Ο Μάνος Χατζιδάκις για την Παράδοση


Κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι, κάπου μεταξύ 1980 και 1988 -πιθανώς το 1985- απο την έκδοση-συλλογή των κριτικών κειμένων του με τίτλο Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, εκδόσεις Ίκαρος, 1988, έκτη έκδοση 2008.

Και πρώτα απ’όλα, τι θα πει παράδοση; Είν’ τα παιδιά, είναι οι πρόγονοι, είναι συνήθεια, για υποχρέωση; Είναι κάτι που μας παρέχει ασφάλεια, ταυτότητα και σιγουριά, ή εμπόδια, αναστολές και αποθάρρυνση για μια προς τ’άστρα εκτόξευσή μας; Πώς είμαστε τοποθετημένοι απέναντί της, είναι Κυρία, παρθένα ή γριά; Και πώς μας φανερώνεται εντός μας; Με μια εσωτερική διεργασία, από ανάγκη που πολλές φορές μας οδηγεί στο βάθος των πηγών μας, ή από διάθεση να’ μαστε κάτι διαφορετικό, να ξεχωρίζουμε απ’ τους άλλους; Είναι παράδοση οι συνήθειες των πατέρων μας, οι παλιές φωτογραφίες των συγγενών μας, που σκονισμένες χάνονται στα συρτάρια, ή εκείνο το φως που μας αποκαλύπτει, το αποτύπωμα των δακτύλων μας, το περίγραμμα του σώματός μας, η σκιά μας;

Ιδιαίτερα τούτο τον χρόνο που την γιορτάζουμε κι επίσημα, μας ήρθε ο πειρασμός να θέσουμε το ερώτημα: Τι πάει να πει παράδοση;

Συνέχεια

Δημήτριος Β. Οικονομίδης… δρυς υψικάρηνος…


Στη μνήμη του Δημήτρη Οικονομίδη, ο οποίος έφυγε, πλήρης ημερών, στις 15 Ιουλίου 2010…

Φοβάμαι το ύψος. Κράτα μου τα χέρια.
Ποιος με καλεί να πάω ψηλά στα αιθέρια;
Δημήτρη Οικονομίδη Λαογράφε,
εσύ με φώναξες;
Ερευνητή πνευματικέ, λαϊκέ,
των παραδόσεων, παροιμιών, ποικίλων εθίμων, αφηγημάτων,
ξένων, δικών δημοτικών ασμάτων.
Ανθρωπινέ!

Ω αστρομάντη, εσύ που ξέρεις,
στον ουρανό ερμήνεψέ μου αστέρια
και ονομάτισέ τα.
Είσαι πολύ ψηλά.
Φοβάμαι το ύψος. Κράτα μου τα χέρια!

Υμνολογώ τον Ασπροθαλασσίτη,
γέννημα θρέμμα Νάξου, Απεραθίτη.
Για την ευλογημένη μας πατρίδα
τιμή και δόξα είσαι. […]

Ποίημα της Κούλας Πετράτου – Μαργαρίτη
στον αφιερωματικό τόμο για τον Δημήτριο Β. Οικονομίδη
«Δρυς Υψικάρηνος» (Αθήνα, 2007).

Ο «φαντασιωτικός» χαρακτήρας της παράδοσης


Η παράδοση ιδωμένη… υπό όρους Labov

[Ο] “φαντασιωτικός” χαρακτήρας της νόρμας φανερώνεται πολύ καθαρά στα τεστ υποκειμενικής αντίδρασης στην ίδια […] την ομιλία [των υποκειμένων]. Οι ομιλητές δεν αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα της δικής τους [γλωσσικής] παραγωγής, που δεν είναι σύμφωνη με τη νόρμα, και αποδίδουν στη γλώσσα τους μεταβλητές που έχουν κύρος. Ο Λαμπόβ (sic) συμπεραίνει πολύ σωστά “ότι ο νεο-ϋορκέζος αντιλαμβάνεται μάλλον την πρόθεσή του να προφέρει κάτι παρά αυτό που προφέρει στην πραγματικότητα.»

(Boutet 1984:34)

Πόσο η συγκεκριμένη στάση των ομιλητών απέναντι στη γλώσσα τους βρίσκει αντιστοιχία στη στάση όλων μας απέναντι στην παράδοση; Πόσο την προστατεύουμε; Πώς τη διαχειριζόμαστε; Τη σεβόμαστε;

Το τρίπτυχο της μουσικοχορευτικής παράδοσης της Νάξου: Η περίπτωση τ’ Απεράθου (Μέρος 2ο)


Η παρούσα σειρά άρθρων αποτελεί εργασία πάνω στη βασική βιβλιογραφία για τη μουσικοχορευτική παράδοση της Νάξου (με έμφαση στο χωριό Απεράθου), η οποία ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2009.

Το 1ο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

1. Ο Λόγος

1.2 Λαϊκοί στίχοι: δεκαπεντασύλλαβοι, οκτασύλλαβοι στίχοι (κοτσάκια) και εξάστιχα

Οι κυριότεροι λαϊκοί στίχοι στη Νάξο, συνεπώς και στ’ Απεράθου, είναι οι δεκαπεντασύλλαβοι και οι οκτασύλλαβοι οι οποίοι έχουν ως χαρακτηριστικό τους τη ρίμα/ την ομοιοκαταληξία. Ο Ζευγώλης (2006α:55) επίσης σημειώνει  ότι συναντούμε και πεντασύλλαβους, εξασύλλαβους και εφτασύλλαβους στίχους.

1.1.1 Δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα (τετράστιχα)

Ο Οικονομίδης ήδη στα 1934 σχολιάζει ότι η εμμονή των Απεραθιτών στο ταίριασμα των δίστιχων, έθεσε σε δεύτερη μοίρα το περιεχόμενο των ίδιων των τραγουδιών. Ομοίως και ο Ζευγώλης την ίδια περίοδο (2006α:54) σημειώνει ότι η ομοιοκαταληξία έκανε τον στίχο τεχνικότερο, καθιστώντας τον δηλαδή ένα εξωτερικό στολίδι που έπρεπε να φτιάχνεται όσο το δυνατόν καλύτερα, ωστόσο έγινε και η αιτία να δημιουργούνται πολλές φορές φτωχά τραγούδια, χωρίς βαθύτερο νόημα.

Τα παλαιότερα χρόνια συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο, καθώς η ρίμα δεν ήταν υποχρεωτική, ενώ το περιεχόμενο των τραγουδιών τα οποία ακούγονταν μόνο από τα στόματα των γεροντότερων που τα θυμούνταν ήταν ασύγκριτα καλύτερα. «Η ρίμα κατέφαγε την ποίησιν. Εις αυτήν την ρίμαν συγκεντρούται τώρα πάσα η προσοχή των ποιηταράδων και ριμαδόρων και δι’ αυτήν είναι ικανοί να φλυαρήσουν και την έκφρασιν και την γλώσσαν ακόμα την ελληνικήν να παραβιάσουν και στρεβλώσουν» (Κυριακίδης• στο Οικονομίδης 1991:54).

Ο Οικονομίδης (1991:54) σημειώνει ότι το περιεχόμενο όλων σχεδόν των σύγχρονων τραγουδιών της Απειράνθου στρέφεται γύρω από μοτίβα ερωτικά, ενώ παρουσιάζονται και γλωσσικές ομοιότητες με τα κρητικά, κυρίως δε με τις παραλλαγές του Ερωτόκριτου και της Ερωφίλης. Αυτό περισσότερο συνέβαινε παλιότερα, όταν οι Απεραθίτες διάβαζαν τον Ερωτόκριτο και τα άλλα έργα της κρητικής λογοτεχνίας, ενώ πολλοί ήξεραν από μνήμης ολόκληρα αποσπάσματα. Σταδιακά, η ποιητική δύναμη των Ναξιωτών, κυρίως των Απεραθιτών, πέρασε από τα παραδεδομένα και επαναλαμβανόμενα δίστιχα (του Ερωτόκριτου, των ημερολογίων) στο αυτοσχέδιο δίστιχο, το οποίο χρησιμοποιείτο ευρέως στο χορευτικό τραγούδι ή όχι, με τη συνοδεία οργάνων ή με απαγγελία (Οικονομίδης 1969 στο Σπηλιάκος 2008:69). Το ερωτικό αίσθημα που διατηρείται στη μορφή του την πλατωνική (ας πούμε) εκδηλώνεται στα δίστιχα, που κατά τον Κυριακίδη «είναι αυτοσχέδια, ως επί το πλείστον, στιχουργήματα των συναναστροφών και των χορών, όπου εις ποιητικόν αγώνα διασταυρώνονται μετά θαυμαστής ευχέρειας και οξύτητος» (Κυριακίδης• στο Οικονομίδης 1991:54).

Συνέχεια

Ω, που να σε κόψουν τα ‘ργισμένα…!

Εικόνα


Και λοιπόν ήταν… ήτανε στη Dραγαία ο Μαργαριτο’ιώργης […] και φόρτωσεν απάνω στο ‘άδαρο ένα τσουβάλι αλεύρι… Δεν επάενε ο ‘άδαρος… δεν επάενε… Κατεβαίνει λοιπόν, σταματά λοιπόν τον ‘άδαρο… και ξεφορτώνει το αλεύρι και το καθίζει στον ώμο κι ανεβαίνει απάνω στον ‘άδαρο! Τίποτα ο ‘άδαρος! Ε που να σε κόψουν τα ‘ργισμένα, λέει, τόσην ώρα που το σήκωνες εσύ δεν επάενες, τώρα που το σηκώνω ‘ω για δε bας;

________________

Πληροφορητής: Γιώργης Πολυκρέτης (Μπαρός)
Η ηχογράφηση έγινε τον Γενάρη του 2000
στους Αγίους Αναργύρους.

Το σκεπασταριδάκι με τη gατσίνα…

Εικόνα


Π1: […] Εμείς τση λαλάς τση ‘χαμε κάνει τση συχωρεμένης την άλλη δουλειά. Μες στο κατωάκι [1] είχενε τυράκι, συκαλάκια μέσα· χρησμένα τα ‘χε. Κλειστή η μεθήρα και τση κάναμε μια dρύπα από κάτω και βγάλαμε τα σύκα από κάτου…

– Π2: Μωρέ δεν αφήσανε ένα οι αθεόφοβοι μέσα… γιατί όdεν ήκανε τη gατσίνα [2] ο αφέντης σου και την ήβανε… dο παρακολουθούσα… και ήκανε η συχωρεμένη η μάνα της…

– Π1: Μια φορά λοιπό είμαστε στη Ρουτσούνα [3] με το Ιάννη [4] κι απ’ τη Ρουτσούνα θα φεύγαμε να πάμε στον Αφικλή [5]. Με τα πόδια λοιπόν! Και είπαμε ας πάμε από δω στ’ Αρχάτσα [6] μήπως μας τύχει τίποτα. Τι να μας τύχει… τέλος πάντω… Και κρεμμυδόφυλλα έκοβες κι έτρωγες τότες. Περάσαμε λοιπόν στ’ Αρχάτσα· ο συχωρεμένος, ο θείος ο Δημήτρης [7], ήταν απέναντι εκεί, είχε πεντέξι ζουλάκια [8] κει και τα ‘βοσκε. Να ‘μπομε, λέω, μέσα να δούμε μπας κ’ είναι τίοτα μέσα; Μόλις μπήκαμε, λέει, μες στο μιτάτο [9]… μόλις μπαίνεις μέσα, από πάνω απ’ το πέγκι είναι μια θυρίδα καμωμένη έτσι σα dουλάπι χτιστό. Τακ! Βλέπω το σκεπασταριδάκι [10]! Κατεβάζουμε λοιπό, βλέπουμε ένα σκεπασταρίδι κι ήταν και με ζάχαρη, ε; Λέει ο Ιάννης να μη dο φάμε όλο. Όλο, λέω, όχι αποκλείεται. Μια κουταλιά εσύ θα τρως και μια εγώ! Μία, μία, μία, μία ο ένας, μία ο άλλος, μία ο ένας, μία ο άλλος…

– Π3: Εφάατε dη gατσίνα!!

– Π1: Φάαμε όλο το συκωταρίτζι και σώθηκε το κατσινάκι και σηκωνόμαστε και φεύγουμε. Τώρα από κει και πέρα δε ξέρω τι έγινε…

– Π2: Εδιάηκε ν’ ανοίξει το σκεπασταριδάκι κ’ ήτονε… τσοι αθεόφοβοι…να μην αφήσουν μια κουταλίτσα μέσα βρε…!!! Τι πράμα είν’ αυτό βρε…!!! […]
Πληροφορητές:
Π1: Ιώργης Πολυκρέτης (Μπαρός), ανιψιός της Κατερίνας και της Βδοκιάς.
Π2: Κατερίνα Βασιλάκη-Ρωμανού, αδελφή της Βδοκιάς.
Π3: Βδοκιά Πρωτονοταρίου-Ρωμανού.
______________

Σημειώσεις:
[1] Κατωάκι: μικρό υπόγειο στο σπίτι.
[2] Κατσίνα: χυλός ο οποίος μαγειρευόταν, κυρίως, στα χρόνια της Κατοχής με το λάδι που περίσσευε από τις τηγανίτες. Στο συγκεκριμένο τηγανισμένο λάδι έριχναν κρεμμύδι, κόκκινη πιπεριά και αλεύρι· ο χυλός αυτός ονομαζόταν κατσίνα και αποτελούσε συνοδευτικό των τηγανιτών.
[3] Ρουτσούνα: περιοχή τ’ Απεράθου, στον δρόμο που οδηγούσε προς τον Σταυρό της Κεραμωτής και την Κόρωνο.
[4] Ιάννης: Ο Ιάννης είναι αδελφός του Ιώργη.
[5] Αφικλής: περιοχή τ’ Απεράθου.
[6] Αρχάτσα: περιοχή τ’ Απεράθου.
[7] Δημήτρης: ο Δημήτρης ήταν αδελφός της Κατερίνας και της Βδοκιάς.
[8] Ζουλάκια: κατσικάκια.
[9] Μιτάτος: αγροτικό κατάλυμα βοσκού/ ζευγά.
[10] Σκεπασταριδάκι/ σκεπασταρίδι/σκεπασταριά: σκεπασμένο μεταλλικό ή αλουμινένιο δοχείο, μέσα στο οποίο οι βοσκοί/ αγρότες κλπ. έβαζαν το φαγητό που έτρωγαν όταν βρίσκονταν στους αγρούς.

Η ηχογράφηση έγινε τον Γενάρη του 2000
στους Αγίους Αναργύρους.