Σκοποί και τραγούδια τ’ Απεράθου (μέρος 6ο): Χραμάκι απεραθίτικο


Στα χρόνια της Κατοχής, τα ορεινά χωριά της Νάξου, κυρίως δε η Κόρωνος, το Σκαδό και τ’ Απεράθου, οι κάτοικοι των οποίων απασχολούνταν σε μεγάλο ποσοστό με την εξόρυξη σμύριδας (την οποία εκείνα τα χρόνια εκμεταλλεύονταν οι Ιταλοί), πέρασαν δύσκολες καταστάσεις πείνας και ανέχειας. Εκείνοι που είχαν μια οικονομική άνεση –όσο μπορούμε να μιλάμε για οικονομική άνεση στα χρόνια της Κατοχής– ήταν ελάχιστοι, κυρίως στα λιβαδοχώρια λόγω της αγροτικής παραγωγής που δεν είχε επηρεαστεί τόσο. Οι απεραθιτοπούλες τότε είχαν αναγκαστεί να κατεβαίνουν στα κατώχωρα και να πουλούν τα υφαντά τους –κυρίως χράμια–, αυτά κυρίως που φύλαγαν μέσα στα μπαούλα και προορίζονταν για την προίκα τους. Πουλώντας τα υφαντά τους μπορούσαν στη συνέχεια να αγοράζουν κριθάρι, πατάτες και άλλα είδη πρώτης ανάγκης.

Ο Νίκος Σφυρόερας, επηρεαζόμενος από αυτό το γεγονός, έγραψε το ποίημα «Χραμάκι απεραθίτικο», για τη σύνθεση και τη μουσική επένδυση του οποίου μας δίνει περισσότερες πληροφορίες ο εκδότης της εφημερίδας «Τ’ Απεράθου» Μιχάλης Γρατσίας στο βίντεο που ακολουθεί (από το κανάλι του Καπταν ‘Ιάννη Ζαζάνη).

Τραγουδά η Κούλα Κληρονόμου-Σιδερή. Στο βιολί ο Φλώριος Γλέζος.

Συνέχεια

Σκοποί και τραγούδια τ’ Απεράθου (μέρος 5ο): Ο σκοπός του τζίτζικα ή της παλιάς πατινάδας


Μερικές σκέψεις για τον «Σκοπό του τζίτζικα» στ’ Απεράθου της Νάξου, αλλά και την παρουσία της συγκεκριμένης μελωδίας σ’ ολόκληρο το Αιγαίο και όχι μόνο…

Οι πληροφορίες ελάχιστες, η έρευνα –ομολογώ– όχι τόσο ενδελεχής και διασταυρωμένη, όσο απαιτεί το θέμα… Θα ήθελα, ωστόσο, να καταθέσω κάποιες πρώτες μου καταγραφές και σκέψεις γι’ αυτόν τον γνωστό σκοπό, που επίσης είναι γνωστός ως «Νεράιδα είσαι μάτια μου». Θα ήθελα δε και τη δική σας ανατροφοδότηση, γιατί το συγκεκριμένο τραγούδι δεν τραγουδιέται μόνο στ’ Απεράθου, αλλά γενικότερα στη Νάξο και ευρύτερα στο Αιγαίο.

Στ’ Απεράθου, το συγκεκριμένο τραγούδι παραγγέλλεται, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μου, ως «Σκοπός του τζίτζικα». Θεωρείται βέρσο μπάλλο, το οποίο κάποια στιγμή αυτονομήθηκε και αποτέλεσε από μόνο του ξεχωριστό τραγούδι, το οποίο χορεύεται κυρίως ως συρτό. Πάνω στη συγκεκριμένη μελωδία, η οποία επαναλαμβάνεται συνεχώς, τραγουδιούνται δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα, όπως τα παρακάτω:

Όλα μας κι αν τα ξέχασες, μιας βραδινιάς θυμίσου,
που σου ‘λεα «ξημέρωσε» και μου ‘λεες «κοιμίσου».

Όλα μας κι αν τα ξέχασες θυμίσου ένα βράδυ
ο λύχνος εκατσούβλιζε και δεν είχαμε λάδι.

Όλα μας κι αν τα ξέχασες, ένα θυμίσου μόνο:
τσοι τελευταίες μας μαθιές, πο’ λλάζαμε με πόνο.

Συνέχεια

Ελλήνων Δρώμενα (ΕΤ3): «Απείρανθος»

Εικόνα


Αντιγράφω από την ιστοσελίδα της εκπομπής «Ελλήνων Δρώμενα»:

Η εκπομπή ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΡΩΜΕΝΑ συνεχίζοντας το ταξίδι της στις αυθεντικές πολιτισμικές εκφράσεις ανθρώπων και τόπων, αυτή τη φορά κάνει στάση στην μαγευτική Απείρανθο της Νάξου, για να μας παρουσιάσει την ιδιαίτερη και πρωτότυπη μουσικοχορευτική της έκφραση.

H Απείρανθος είναι φημισμένη για την υψηλού επιπέδου μουσική και ποιητική της έκφραση. Οι Απειρανθίτες ισχυρίζονται πως το τραγούδι, η μουσική και ο χορός του Αιγαίου τροφοδοτήθηκαν κατά κύριο λόγο από την δική τους λαϊκή καλλιτεχνική παραγωγή. Ίσως να είναι κι έτσι, γιατί πράγματι οι Απειρανθίτες έχουν αυτό το σπάνιο χάρισμα της δημιουργίας των στίχων των τραγουδιών ανά πάσα στιγμή και σε πολύ μεγάλη ποσότητα.

Μπορούν να δημιουργούν τραγουδιστικά δίστιχα στην καθημερινότητά τους σε όλους τους διαλόγους επικοινωνίας τους, αλλά περισσότερο από κάθε άλλο, στα ξακουστά γλέντια τους, που πλημυρίζουν από ποιητική έκφραση. Εκεί συναντούμε τα πολύ γνωστά σε όλους μας Αιγαιοπελαγίτικα δίστιχα. Τα οποία υμνούν τον έρωτα, τη χαρά, τη λύπη και κάθε ανθρώπινη ανάγκη για έκφραση στον κύκλο του χρόνου και της καθημερινότητας.
Οι Απειρανθίτες πράγματι είναι πολύ εκπαιδευμένοι στη διαδικασία της ποιητικής σύνθεσης, έχοντας βέβαια πίσω τους μία καταγωγή πιθανά συγγενική με τους Κρητικούς -όπως ισχυρίζονται- αφού κι εκείνοι έχουν πολύ μεγάλη παράδοση στην σύνθεση του στίχου με τις γνωστές μαντινάδες.

Οι Απειρανθίτες ονομάζουν τα δίστιχά τους «κοτσάκια» από το κόψιμο των συλλαβών με τον δικό τους επιδέξιο τρόπο, ώστε να κατακτήσουν οι λέξεις σχεδόν ένα άλλο νόημα και να γίνουν τραγούδι, όπως το πολύ γνωστό παράδειγμα:

«δυό ματάκια μελαγχολι-
κά είν’ η ζωή μου όλη»

Συνέχεια

Καλαμαθιανό: ‘ια τα μάθια μας μόνου


Η επαφή μου με τον παραδοσιακό χορό, και δη τ’ αξώτικα, μετρά πολλά χρόνια πίσω. Θυμάμαι τον εαυτό μου στο εξοχικό του θείου μου του Γιάννη στη Λούτσα -ήμουν δεν ήμουν 4 χρόνων, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80- να χορεύω μαζί με τον ξάδελφό μου τον Γιάννη κάτι που θα προσιδίαζε σε μπάλλο. Οικεία και αγαπημένη μνήμη στο μυαλό: δύο μικρά κοπελάκια να χορεύουν σαν ζευγάρι, ενώ ακούγεται στο κασετόφωνο η Ειρήνη Κονιτοπούλου Λεγάκη·το κοριτσάκι να κουνά τον κορμό του, αριστερά-δεξιά, με τα χέρια στη μέση και το αγοράκι με τα χέρια σε έκταση, στο ύψος των ώμων του, να προσπαθεί να σταυρώσει τα πόδια του και να κάνει, ενίοτε, και κανένα τσαλίμι. Το είδε πριν που το έκανε ο θείος του και θέλει να το κάνει και αυτό…

Κάπως έτσι θυμάμαι την πρώτη μου επαφή με τους αξώτικους χορούς, τον συρτό, τον μπάλλο -πόσο ντρεπόμουν, θυμάμαι, να με χορεύουν μπάλλο!-, τον καλαμαθιανό και τη βλάχα. Σε γενέθλια, γιορτές και γλέντια, τότε που άνοιγαν τα σπίτια, γιατί και οι καρδιές τότε ήταν ανοιχτές, τα χαλιά μαζεύονταν και μέσα σε ελάχιστα τετραγωνικά στηνόταν χορός. Ο παππούς χόρευε την εγγόνα, η γιαγιά χόρευε με την αδελφή της και τις συνομήλικές της, οι μικροί ακολουθούσαν στο τέλος… Κάπως έτσι ήταν τα πράγματα… Μετά ήρθαν και οι σύλλογοι και τα χορευτικά… Και κει μάθαμε πως δεν υπάρχει μόνο απεραθίτικη βλάχα, μα και κινιδαριώτικη, φιλωτίτικη, μελανίτικη, κορωνιδιάτικη, κεραμιώτικη, κωμιακίτικη κ.ο.κ. Δεν υπήρχε μόνο το καλαμαθιανό, όπως απαντά στ’ Απεράθου, αλλά και η παραλλαγή του στα υπόλοιπα χωριά. Δεν υπάρχει μόνο το βοσκίστικο ύφος, το βαρύ συρτό με τα κρατήματα και τα κοψίματα, μα και ο πιο αεράτος συρτός, όπου τα πόδια σου νιώθεις πως δεν πατούν στη γη την ώρα που χορεύεις… Βλέπαμε άλλους Αξώτες να χορεύουν στα γλέντια· και τολμώ να πω πως μερικές φορές θεωρούσαμε τον χορό τους ζαβό… Βλέπαμε, όμως, τα πόδια τους, χορεύαμε και μεις μαζί τους, μιμούμασταν αρχικά. Μέχρι να βρούμε το δικό μας προσωπικό ύφος. Μέχρι να αφήσουμε τη ντροπή στην άκρη και να απελευθερωθούμε πάνω στον χορό! Πάντα, όμως, σύμφωνα με τις νόρμες και τους κανόνες. Όταν ο παππούς μου ο Μαρθαίος ήθελε να με χορέψει συρτό, έπρεπε οπωσδήποτε να με πιάσει με το μαντήλι. Η γιαγιά μου χόρευε συρτό ή καλαμαθιανό, αλλά χόρευε άλλες γυναίκες. Όχι άντρες. Αν στον κύκλο που στηνόταν υπήρχε άντρας, αυτός θα ‘ταν που θα έσερνε και τον χορό. Ποτέ το αντίθετο… Αυτός ο άντρας κάποια στιγμή θα άλλαζε και ντάμα, θα άφηνε αυτή που είχε δίπλα του και θα άρπαζε -ίσως και λίγο άγαρμπα κάποιες φορές- τη δεύτερη ή την τρίτη γυναίκα που χόρευε μαζί και θα την έβαζε στ’ αριστερά του. Στον μπάλλο, είτε σε χόρευε συγγενής είτε σε χόρευε ο συνομήλικός σου στο χορευτικό, τα μάτια σου ήταν μονίμως στραμμένα προς το έδαφος. Ντρεπόσουν ν’ ανταλλάξεις την έντονη ματιά του καβαλιέρου σου, που σε κυνηγούσε και έπρεπε να του ξεφύγεις. Εκεί φαινόσουν αν ήσουνα χορεύτρα. Μπορούσες να του γλιτώσεις; Τότε ήσουν καλή! Αλλιώς…

Συνέχεια

Όσα οι αισθήσεις καταγράφουν στην ψυχή…


Όσα οι αισθήσεις μας καταγράφουν στην ψυχή μας… και όσα μπορεί να αποτυπώσει σε εικόνα και ήχο μία άψυχη συσκευή… Ανατολικά παράλια της Νάξου… Στο καντούνι τ’ Αζαλά… Αύγουστος 2010.

Φουρτoύνα

Μέσα στης ζωής την τρίκυ- / μια πλέω σαν καΐκι.
Μ’ ένα καϊκάκι ταξι- / δεύω μα δε θα βαστάξει.
Που μου δώνει σήματά κι- / νδύνου το παλιό βαρκάκι.
Άμα φουρτουνιάζει να’ ν’ η- / βάρκα πρέπει σε λιμάνι.
Κι ‘βρηκα λιμάνι που να / μην το πιάνει η φουρτούνα.
Είναι απαραίτητη σε μιά / φουρτούνα η απανεμιά.

Στίχοι: Μανώλης Γρατσίας (Καρφομανώλης)
Μουσική: Γιάννης Ζευγώλης
(στον δίσκο “Τ’ Αυγινά” της Κούλας Κληρονόμου-Σιδερή)

Μια ψηφίδα μόνο…


Όταν συνειδητοποιείς ότι η προσωπική ιστορία
γίνεται ψηφίδα γι’ αυτό που λέμε
εθνογραφικό-ανθρωπολογικό-λαογραφικό μωσαϊκό…

Το τρίπτυχο της μουσικοχορευτικής παράδοσης της Νάξου: Η περίπτωση τ’ Απεράθου (Μέρος 2ο)


Η παρούσα σειρά άρθρων αποτελεί εργασία πάνω στη βασική βιβλιογραφία για τη μουσικοχορευτική παράδοση της Νάξου (με έμφαση στο χωριό Απεράθου), η οποία ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2009.

Το 1ο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

1. Ο Λόγος

1.2 Λαϊκοί στίχοι: δεκαπεντασύλλαβοι, οκτασύλλαβοι στίχοι (κοτσάκια) και εξάστιχα

Οι κυριότεροι λαϊκοί στίχοι στη Νάξο, συνεπώς και στ’ Απεράθου, είναι οι δεκαπεντασύλλαβοι και οι οκτασύλλαβοι οι οποίοι έχουν ως χαρακτηριστικό τους τη ρίμα/ την ομοιοκαταληξία. Ο Ζευγώλης (2006α:55) επίσης σημειώνει  ότι συναντούμε και πεντασύλλαβους, εξασύλλαβους και εφτασύλλαβους στίχους.

1.1.1 Δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα (τετράστιχα)

Ο Οικονομίδης ήδη στα 1934 σχολιάζει ότι η εμμονή των Απεραθιτών στο ταίριασμα των δίστιχων, έθεσε σε δεύτερη μοίρα το περιεχόμενο των ίδιων των τραγουδιών. Ομοίως και ο Ζευγώλης την ίδια περίοδο (2006α:54) σημειώνει ότι η ομοιοκαταληξία έκανε τον στίχο τεχνικότερο, καθιστώντας τον δηλαδή ένα εξωτερικό στολίδι που έπρεπε να φτιάχνεται όσο το δυνατόν καλύτερα, ωστόσο έγινε και η αιτία να δημιουργούνται πολλές φορές φτωχά τραγούδια, χωρίς βαθύτερο νόημα.

Τα παλαιότερα χρόνια συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο, καθώς η ρίμα δεν ήταν υποχρεωτική, ενώ το περιεχόμενο των τραγουδιών τα οποία ακούγονταν μόνο από τα στόματα των γεροντότερων που τα θυμούνταν ήταν ασύγκριτα καλύτερα. «Η ρίμα κατέφαγε την ποίησιν. Εις αυτήν την ρίμαν συγκεντρούται τώρα πάσα η προσοχή των ποιηταράδων και ριμαδόρων και δι’ αυτήν είναι ικανοί να φλυαρήσουν και την έκφρασιν και την γλώσσαν ακόμα την ελληνικήν να παραβιάσουν και στρεβλώσουν» (Κυριακίδης• στο Οικονομίδης 1991:54).

Ο Οικονομίδης (1991:54) σημειώνει ότι το περιεχόμενο όλων σχεδόν των σύγχρονων τραγουδιών της Απειράνθου στρέφεται γύρω από μοτίβα ερωτικά, ενώ παρουσιάζονται και γλωσσικές ομοιότητες με τα κρητικά, κυρίως δε με τις παραλλαγές του Ερωτόκριτου και της Ερωφίλης. Αυτό περισσότερο συνέβαινε παλιότερα, όταν οι Απεραθίτες διάβαζαν τον Ερωτόκριτο και τα άλλα έργα της κρητικής λογοτεχνίας, ενώ πολλοί ήξεραν από μνήμης ολόκληρα αποσπάσματα. Σταδιακά, η ποιητική δύναμη των Ναξιωτών, κυρίως των Απεραθιτών, πέρασε από τα παραδεδομένα και επαναλαμβανόμενα δίστιχα (του Ερωτόκριτου, των ημερολογίων) στο αυτοσχέδιο δίστιχο, το οποίο χρησιμοποιείτο ευρέως στο χορευτικό τραγούδι ή όχι, με τη συνοδεία οργάνων ή με απαγγελία (Οικονομίδης 1969 στο Σπηλιάκος 2008:69). Το ερωτικό αίσθημα που διατηρείται στη μορφή του την πλατωνική (ας πούμε) εκδηλώνεται στα δίστιχα, που κατά τον Κυριακίδη «είναι αυτοσχέδια, ως επί το πλείστον, στιχουργήματα των συναναστροφών και των χορών, όπου εις ποιητικόν αγώνα διασταυρώνονται μετά θαυμαστής ευχέρειας και οξύτητος» (Κυριακίδης• στο Οικονομίδης 1991:54).

Συνέχεια

Το τρίπτυχο της μουσικοχορευτικής παράδοσης της Νάξου: Η περίπτωση τ’ Απεράθου (Μέρος 1ο)


Η παρούσα σειρά άρθρων αποτελεί εργασία πάνω στη βασική βιβλιογραφία για τη μουσικοχορευτική παράδοση της Νάξου (με έμφαση στο χωριό Απεράθου), η οποία ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2009.

Ο Διγενής Ακρίτας... κεντρική ηρωική φυσιογνωμία του Ακριτικού Κύκλου.

1. Ο Λόγος

1.1 Το «προναξιακό» τραγούδι

Σύμφωνα με τον Οικονομίδη (1978:1 κ.εξ.,1985:141), τα παλαιά δημοτικά τραγούδια της Νάξου ήταν ως επί το πλείστον πολύστιχα ανομοιοκατάληκτα δεκαπεντασύλλαβα, ενώ απαντούσαν και στα υπόλοιπα νησιά ή σε άλλες περιοχές της Ελλάδας (Θράκη, Μικρασία, Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κρήτη κ.λπ.), με διαφορές κυρίως στη γλώσσα, στην ποσότητα των στίχων, το θεματικό περιεχόμενο, τη δομή και τη μορφή. Τα παλαιά ναξιακά τραγούδια (προναξιακά) δηλαδή αποτελούσαν παραλλαγές (variantes) πανελλήνιων τραγουδιών, για τον τόπο και το χρόνο δημιουργίας των οποίων γνωρίζουμε ελάχιστα, λόγω ακριβώς της προφορικής τους παράδοσης από γενιά σε γενιά. Περιέχουν συμφυρμούς, αναχρονισμούς και παραφθορές σε πρόσωπα και ονόματα και άλλες ελλείψεις. Μέσα από τέτοιες παραλλαγές μπορούμε να κατανοήσουμε τη γεωγραφική εξάπλωση που είχαν αυτά τα πανεθνικά δημοτικά τραγούδια, αλλά και το ιδιαίτερο ναξιακό γνώρισμα που θα μπορούσαν να έχουν, καθώς επίσης και τη λειτουργία τους διαχρονικά στην κοινωνική και όχι μόνο ζωή του ανθρώπου (Οικονομίδης 1978:6, 1985:142).

Σ’ αυτά τα πολύστιχα τραγούδια περιλαμβάνονται τα ακριτικά (περιπέτειες και ηρωικά κατορθώματα των ακριτών της βυζαντινής αυτοκρατορίας, π.χ. το τραγούδι του Πορφύρη, του Γιαννακή), οι παραλογές (μπαλλάντες με επική δραματική κυρίως υπόθεση, μεγάλα αφηγηματικά τραγούδια με παραμυθιακά στοιχεία, π.χ. το τραγούδι του νεκρού αδελφού), τα οποία διασώθηκαν στην προφορική παράδοση των Νάξιων, χωρίς όμως τη μουσική τους, είτε λόγω της αδυναμίας των πληροφορητών να τη θυμηθούν, είτε λόγω της έλλειψης τεχνικών μέσων από την πλευρά των συλλογέων, προκειμένου να καταγράψουν ψήγματα έστω αυτών (Οικονομίδης 1978:1). Ο Ήμελλος (1992:100) σημειώνει ότι οι παραλογές και τα ακριτικά άσματα είχαν ευρεία διάδοση στη Νάξο (ειδικά δε τα δεύτερα τα οποία ήταν ιδιαίτερα προσφιλή στο λαό, ο οποίος τα αποστήθιζε μιας και κυκλοφορούσαν σε «φυλλάδες» ή τα άκουγε από άλλους που είχαν μείνει στα Βουρλά της Μ. Ασίας). Αναφέρεται ότι πολλά ακριτικά άσματα έφτασαν στη Νάξο από τα Βουρλά της Μ. Ασίας, μεταξύ των οποίων κάποια είχαν να κάνουν με πειρατικές επιδρομές. Τα κλέφτικα τραγούδια ήταν σε περιορισμένο αριθμό, καθώς δεν υπήρξε ποτέ στις Κυκλάδες γενικότερα κλέφτικος βίος, ο οποίος να δημιουργήσει κλίμα για τη γένεση τέτοιων ασμάτων, όπως συνέβη στην Ήπειρο ή την Πελοπόννησο (Ήμελλος 1992:100).

Υπάρχουν επίσης αυτά της αγάπης, του Χάρου και του Κάτω Κόσμου, τα λατρευτικά (άλλα δίστιχα και άλλα πολύστιχα), οι ρίμες (πολύστιχα απαγγελλόμενα στιχουργήματα, σκωπτικά ερωτικών παρεκτροπών και σατιρικά λαϊκών τύπων, που και αυτά έχουν ομοιοκατάληκτους στίχους που ο ένας ακολουθεί τον άλλον), τα παιδικά (δίστιχα που απαγγέλλονται σε διάφορους ρυθμούς, κυρίως σε τροχαϊκό μέτρο), υποκατηγορία των οποίων είναι τα νανουρίσματα, τα οποία είναι δίστιχα ομοιοκατάληκτα δεκαπεντασύλλαβα.

Τα προναξιακά τραγούδια, καθώς επίσης και μωραΐτικα και ρουμελιώτικα, τραγουδιούνται, σύμφωνα με τον Σπηλιάκο (2008:66) α) ως χορευτικά στο ρυθμό του καλαμαθιανού, που χορεύουν κυρίως γυναίκες στα δρώμενα της Αποκριάς και την Καθαρά Δευτέρα, χωρίς να έχουν θεματολογική σχέση με την περίσταση, β) ως τραγούδια του τραπεζιού, στο ρυθμό του καλαμαθιανού, γ) ως χορευτικά στον ρυθμό της βλάχας και δ) στον θερισμό ως φωνητικά τραγούδια.

Τα νεότερα ναξιακά τραγούδια είναι δίστιχα ομοιοκατάληκτα δεκαπεντασύλλαβα και οκτασύλλαβα. Το πώς δημιουργήθηκαν, εξελίχθηκαν και τι επιδράσεις δέχθηκαν αποτέλεσε θέμα έρευνας και συζήτησης για πολλούς μελετητές (ενδεικτικά G. Soyter, S. Baud, Στίλπων Κυριακίδης. Πρβ. Οικονομίδης 1978:6 κ.εξ., 1985:142 κ.εξ.).

Βιβλιογραφία
Ήμελλος, Σ. [1974]1992. «Παρατηρήσεις εξ επιτοπίου ερεύνης εις τον λαϊκόν πολιτισμόν των νοτίων Κυκλάδων». Λαογραφικά, τ. Β΄, σ. 91-135. Αθήνα.
Οικονομίδης, Δ. 1978. «Τα ναξιακά δημοτικά τραγούδια (παρατηρήσεις και σκέψεις)». Ναξιακό Μέλλον (φιλολογική έκδοση), τ. 413 (411)(2), σ.1-8.
Οικονομίδης, Δ. 1985. «Τα δημοτικά τραγούδια της Νάξου». Κυκλαδικά θέματα, τ. 9, σ.141-146.
Σπηλιάκος, Στ. 2008. Ο Αιγαιοπελαγίτικος μπάλλος υπό όρους χορολογικούς και λεξιλογικούς (γλωσσοανάλυση, ετυμολογία, ερμηνευτική, ιστορία). Αθήνα: Εκδόσεις Αντώνης Αναγνώστου

____________

Μία πολύ ενδιαφέρουσα σειρά βίντεο, από το αρχείο του Φρατζέσκου Φατούρου για τα ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή, όπως τα θυμάται η Ζωίτσα Φατούρου. Η εγγραφή έγινε τον Αύγουστο του 2000 από τον Φρατζέσκο Φατούρο.

Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 1ο
Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 2ο
Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 3ο
Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 4ο
Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 5ο
Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 6ο
Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 7ο