Η παράδοση ως διαδικασία προσδιορισμού της ατομικής και της συλλογικής μας ταυτότητας


Χθες το απόγευμα, ύστερα από πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου του Απεραθίτικου Συλλόγου Νάξου, είχα την τιμή να μιλήσω στην τελετή βράβευσης των νέων Απεραθιτών που εισήχθησαν στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας. Πρόκειται για μια πολύ τιμητική πρόσκληση ―γι’ αυτό και από εδώ ευχαριστώ θερμά όλα τα μέλη του Δ.Σ. για την πρόταση που μου έκαναν―, καθώς μου δόθηκε η ευκαιρία να απευθυνθώ στους νέους συντοπίτες μου αλλά και στους μεγαλύτερους, και να μιλήσω για θέματα που κρίνω πως πρέπει επιτέλους να αρχίσουμε να τα συζητάμε ανοιχτά και που, ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές, πρέπει να τα δούμε με μια διαφορετική ματιά. Σκέφτηκα, λοιπόν, να παραθέσω εδώ την ομιλία μου, ελπίζοντας πως θα αποτελέσει μια αφορμή για έναν διάλογο που επιβάλλεται να γίνει, καθώς το θέμα δεν είναι απλά επίκαιρο αλλά διαχρονικό.

Πνευματικό Κέντρο Δήμου Γαλατσίου, 12.1.2013

Καλησπέρα σας.

Εύχομαι πραγματικά σε όλους χρόνια πολλά, και κυρίως, καλά και αξιοπρεπή.

Με χαρά και τεράστια ευθύνη αποδέχθηκα την πρόσκληση του Διοικητικού Συμβουλίου του Απεραθίτικου Συλλόγου Νάξου, το οποίο και ευχαριστώ θερμά για την τιμή, προκειμένου να μιλήσω ενώπιον των συγχωριανών μου ως εκπαιδευτικός.

Σημειώσεις επί σημειώσεων για μια ομιλία που απευθύνεται πρωτίστως στους νέους… Που παίρνει όμως η μπάλα και τους γονείς, τους συγχωριανούς, τους φίλους, τους επισήμους, τους διαχειριστές του πολιτισμού στην κάθε του έκφανση…

Τι να πω λοιπόν; Τι να προτείνω και τι να συμβουλεύσω; Και έχοντας ποιον ρόλο στην παρούσα περίσταση; Τον ρόλο της εκπαιδευτικού; Της επιστημόνισσας; Της ερευνήτριας; Θα προτιμούσα τον ρόλο της αιώνιας μαθήτριας. Γιατί ακόμα και τώρα νιώθω ότι βρίσκομαι στο σημείο εκκίνησης. Στο ίδιο σημείο δηλαδή που βρίσκεστε και σεις. Με τα όνειρα και τους στόχους σε αναμονή εκπλήρωσης. Αντιμέτωπη με τις αντινομίες της ζωής όπως όλοι, που υπό τις παρούσες κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες περιχαρακώνεται η θέληση για δημιουργία και διεκδίκηση του αυτονόητου: του δικαιώματος δηλαδή της επιλογής.

Η αλήθεια είναι ότι έσκισα και μουτζούρωσα πολλά χαρτιά στην προσπάθειά μου να πυκνώσω μέσα σε λίγες αράδες αυτά που σκέφτομαι και που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας. Τους προβληματισμούς και τις προτάσεις μου, ιδέες που φαντάζουν κοινότυπες και γραφικές, καθότι χιλιοειπωμένες, ίσως ακόμη και συντηρητικές ή οπισθοδρομικές για κάποιους. Σ’ αυτά όμως τα χιλιοειπωμένα και τα τάχα οπισθοδρομικά κρίνω πως πρέπει να ανατρέξουμε στην παρούσα φάση που διανύουμε, όπου το αίτημα της αλλαγής και της ανατροπής επαφίεται στη δική μας θέληση και κρίση. Σ’ αυτά πρέπει να εφαρμόσουμε μια διαφορετική αναγνωστική προσέγγιση. Να προσπαθήσουμε να τα δούμε από μια διαφορετική ερμηνευτική σκοπιά. Να τα ελέγξουμε, να τα αξιολογήσουμε, να τα αναθεωρήσουμε, να δούμε τι από αυτά μας εκφράζει και τι μας είναι περιττό.

Όλη η παραπάνω διαδικασία μπορεί να πυκνωθεί σε μια λέξη: την παράδοση. Παρεξηγημένη βέβαια λέξη που έχει τύχει δεινότατης εκμετάλλευσης, ιδεολογικής και όχι μόνο, στο παρελθόν αλλά ακόμα και τώρα. Οι περισσότεροι, ακόμη και αυτοί που δηλώνουν πως τη θεραπεύουν, άλλες φορές ασυνείδητα, άλλες φορές σκόπιμα, της δίνουν αποκλειστικά φολκλοριστικές διαστάσεις που περιορίζουν βάναυσα τη φύση και τη δυναμική της. Προσπαθούν να τη «διασώσουν», να τη «διατηρήσουν», να την «αναβιώσουν» μέσα από φορμαλιστικού τύπου νεκραναστάσεις και παρεμβάσεις, που δεν έχουν καμία σχέση με το φορτίο και την αξία της ως ανθρώπινου συμβολικού δημιουργήματος. Για ποιον λόγο όμως να χρησιμοποιούμε, ας μου επιτραπεί ο όρος, «πολιτισμική φορμόλη» σε κάτι που νομοτελειακά εξελίσσεται, άλλοτε αλλάζει κι άλλοτε μεταμορφώνεται; Πάντοτε όμως είναι παρόν με τρόπο εσωτερικό και βιωματικό.

Η παράδοση δεν είναι απλά μια βλοϊδάτη κουρτίνα που αγοράζει ένας εντυπωσιασμένος τουρίστας. Είναι ο συμβολισμός και οι κοινωνικές συνδηλώσεις που έχει αυτή η κουρτίνα για ολόκληρη την κοινότητα αλλά κυρίως για την υφάντρα, που με μεράκι και περηφάνια δείχνει αφοσίωση στο συμβολικό κεφάλαιο του τόπου της.

Η παράδοση δεν είναι ένας βρακάς χορευτής που φορά αθλητικά παπούτσια για να μπορεί να κάνει πιο άνετα τα αεροπλανικά του τσαλίμια σ’ έναν γρήγορο μπάλλο, που πιο πολύ θυμίζει τεστ κοπώσεως… Ούτε ένας τυποποιημένος καλαμαθιανός, κατά τον οποίο η ατομική έκφραση του χορευτή γίνεται ομαδική φιγούρα και χορογραφία μπροστά σ’ ένα κοινό. Παράδοση είναι το νιώσιμο της στιγμής, είναι η επαφή του χορευτή με την ντάμα του, η επικοινωνία του μερακλή χορευτή με τον λαουθιέρη και τον βιολάτορα ― όχι όμως του λυράρη! Είναι η γλώσσα του σώματος που κωδικοποιεί σύμβολα και συναισθήματα, αντιλήψεις και αξίες. Είναι αυτό μέσα στο οποίο περιέχεται ολόκληρη η ζωή της κοινότητας.

Η παράδοση δεν είναι σίγουρα ένα κοτσάκι στο οποίο ο νέος προτρέπει τη νέα σε μια «εναλλακτική» χρήση του τυρόσκαμνου. Η καταξίωση του τραγουδιού έρχεται από την κοινότητα, από τους ίδιους τους ανθρώπους που τολμούν να αξιολογούν ένα κοτσάκι ως ουσιάτο, αλλιώς «και τ’ άλλο τ’ αποδέλοιπο μεσ’ στου Παραμεριάρη». Δεν διαδίδεται ούτε καταξιώνεται από τη δισκογραφική εταιρία, τα μπουκάλια με τα Chivas και τα γαρύφαλλα στις πίστες.

Η παράδοση δεν είναι ένα έθιμο που πρέπει απλά να διατηρηθεί, γιατί ίσως έτσι έρθουν περισσότεροι επισκέπτες στο χωριό. Το έθιμο, ετυμολογικά τουλάχιστον, έχει να κάνει με το έθος, τη συνήθεια δηλαδή. Και αυτό που γίνεται συνήθεια, γίνεται έτσι, γιατί αποτελεί πρωτίστως εσωτερική ανάγκη• είναι ανάγκη του ίδιου του ανθρώπου, της ίδιας της κοινότητας που διαμορφώνει συμβολισμούς και συσχετίσεις σε καθετί που κάνει.

Όταν μιλώ λοιπόν για παράδοση, δεν αναφέρομαι σε εξωτερικά μορφολογικά χαρακτηριστικά, στο σημαίνον όπως λέμε και στη γλωσσολογία, αλλά στο σημαινόμενο, σε όλα αυτά δηλαδή που ενυπάρχουν μέσα σε αυτά: στα συναισθήματα δηλαδη, τα κίνητρα, τις αξίες, τις αντιλήψεις και τους κανόνες. Σ’ αυτά πρέπει εμείς να δώσουμε έμφαση. Να τα συζητήσουμε, να τα υιοθετήσουμε ή και να τα ανατρέψουμε.

Η παράδοση θα έλεγα πως είναι η κατεξοχήν διαδικασία ανακάλυψης και προσδιορισμού της ατομικής και της συλλογικής μας ταυτότητας. Γι’ αυτό άλλωστε και δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά μια δυναμική και ανατροφοδοτική διαδικασία. Ένα φορτίο που ενδιάθετα κουβαλάμε, ατομικά και συλλογικά. Συνθέτει τη φυσιογνωμία μας, μας ταυτίζει με μια ομάδα αλλά και μας διαφοροποιεί από μιαν άλλη. Συμβάλλει στην αυτοεπίγνωση και εντέλει στην ευτυχία μας. Ως διαδικασία δεν είναι εύκολη, γιατί ακριβώς δεν επιτυγχάνεται ούτε προγραμματικά ούτε πραξικοματικά. Δεν είναι άλλωστε σκοπός της η επίτευξη αλλά η ίδια η ζωή.

Δεν είναι ένας εύκολος και βατός δρόμος και αυτό γιατί, τις περισσότερες φορές, σε αναγκάζει να πας από το κακοτράχαλο μονοπάτι, που έχει και τις κακοτοπιές του. Σε βάζει σε διαδικασία όμως να επαναπροσδιορίσεις τη διαδρομή, να αξιολογήσεις τις επιλογές σου, ώσπου τελικά να βρεις τον προορισμό, αφού όμως πρώτα έχεις βρει τον εαυτό σου… Και η παράδοση, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι η μια και ―τείνω να πιστεύω― η μοναδική διαδικασία που μπορεί να σε κάνει να μάθεις τον εαυτό σου, κατανοώντας πρώτα τον άλλο, τον διπλανό σου, όποιος κι αν είναι αυτός, ντόπιος ή ξένος. Και ειδικά στις μέρες μας όπου η έννοια της αλληλεγγύης και της αλληλοκατανόησης δοκιμάζεται όσο ποτέ, τώρα που είναι διάχυτο το ιδεολόγημα ότι ο άλλος, αυτός που δεν είναι δικός μας, ο ξένος είναι η αιτία όλων των οικείων κακών, και που συνεπώς πρέπει να δαιμονοποιείται• τώρα λοιπόν, περισσότερο από ποτέ, η παράδοση πρέπει να αποτελέσει το πρόταγμα των καιρών μας. Γιατί καταφέρνει και εξισορροπεί πάνω στον άξονα του χρόνου και του χώρου. Ισορροπεί ανάμεσα στο παλιό και το νέο, ανάμεσα στο ντόπιο και το ξένο.

Τώρα, ίσως περισσότερο από ποτέ, εμείς οι νεότερες γενιές θα πρέπει να αφήσουμε στην άκρη τις επιφανειακές ―βολικές είναι η αλήθεια― προσεγγίσεις του τι είναι αυτό που μας ενώνει και μας χωρίζει από τους άλλους… Θα πρέπει να ψάξουμε να βρούμε τι κρύβεται πίσω από μια φορεσιά, ένα τραγούδι, έναν σκοπό, έναν χορό, ένα έθιμο. Μήπως έχουμε περισσότερα κοινά με κάποιον που μέχρι τώρα θεωρούσαμε ξένο και εχθρό μας; Μήπως ακόμα και οι διαφορές δεν χτίζουν στην ουσία αναχώματα αλλά αποτελούν κομμάτια ενός πανέμορφου πολιτισμικού μωσαϊκού; Ίσως να μη βρούμε αυτά που προσδοκούμε. Ίσως ξεβολευτούμε. Σίγουρα όμως θα δοκιμάσουμε μιαν άλλη πτυχή του εαυτού μας, που μέχρι τώρα δεν είχε ξεδιπλωθεί. Θα θελήσουμε να ψάξουμε ακόμα πιο βαθιά, μέσα μας κυρίως. Θα θελήσουμε να επικοινωνήσουμε αλλά κυρίως να μάθουμε και να κατανοήσουμε τον διπλανό μας. Θα αποφύγουμε έτσι τις επικίνδυνες γενικεύσεις, τις προκαταλήψεις, τη μισαλλοδοξία και το μίσος.

Προσπαθώντας να ετοιμάσω το σημερινό κείμενο και έχοντας πάντα στο μυαλό μου ότι αυτό που θα πω είναι αυτό που θα συζητούσα με τους μαθητές μου και τους φίλους μου, δυσκολεύτηκα να βρω έναν τρόπο να τελειώσω όμορφα αυτό το, ομολογουμένως, κουραστικό κείμενο. Σκέφτηκα λοιπόν να καταφύγω σε μια κλασική στρατηγική πειθούς που όλοι μας διδαχτήκαμε στο σχολείο: την επίκληση στην αυθεντία. Εγώ βέβαια, ειδικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση, νομίζω πως θα κάνω όχι επίκληση στην αυθεντία, αλλά επίκληση σ’ έναν πνευματικό άνθρωπο (με το Α κεφαλαίο): στον νάξιο θεατρικό συγγραφέα και ακαδημαϊκό, Ιάκωβο Καμπανέλλη.

Απομαγνητοφώνησα, λοιπόν, ένα μικρό απόσπασμα από την τελευταία του συνέντευξη, την οποία έδωσε στη διεθνή οργάνωση «Σκυτάλη της μνήμης». Η συγκεκριμένη οργάνωση το 2011, αν δεν κάνω λάθος, πραγματοποίησε επίσκεψη μαθητών από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν, σ’ ένα από τα εργοστάσια θανάτου των Ναζί, όπως τα ονομάζει ο Καμπανέλλης. Σ’ αυτήν την τελευταία συνέντευξη, του ζητήθηκε να δώσει συμβουλές στους νέους. Αυτές τις συμβουλές θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας, ευχαριστώντας για την προσοχή σας.

«[…] Οι έξυπνοι άνθρωποι φροντίζουνε να αφανίζουν ό,τι είναι επικίνδυνο όχι μόνο για τον εαυτό τους αλλά και για τον διπλανό. Γιατί πολύ συχνά ο άνθρωπος νομίζει πως αυτό που παθαίνει ο διπλανός του είναι μακριά απ’ αυτόν. Δεν είναι καθόλου… Ό,τι συμβαίνει στον ένα συμβαίνει σε όλους. Εγώ που έζησα αυτό το μοναδικό στην ιστορία της ανθρωπότητας γεγονός, απεχθές, αυτό θα σας συνιστούσα, θα σας συμβούλευα. Αγαπάτε τον διπλανό σας, αγαπάτε κι αυτόν που είναι πιο πέρα και τελικά ν’ αγαπάτε κι αυτούς, ή αν όχι να αγαπάτε, όμως να φροντίζετε και αυτό που ήτανε παλιά, πρώτα, εχθρός σας, να μην είναι, ή τουλάχιστον να μη γίνει ποτέ εχθρός σας. […] Εύχομαι να ζήσετε ωραία, να τραγουδάτε και, αντί άλλες ασχολίες που σε πάνε σε δρόμο με κακίες, που βγάζουν τα ένστικτά μας, που δεν είναι καλά, τα κακά ένστικτα, ξέρετε τι θα πει ένστικτα, θα σας πηγαίνουν στον δρόμο που είναι δημιουργικός και καλός. Περιττό να σας πω ότι ο δρόμος που μας πάει εκεί είν’ ο πολιτισμός. Η μουσική μας πάει σε ωραίες σκέψεις, σε ωραία συναισθήματα. Το καλό βιβλίο ομορφαίνει τον κόσμο όπως ομορφαίνουν τα λουλούδια. Η μουσική το ίδιο. Τι άλλο; Ο καλός κινηματογράφος. Ο πολιτισμός πρέπει να ’ναι η ζωή του ανθρώπου απάνω στη γη. Να λέμε: “Γεννήθηκε για να ζει ωραία”. […]»

 

Advertisements