσσολογικού Συνεδρίου για την Ελληνική Γλώσσα, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τομέας Γλωσσολογίας), επιμ. Α. Μόζερ, 586-595. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
ΚΑΡΥΟΛΑΙΜΟΥ, Μ. 1993. Μεταγλωσσικά σχόλια και γλωσσικές στάσεις. Μελέτες για την ελληνική γλώσσα (Πρακτικά της 14ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 27-29 Απριλίου 1993), 459-473. Θεσσαλονίκη.
ΚΑΤΣΟΓΙΑΝΝΟΥ, Μ. 1999. Ελληνικά της Κάτω Ιταλίας: η κοινωνιογλωσσολογική άποψη. Στο Μόζερ Α. (εκδ.), Ελληνική Γλωσσολογία, Πρακτικά του Γ΄ Διεθνούς Γλωσσολογικού Συνεδρίου για την Ελληνική Γλώσσα. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 605-613.
ΚΟΥΡΔΗΣ, Ε. 1997. Παράγοντες κοινωνιογλωσσικού στιγματισμού του τοπικού ιδιώματος της Θεσσαλίας. Μελέτες για την ελληνική γλώσσα. (Πρακτικά της 17ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 20-24 Απριλίου 1996), 577-590. Θεσσαλονίκη.
ΚΟΥΡΔΗΣ, Ε. 2001. Αξιολογικές αντιδράσεις στη χρήση τοπικών διαλέκτων: Η περίπτωση του θεσσαλικού ιδιώματος. Ελληνική Γλωσσολογία ‘99 (Πρακτικά του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου, Λευκωσία, Σεπτέμβριος 1999), 399-407. Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
ΚΟΥΡΔΗΣ, Ε. 2002. Απόδοση διαλεκτικής ταυτότητας από τους κατοίκους της πρωτεύουσας σε μορφές της επαρχιακής ελληνικής. Γλωσσολογικές έρευνες για την ελληνική (Πρακτικά του 5ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας, 13-15 Σεπτεμβρίου 2001), επιμ. Ch. Clairis. Σορβόννη, Παρίσι: L’ Harmattan.
ΚΟΥΡΔΗΣ, Ε. 2003. Αξιολογικές αντιδράσεις Θεσσαλών πληροφορητών στο τοπικό τους ιδίωμα. Ανακοίνωση στο 6ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας (Πανεπιστήμιο Κρήτης, Εργαστήριο Γλωσσολογίας, Ρέθυμνο, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003).
ΚΟΥΡΔΗΣ, Ε. 2007. Θεσσαλικό ιδίωμα: από τα κοινωνικά σημεία στη γλωσσική ιδεολογία. Βόλος: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας.
ΚΩΣΤΟΥΛΑ-ΜΑΚΡΑΚΗ, Ν. 2001. Γλώσσα και κοινωνία-Βασικές έννοιες. Γλώσσα- Εκπαίδευση- Κοινωνία. Αθήνα: Μεταίχμιο.
ΠΛΑΔΗ, Μ. 2001. Γλωσσικές στάσεις και διαλεκτική υποχώρηση. Μελέτες για την ελληνική γλώσσα (Πρακτικά της 21ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 12-14 Μαΐου 2000), 618-629. Θεσσαλονίκη: Τομέας Γλωσσολογίας.
ΤΣΙΠΛΑΚΟΥ, Σ. 2003. Στάσεις απέναντι στη γλώσσα και γλωσσική αλλαγή: μια αμφίδρομη σχέση; Ανακοίνωση στο 6ο Διεθνές Συνέδριο Ελληνικής Γλωσσολογίας (Πανεπιστήμιο Κρήτης, Εργαστήριο Γλωσσολογίας Ρέθυμνο, 18-21 Σεπτεμβρίου 2003).
ΦΡΑΓΚΙΑΔAΚΗΣ, Γ. 2005. Γλωσσικές στάσεις και κίνητρα εκμάθησης της ελληνικής ως δεύτερης/ ξένης γλώσσας. Μελέτες για την ελληνική γλώσσα (Πρακτικά της 25ης ετήσιας συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας του τμήματος Φιλολογία της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 7-9 Μαΐου 2004). 629-638. Θεσσαλονίκη.
ΧΑΤΖΗΔAΚΗ, A. 1997. Η ελληνική διάλεκτος της ΜΑριούπολης. Διατήρηση ή μετακίνηση; , Α.-Φ. Χριστίδης (επιμέλεια), Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου. «Ισχυρές» και «ασθενείς» γλώσσες στην Ευρωπαϊκή ένωση: Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, σελ 518-524.
ΧΑΤΖΗΔAΚΗ, Α. 1999. Οι ελληνικές διάλεκτοι της περιοχής της Μαριούπολης (Ουκρανία): μια κοινωνιογλωσσική μελέτη. Στο Δαμανάκης, Μ. & Μιχελακάκη, Θ. (εκδ.), Ελληνόγλωσση εκπαίδευση στο εξωτερικό. Πρακτικά Πανελλήνιου-Πανομογενειακού Συνεδρίου, 26-28 Ιουνίου 1998. Ρέθυμνο: Ε.ΔΙΑ.Μ.ΜΕ, 383-393.
ΧΑΤΖΗΣΑΒΒIΔΗΣ Σ., 1997: Οι «ασθενείς» γλώσσες της Ευρωπαϊκής ένωσης και η στάση τους απέναντι στον γλωσσικό ηγεμονισμό: η περίπτωση της ρομανές, Α.-Φ. Χριστίδης (επιμέλεια), Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου. «Ισχυρές» και «ασθενείς» γλώσσες στην Ευρωπαϊκή ένωση: Όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, σελ 423-430.
ΧΛΙΜΙΤΖΑ, Ε.-Μ. 2005. Μεταγλωσσικά δημοσιεύματα στα ελληνικά portals. Γλώσσα 60 (Άνοιξη), 74-88.

Advertisements

One thought on “Γλωσσικές στάσεις και απεραθίτικο ιδίωμα – Μέρος 2ο

  1. Παράθεμα: Όταν οι γλωσσικές αξιολογήσεις συναντούν τις κοινωνικές αναπαραστάσεις: τα ξένα και οι ξενικοί στ’ Απεράθου της Νάξου « Φωτεινή παντ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s