Εκφάνσεις οικιακής εξουσίας στ’ Απεράθου της Νάξου


Γραπτή πηγή: Γιαννούλης, Γ. (2009). Απεράθου [1900-1950]. Η ποιητική γλώσσα ως αγωγή πολιτισμού. Αθήνα: Εκδόσεις Graphopress, σ. 247-249.

Αφηγητές: Γιώργος Πολυκρέτης (Μπαροϊώργης), Κατερίνα Βασιλάκη (Κατερίνα του Γκαγκανοϊάννη). Από το ιδιωτικό αρχείο της Μ. Ξεφτέρη.

Μουσική: «Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα» (βιολί: Γιάννης Ζευγόλης, λαούτο: Κώστας Σιδερής).

Ιστορίες με τον Μαργαριτοϊώργη και τον ‘ερο Σάκκο…


Untitled-4

[…] Ο Μαργαριτοϊώργης τώρα, είναι δυνατόν να γεννηθεί άνθρωπος σαν το Μαργαριτοϊώργη; Σα dον ’έρο Σάκκο, σα dο Δημητράκη, σα dο Μπεολοθέτη, το Βώλο; Πού είναι αυτοί οι άνθρωποι τώρα; Του ’λεγες: «Τι κάνουν τα ζα;». Λέει: «Βουρβουλιές». Λέει: «Πώς πάνε», λέει, «σε ρωτώ». «Με τα τέσσερα!!».

[…] Ο ’έρο Σάκκος είχε πάει στου Μαργαριτοϊώργη το μαζωμό, κι ο Μαργαριτοϊώργης ήβραζε σιταράκι. Ήβραζε λοιπό λίγο σιταράκι και του λέει: «Κάτσε, κακοθάνατε, να φας μια… γιατί το πρωί σηκώνουσου και φεύγεις». Χάφτηκε λοιπόν ο ’έρο Σάκκος το σιταράκι, επείνα και το ρούφα, εδιάηκεν ολόκληρο κάτω. Και τη νύχτα τον έπιασε ένας πόνος, σηκώνεται να βγει έξω απ’ το μιτάτο δε bρολαβαίνει να βγει έξω το κάνει μέσα! Ε… πήγε κι έπεσε τώρα… Πήγε κι έπεσε ο ’έρο Σάκος, τα ξημερώματα σηκώνουται και φεύγει. Και σηκώνεται ο Μαργαριτοϊώργης μετά και βλέπει το σιταράκι χάμαι, λέει: «Που να ’ναι διαόλοι μες τα μάτια dου, μα δε το ’θελε», λέει, «γιατί το ’χυσε; Και δε dό ’φηνε…;». Το μαζώνει με τη σκούπα, το ξανατρώει!!

[…] Και λοιπόν ήταν, ήτανε στη Dραγαία ο Μαργαριτο’ώργης και φόρτωσεν απάνω στο ’άδαρο ένα τσουβάλι αλεύρι. Δεν επάαινεν ο ‘άδαρος, δεν επάαινε. Κατεβαίνει, λοιπόν, σταματά λοιπόν το ’άδαρο, σταματά λοιπόν το ’άδαρο ο Μαργαριτοϊώργης και ξεφορτώνει το αλεύρι και το καθίζει στον ώμο κι ανεβαίνει απάνω στο ’άδαρο. Τίποτα ο ’άδαρος! «Ε, που να σε κόψου dα ’ργισμένα», λέει, «τόση ώρα που το σήκωνες εσύ δεν επάαινες, τώρα που το σηκώνω ’ω για δε bας;!».

Καταγραφή: Άγιοι Ανάργυροι, 1 Φεβρουαρίου 2000
Πληροφορητής: Γιώργος Πολυκρέτης (Μπαροϊώργης)
Αρχείο Μαρίας Ξεφτέρη

Λογοπαίγνια επί παρωνυμίων…


Νεμπότης (πηγή: http://www.ceramopolis.com)

Κάποτε ο Σάκκος συνάντησε το Νεμπότη σε ώρα βροχής δυνατής και του λέει:
― Με το νεμπότη το ρίχτει.
Και ο Νεμπότης με εξαιρετική ετοιμότητα του απαντά:
― Μα ιάdα δε(ν) λες με το σάκκο!

Νεμπότης, ο < νεμπότης, ο (= πήλινο δοχείο).
Σάκκος, ο < προσηγορικό Σακουλας, σκωπτικό υποκοριστικό του επωνύμου Σακελλάριος.

Οικονομίδης Δ., Απεραθίτικα λαογραφικά σύμμεικτα,
τεύχ. Α΄, Αθήνα, 1940, σ.σ. 51-52, 55.

Ήθη στ’ Απεράθου της Νάξου…


Οι πατινάδες και τα απότοκά τους, έμπρακτα και στιχουργικά…
Η κοινωνική συστολή των κοπελούδων στην κοινωνία τ’ Απεραθιού στα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα…

Στ’ αργαστήρι…

Εικόνα


Στ' αργαστήρι...

– Ρε Πέτρο… Eκατέβαινες τώρα και στ’ αργαστήρι, κι ’βλεπες τον Πέτρο του μαστρο’ιάννη με τσ’ αξίνες, με τσοι γκασμάδες… Πέρναγες από κάτω, ήτονε οι Φρατζεσκάδες με τα μάρμαρα, με τα σουμάρια, άλλος ήκοβε, άλλος πελέκαγε. Ήτανε πράγματα που τα ’βλεπες…
– Παν’ τα χρόνια αυτά!
– Ας ήτανε τούτα τα χρόνια βρε παιδί μου…
– Τώρα…
– Δεν ήτονε φτωχά, ήταν ωραία τα χρόνια!
– Τα χρόνια δεν ήτονε φτωχά, ήταν όμορφα!

Αφηγητές: Γιώργος Πολυκρέτης (Μπαρός) και Πέτρος Πρωτονοτάριος (Ντραλής).
Χρονολογία καταγραφής: Ιανουάριος 2000.
Τόπος: Άγιοι Ανάργυροι.
Αρχείο-Καταγραφή: Μαρία Ξεφτέρη.

Δημητράκης του Λευτεραντώνη: «Εσκέπασά τα, μα ‘βίδιαξε!»


Δημήτριος Αντ. Ελευθερίου (1896-1989)

«Πόσα πράματα και ιστορίες να θυμηθούμε και να γράψομε ‘ια το Δημητράκη. Φημισμένος στο νησί μας και πκιο πέρ’ ακόμα με τσοι κουβέντες, τα τραούδια και τσοι φιλοσοφίες του. Θαρρούμε πως κάθα χίλιοι χρόνοι μπορεί να ξαναφανεί ένας τέθοιος άθρωπος. Και τα ‘χε-ν- ο συχωρεμένος όλα. Κουβέντες και ιστορίες με τσοι δικαστές και τσοι δικαστίνες, με τσοι ‘ιατροί και τσ’ αστυνόμοι, με τσοι παπάδες, τσοι πολιτικοί και τσοι νόμοι. Σκέτο βουνό του είδους, λαογραφικός θησαυρός στο χωριό μας, που θα πααίνει από στόμα σε στόμα και θ’ απομείνει να ζει σα ντ’ αψηλά βουνά όσο και το χωριό που τονέ εέννησε, ντ’ Απεράθου» (σχόλιο από τον Δημήτρη Φλ. Γλέζο).

Ιστορία: Η απλωταριά και η βιδιά.
Αφηγητής-Πληροφορητής: Στέφανος Μπάκαλος (του Μπακαλονικόλα), εγγονός του Δημητράκη.
Χρονολογία καταγραφής: Αύγουστος 2008
Τόπος: Απεράθου Νάξου.
Αρχείο: Μαρία Ξεφτέρη

Και ένα δώρο για το καλό… οι αχτυπάλοι στ’ Απεράθου της Νάξου


Πληροφορητής: Γιάννης Πρωτονοτάριος (Πατακο’ιάννης).
Τόπος – Χρόνος: Απεράθου Νάξου, Αύγουστος 2010.
Πηγή: Προσωπικό αρχείο Μ. Ξεφτέρη σχετικά με το απεραθίτικο ιδίωμα.

Ο αχτύπαλος είναι όρος της φυτολογίας, όπως τουλάχιστον απαντά στ’ Απεράθου της Νάξου, πιο συγκεκριμένα (και όσο μπορώ να αποδώσω και γω πιο πιστά τον όρο, καθότι δεν είμαι ειδική) είναι ένα είδος γόνου της συκιάς, ο οποίος γονιμοποιεί το δέντρο, αλλά ο ίδιος δεν γίνεται σύκο παρά κάποια στιγμή πέφτει. Θεωρείται, δηλαδή, ότι δεν φελά, δεν αξίζει δηλαδή…

Η λέξη, ωστόσο, χρησιμοποιείται και μεταφορικά… και αναφέρεται σε ανθρώπους που δεν φελούν, δεν αξίζουν, που είναι ζαβήδες

Έμμετρες… μνήμες των παλιών καιρών στ’ Απεράθου


Καραβάς, Απεράθου (Φωτογραφία: Ματθαίος Μπουγιούκας, πηγή: http://www.facebook.com/photo.php?fbid=7101508390&set=o.8036945422)

Εκείνα τα Χριστούγεννα…

Εγέρασα στην ξενητιά κι αναπολώ με πόνο
εκείνα τα Χριστούγεννα, που είχα ζήσει στο χωριό
απλά, αλλά με νόημα των παιδικών μου χρόνω’.

Πάντοτε τις παραμονές δουλεύαμε απ’ την αυγή
όσο να βγούνε τ’ άστρα,
γιατί η απεραθίτισσα αλλά και η νησιώτισσα,
δεν την κουράζει η δουλειά, πεθαίνει για την πάστρα.

Πάντοτε την παραμονή, την καμινάδα ασπρίζαμε
και της αυλής μας τους αρμούς, κι όλα τα σκαλοπάτια
χόρταιναν πάστρα κι ομορφιά τα παιδικά μου μάτια.

Η θεία μου εζύμωνε στο φούρνο το δικό μας
κι ο τόπος μοσχοβόλαγε απ’ του χωμιού τη μυρωδιά,
αυτήν την όμορφη βραδιά κι απ ‘το Χριστόψωμό μας.

Από βραδύς την κόττα μας την έβραζε
σ’ αλαφρωτό και πήλινο τσικάλι
και με τη στάχτη έχωνε τη χόβολη
για να βαστά να ζεστάνει πάλι.

Εκράταγε στο χέρι της ένα φανάρι όμορφο και καθαροπλυμένο.
Και άλλοι για να φέγγουνε, έπαιρναν απ’ την παραστιά
γιατί ήταν έξω σκοτεινά ένα δαυλό αναμμένο.

Φεύγαμε για την εκκλησιά και η καμπάνα χτύπαγε
μέσα στην Άγια Νύκτα
μα τόσο κατανυκτικά, που το γλυκό αντίλαλο
πάντοτε τα Χριστούγεννα μέσα στ’ αυτιά μου είχα.

Τότε εμείς δεν είχαμε φώτα και μεγαλεία
είχαμε μια γκαζόλαμπα και λύχνο με φυτίλι
υπήρχαν όμως άνθρωποι μ’ αγάπη και αλληλεγγύη
και συγγενείς και φίλοι.

Δεν είχε τηλεόρασι και ράδιο να παίζη
μα κάθονταν η φαμελιά μ’ αγάπη και με σεβασμό
κι αληθινό ενθουσιασμό σ’ αυτό το πεντακάθαρο
και γιορτινό τραπέζι.

Γι’ αυτό λοιπόν δεν ξέχασα ποτέ τα χρόνια εκείνα
κι ας είμαι τώρα πια γριά,
γιαγιά μ’ εγγόνια και παιδιά
σαραντατρια χρόνια πια, που ζω μες στην Αθήνα.

Σοφία Κατινά (Αρφανή), Ναξιακό Μέλλον, Δεκέμβριος 1973

Από το βιβλίο Απείρανθος (Ιστορία – Μνημεία – Λαογραφία) του Νίκου Α. Κεφαλληνιάδη (Έκδοση Πολιτιστικού Λαογραφικού Ομίλου Απειράνθου, Αθήνα 1985, σ.σ. 449-450.).