Ο Κουντουράκος


Κείμενο του Δημητρίου Φλ. Γλέζου,
το οποίο δημοσιεύτηκε σε παλιό ημερολόγιο
του Απεραθίτικου Συλλόγου Νάξου.

Ο Κουντουράκος (Στέφανος Νικ. Κατσουρός 1883-1962)

Κουντουράκος (Στέφανος Νικ. Κατσουρός 1883-1962)

Απού τσοι τύποι πο’ μείνασι στην ιστορία του χωριού. Φαινόμενο χαραχτήρα και πολύ βασανισμένη ψυχή. Απού τσοι πονεμένοι αθρώποι, δίχως οικογένεια, καταφρονεμένος και πικραμένος. Όμως ως το τέλος εστάθηκε με αξιοπρέπεια και με το δικό ντου τρόπο ζωής, αντιπάλεψε τη γκοινωνία… Nτελάλης του χωριού με μοναδική δουλειά την α’ορά και τη μπούληση τω μπροβιώ, τω δερμάτω. Άκακος, αλλά πλη’ωμένος με όλα, και πκιότερο με τα κόμματα και τσοι πολιτικοί που συχνά τσοι καφτηρίαζε με τα λε’όμενα και τα τρα’ούδια ντου. Βασιλικός στα φρονήματα, δεξιός και καμιά βολά ήφηνε να φανερωθούν και κάπκοιες του συμπάθειες προς τ’ αριστερά…

Δεξά είναι ο πόνος μου κι αριστερά φωνάζω,
τα χάλια του ελληνισμού θωρώ κι αναστενάζω.

Κάπκοιες στιμές πο’ ξεσπάθωνε μετά από τα ποτηράκια και το κρασάκι ντου στη νταβέρνα, τα ‘βανε με την εξουσία και τσοι βολεμένοι του χωριού, που τσοι ‘χε βαφτισμένοι Νταουσάδες κι από κείνον ετσά τσοι λένε και τώρα. Το γκακό Θεό τον είχε βαφτισμένο Μανοϊώργη –κι ο χαρακτηρισμός με σημασία- που πολλές βολές τα ‘ψαλλε και κεινού ‘ια το κακό και τ’ άδικο.

Είπαμε, μόνου με το ποτηράκι εγλύκαινεν η ψυχή ντου και το ‘ριχτε στο τραούδι. Μοναχός στο σπίτι, μοναχός στα καπελειά, ένας ερημίτης τση νύχτας και τση ζωής. Ετσά και μια βραδινιά –ερημίτης- πο’ τραούδειε, τον ήχωσε στη ντουλάπα (=κρατητήριο) ο αστυνόμος, με μπισμπίλια τω Νταουσάδω, επειδής λέει, ετραούδειε τσοι νύχτες κι εΐνουντάνε ενοχλητικός σε καένα ντώνε. Έλα μου όμως που ο Στεφανάκος μερακλωμένος όπως ήτονε, ήρχεψε και στη ντουλάπα το τραούδι και δεν εμπόρειε να κοιμηθεί ο αστυνόμος;

Βρε, δε ντονε βγάνω, εσκέφτηκεν ο αστυνόμος,
να κοιμηθώ εώ κι άσε να πάει στον οξ’ από ‘πα ο Νταουσάς…

Και τον ήβγαλε.

Ο Στεφανάκος, ετσά όπως ήτονε κατάκοπος και πονεμένος, ήφυε μάνι μάνι ‘ια το κονάκι ντου, που δυστυχώς, τό ‘βρηκε, λέει κι εκείνο κλειδωμένο! Και ξέρετε ‘ιάντα; ‘Ιατί, λέει, οι κακοθάνατοι –ετσά ήλε ντα πειραχτήρια του χωριού- τού ‘χασι σφηνωμένο στη γκλειδαρότρυπα ένα φελό! Εκείνος, είντ’ άλλο; Χτυπημένος απού τη μοίρα, τσ’ αθρώποι και τσ’ αστυνόμοι ήκατσε στ’ απέναντι καντούνι του σπιθιού και μονολο’ούσε… Ήτανε μόνο κείνος κι η νύχτα, αλλά κι ο Θεός στη γκαρδιά ντου, που σε μια στιμής, εξάνοιξε βουβός τον ουρανό, ήκαμε ντο σταυρό του κι είπε απορημένος:

Έλα Χριστέ και Παναΐα μου,
να σε κλειδώνουσι μέσα
και να σε κλειδώνουσι κι όξω!

Είναι τόσα πολλά εκείνα που θα ‘χαμε να πούμε, ίσως μιαν άλλη βολά. Όμως να κλείσομε ‘ια σήμερα, μόνου με δυο-τρια τρα’ούδια ντου και με σημασία…

Όλος ο κόσμος κρέμεται σε μια κλωστή φαδένη
κι ο Μανοϊώργης τη βαστά κι ανεβοκατεβαίνει.

Οντέ ντον εκλειδώσασιν όξω απού το καπελειό τση Φωταννέζας:

Ζωή ‘εμάτη βάσανα, ζωή ‘εμάτη πόνοι
στση Φωταννέζας να ‘ρχεσαι κι όξω να σε κλειδώνει…

Advertisements

3 thoughts on “Ο Κουντουράκος

    • Σ’ ευχαριστώ πολύ!!
      Μακάρι να ήξερα και ποιος είναι ο αρχικός αφηγητής αυτού του κειμένου.

      • Συγγραφέας της συγκεκριμένης αφήγησης, όπως επίσης και όλων των υπόλοιπων ιστοριών που έχουν δημοσιευτεί σ’ αυτό το μπλογκ και αναφέρεται ότι προέρχονται από παλιό ημερολόγιο του Απεραθίτικου Συλλόγου Νάξου, είναι ο Δημήτριος Φλ. Γλέζος, από τον οποίο ζητώ συγγνώμη για την άγνοια που είχα και δεν είχα κάνει τη σχετική αναφορά σε όλα τα κείμενα που έχω περάσει εδώ. Θα γίνει, ωστόσο, σχετική διορθωση σε όλες τις δημοσιεύσεις για την αποκατάσταση των πραγμάτων.

        Σας ευχαριστώ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s