Ιστορίες με τον Μαργαριτοϊώργη και τον ‘ερο Σάκκο…


Untitled-4

[…] Ο Μαργαριτοϊώργης τώρα, είναι δυνατόν να γεννηθεί άνθρωπος σαν το Μαργαριτοϊώργη; Σα dον ’έρο Σάκκο, σα dο Δημητράκη, σα dο Μπεολοθέτη, το Βώλο; Πού είναι αυτοί οι άνθρωποι τώρα; Του ’λεγες: «Τι κάνουν τα ζα;». Λέει: «Βουρβουλιές». Λέει: «Πώς πάνε», λέει, «σε ρωτώ». «Με τα τέσσερα!!».

[…] Ο ’έρο Σάκκος είχε πάει στου Μαργαριτοϊώργη το μαζωμό, κι ο Μαργαριτοϊώργης ήβραζε σιταράκι. Ήβραζε λοιπό λίγο σιταράκι και του λέει: «Κάτσε, κακοθάνατε, να φας μια… γιατί το πρωί σηκώνουσου και φεύγεις». Χάφτηκε λοιπόν ο ’έρο Σάκκος το σιταράκι, επείνα και το ρούφα, εδιάηκεν ολόκληρο κάτω. Και τη νύχτα τον έπιασε ένας πόνος, σηκώνεται να βγει έξω απ’ το μιτάτο δε bρολαβαίνει να βγει έξω το κάνει μέσα! Ε… πήγε κι έπεσε τώρα… Πήγε κι έπεσε ο ’έρο Σάκος, τα ξημερώματα σηκώνουται και φεύγει. Και σηκώνεται ο Μαργαριτοϊώργης μετά και βλέπει το σιταράκι χάμαι, λέει: «Που να ’ναι διαόλοι μες τα μάτια dου, μα δε το ’θελε», λέει, «γιατί το ’χυσε; Και δε dό ’φηνε…;». Το μαζώνει με τη σκούπα, το ξανατρώει!!

[…] Και λοιπόν ήταν, ήτανε στη Dραγαία ο Μαργαριτο’ώργης και φόρτωσεν απάνω στο ’άδαρο ένα τσουβάλι αλεύρι. Δεν επάαινεν ο ‘άδαρος, δεν επάαινε. Κατεβαίνει, λοιπόν, σταματά λοιπόν το ’άδαρο, σταματά λοιπόν το ’άδαρο ο Μαργαριτοϊώργης και ξεφορτώνει το αλεύρι και το καθίζει στον ώμο κι ανεβαίνει απάνω στο ’άδαρο. Τίποτα ο ’άδαρος! «Ε, που να σε κόψου dα ’ργισμένα», λέει, «τόση ώρα που το σήκωνες εσύ δεν επάαινες, τώρα που το σηκώνω ’ω για δε bας;!».

Καταγραφή: Άγιοι Ανάργυροι, 1 Φεβρουαρίου 2000
Πληροφορητής: Γιώργος Πολυκρέτης (Μπαροϊώργης)
Αρχείο Μαρίας Ξεφτέρη

Λογοπαίγνια επί παρωνυμίων…


Νεμπότης (πηγή: http://www.ceramopolis.com)

Κάποτε ο Σάκκος συνάντησε το Νεμπότη σε ώρα βροχής δυνατής και του λέει:
― Με το νεμπότη το ρίχτει.
Και ο Νεμπότης με εξαιρετική ετοιμότητα του απαντά:
― Μα ιάdα δε(ν) λες με το σάκκο!

Νεμπότης, ο < νεμπότης, ο (= πήλινο δοχείο).
Σάκκος, ο < προσηγορικό Σακουλας, σκωπτικό υποκοριστικό του επωνύμου Σακελλάριος.

Οικονομίδης Δ., Απεραθίτικα λαογραφικά σύμμεικτα,
τεύχ. Α΄, Αθήνα, 1940, σ.σ. 51-52, 55.

Ήθη στ’ Απεράθου της Νάξου…


Οι πατινάδες και τα απότοκά τους, έμπρακτα και στιχουργικά…
Η κοινωνική συστολή των κοπελούδων στην κοινωνία τ’ Απεραθιού στα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα…

Δήμητρα Νούση: Σ’ ευχαριστώ που μ’ αγαπάς. Μια ιστορία από την καρδιά της Αθήνας


Δήμητρα Νούση: Σ’ ευχαριστώ που μ’ αγαπάς. Μια ιστορία από την καρδιά της Αθήνας

Βιβλιοπαρουσίαση από τη Βούλα Μαλλά*

S eyxaristw pou m agapas (vivlio Dimitra Nousi)Όταν η ανθρώπινη δυστυχία καθίσταται πρωταγωνίστρια της καθημερινής ζωής, της κοινωνίας των εξαθλιωμένων…
Όταν η ωμή αλήθεια της ανέχειας «συντρίβεται» στον κόσμο των συναισθημάτων και σε αμείλικτα διλήμματα…
Όταν η αξιοπρέπεια των πολλών καταρρακώνεται υποκύπτοντας στις άνωθεν κι έξωθεν προσταγές των πολιτικών διαχειριστών της τύχης ενός ολόκληρου λαού…
Όταν οι προϋποθέσεις νομιμότητας μιας δαπάνης «μάχονται» τις προϋποθέσεις επιβίωσης στον κόσμο της σύγχρονης στέρησης…
Λιτότητα, οικονομική κρίση, πολυσχιδής κατάρρευση…
Κάπου εκεί, στο κέντρο της Αθήνας εκτυλίσσεται καθημερινά το χρονικό πολλών και διαφορετικών ιστοριών απόγνωσης με κοινά γνωρίσματα: εξαθλίωση, ντροπή, απελπισία και πόνο. Ή και χαμόγελο;
Άστεγοι, άνεργοι, νεόπτωχοι, πρόσφυγες, όλοι ακούσιοι ενορχηστρωτές του προσωπικού τους αδιέξοδου. Ήρωες του ίδιου τους του βίου, κεντρικά πρόσωπα ενός έργου που εκτυλίσσεται 365 ημέρες το χρόνο στην «αυλή των καταραμένων»….

Η Δήμητρα Νούση, εδώ και σχεδόν δυο χρόνια, γνωρίζει καλύτερα από τον καθένα. Ή τουλάχιστον έμαθε μέσα από την ανάληψη της διεύθυνσης ενός ιδρύματος γεμάτου πληγές, μέσα λοιπόν από την επαγγελματική της ευθύνη, τις λεπτομέρειες της πιο ατέρμονης, δυσβάστακτης διαδικασίας: να αποκρυπτογραφεί ανείπωτες καταστάσεις, να απομονώνει και να συνθέτει συγκεχυμένες εκφράσεις και συναισθήματα εισχωρώντας στην ψυχή και στις σκέψεις των σύγχρονων «αθλίων», των καταδικασμένων θυμάτων της ύφεσης, των κατ’ ανάγκην «περιχαρακωμένων» που ακροβατούν ανάμεσα στα όρια του ατομικού τους μικρόκοσμου και της …συλλογικής τους ανάγκης για επιβίωση.

Το βιβλίο «Σ’ ευχαριστώ που μ’ αγαπάς» από τις εκδόσεις «Πατάκη» είναι, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η συγγραφέας Δήμητρα Νούση, «μια συγκλονιστική μαρτυρία, μια κατάθεση ψυχής από μια συνηθισμένη γυναίκα που βρέθηκε αντιμέτωπη με την κατάρρευση» και προσθέτει: «Δεν είναι πια μόνο οι άστεγοι και οι ναρκομανείς που έρχονται στην αυλή για το συσσίτιό τους, αλλά και οι «νεόπτωχοι»: άνθρωποι της μεσαίας τάξης που έχουν χάσει τα πάντα, όχι όμως την αξιοπρέπειά τους (…) Μέσα στο ίδρυμα οι ελλείψεις και οι στερήσεις μεγαλώνουν, οι εργαζόμενοι παλεύουν με τον χρόνο, τον καιρό και τις αντοχές τους (…)Αν η Αθήνα είναι η καρδιά της Ελλάδας, τότε είναι μια καρδιά που ασθενεί βαρύτατα. Πάνω απ’ όλα, όμως, είναι μια καρδιά που τολμάει να αγαπάει ενώ όλα γύρω της καταρρέουν. Κάποιες φορές η αγάπη αρκεί. Για τις άλλες, οφείλουμε να υψώνουμε το ανάστημά μας και να φωνάζουμε για χάρη αυτών που δεν έχουν πια φωνή»…

Συνέχεια