Category Archives: Απεραθίτικα λαογραφικά σύμμεικτα

Στ' αργαστήρι...

– Ρε Πέτρο… Eκατέβαινες τώρα και στ’ αργαστήρι, κι ’βλεπες τον Πέτρο του μαστρο’ιάννη με τσ’ αξίνες, με τσοι γκασμάδες… Πέρναγες από κάτω, ήτονε οι Φρατζεσκάδες με τα μάρμαρα, με τα σουμάρια, άλλος ήκοβε, άλλος πελέκαγε. Ήτανε πράγματα που τα ’βλεπες…
– Παν’ τα χρόνια αυτά!
– Ας ήτανε τούτα τα χρόνια βρε παιδί μου…
– Τώρα…
– Δεν ήτονε φτωχά, ήταν ωραία τα χρόνια!
– Τα χρόνια δεν ήτονε φτωχά, ήταν όμορφα!

Αφηγητές: Γιώργος Πολυκρέτης (Μπαρός) και Πέτρος Πρωτονοτάριος (Ντραλής).
Χρονολογία καταγραφής: Ιανουάριος 2000.
Τόπος: Άγιοι Ανάργυροι.
Αρχείο-Καταγραφή: Μαρία Ξεφτέρη.

Σκοποί και τραγούδια τ’ Απεράθου (μέρος 6ο): Χραμάκι απεραθίτικο

Στα χρόνια της Κατοχής, τα ορεινά χωριά της Νάξου, κυρίως δε η Κόρωνος, το Σκαδό και τ’ Απεράθου, οι κάτοικοι των οποίων απασχολούνταν σε μεγάλο ποσοστό με την εξόρυξη σμύριδας (την οποία εκείνα τα χρόνια εκμεταλλεύονταν οι Ιταλοί), πέρασαν δύσκολες καταστάσεις πείνας και ανέχειας. Εκείνοι που είχαν μια οικονομική άνεση –όσο μπορούμε να μιλάμε για οικονομική άνεση στα χρόνια της Κατοχής– ήταν ελάχιστοι, κυρίως στα λιβαδοχώρια λόγω της αγροτικής παραγωγής που δεν είχε επηρεαστεί τόσο. Οι απεραθιτοπούλες τότε είχαν αναγκαστεί να κατεβαίνουν στα κατώχωρα και να πουλούν τα υφαντά τους –κυρίως χράμια–, αυτά κυρίως που φύλαγαν μέσα στα μπαούλα και προορίζονταν για την προίκα τους. Πουλώντας τα υφαντά τους μπορούσαν στη συνέχεια να αγοράζουν κριθάρι, πατάτες και άλλα είδη πρώτης ανάγκης.

Ο Νίκος Σφυρόερας, επηρεαζόμενος από αυτό το γεγονός, έγραψε το ποίημα «Χραμάκι απεραθίτικο», για τη σύνθεση και τη μουσική επένδυση του οποίου μας δίνει περισσότερες πληροφορίες ο εκδότης της εφημερίδας «Τ’ Απεράθου» Μιχάλης Γρατσίας στο βίντεο που ακολουθεί (από το κανάλι του Καπταν ‘Ιάννη Ζαζάνη).

Τραγουδά η Κούλα Κληρονόμου-Σιδερή. Στο βιολί ο Φλώριος Γλέζος.

Συνέχεια

Σκοποί και τραγούδια τ’ Απεράθου (μέρος 5ο): Ο σκοπός του τζίτζικα ή της παλιάς πατινάδας

Μερικές σκέψεις για τον «Σκοπό του τζίτζικα» στ’ Απεράθου της Νάξου, αλλά και την παρουσία της συγκεκριμένης μελωδίας σ’ ολόκληρο το Αιγαίο και όχι μόνο…

Οι πληροφορίες ελάχιστες, η έρευνα –ομολογώ– όχι τόσο ενδελεχής και διασταυρωμένη, όσο απαιτεί το θέμα… Θα ήθελα, ωστόσο, να καταθέσω κάποιες πρώτες μου καταγραφές και σκέψεις γι’ αυτόν τον γνωστό σκοπό, που επίσης είναι γνωστός ως «Νεράιδα είσαι μάτια μου». Θα ήθελα δε και τη δική σας ανατροφοδότηση, γιατί το συγκεκριμένο τραγούδι δεν τραγουδιέται μόνο στ’ Απεράθου, αλλά γενικότερα στη Νάξο και ευρύτερα στο Αιγαίο.

Στ’ Απεράθου, το συγκεκριμένο τραγούδι παραγγέλλεται, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μου, ως «Σκοπός του τζίτζικα». Θεωρείται βέρσο μπάλλο, το οποίο κάποια στιγμή αυτονομήθηκε και αποτέλεσε από μόνο του ξεχωριστό τραγούδι, το οποίο χορεύεται κυρίως ως συρτό. Πάνω στη συγκεκριμένη μελωδία, η οποία επαναλαμβάνεται συνεχώς, τραγουδιούνται δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα, όπως τα παρακάτω:

Όλα μας κι αν τα ξέχασες, μιας βραδινιάς θυμίσου,
που σου ‘λεα «ξημέρωσε» και μου ‘λεες «κοιμίσου».

Όλα μας κι αν τα ξέχασες θυμίσου ένα βράδυ
ο λύχνος εκατσούβλιζε και δεν είχαμε λάδι.

Όλα μας κι αν τα ξέχασες, ένα θυμίσου μόνο:
τσοι τελευταίες μας μαθιές, πο’ λλάζαμε με πόνο.

Συνέχεια

Αντιγράφω από την ιστοσελίδα της εκπομπής «Ελλήνων Δρώμενα»:

Η εκπομπή ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΡΩΜΕΝΑ συνεχίζοντας το ταξίδι της στις αυθεντικές πολιτισμικές εκφράσεις ανθρώπων και τόπων, αυτή τη φορά κάνει στάση στην μαγευτική Απείρανθο της Νάξου, για να μας παρουσιάσει την ιδιαίτερη και πρωτότυπη μουσικοχορευτική της έκφραση.

H Απείρανθος είναι φημισμένη για την υψηλού επιπέδου μουσική και ποιητική της έκφραση. Οι Απειρανθίτες ισχυρίζονται πως το τραγούδι, η μουσική και ο χορός του Αιγαίου τροφοδοτήθηκαν κατά κύριο λόγο από την δική τους λαϊκή καλλιτεχνική παραγωγή. Ίσως να είναι κι έτσι, γιατί πράγματι οι Απειρανθίτες έχουν αυτό το σπάνιο χάρισμα της δημιουργίας των στίχων των τραγουδιών ανά πάσα στιγμή και σε πολύ μεγάλη ποσότητα.

Μπορούν να δημιουργούν τραγουδιστικά δίστιχα στην καθημερινότητά τους σε όλους τους διαλόγους επικοινωνίας τους, αλλά περισσότερο από κάθε άλλο, στα ξακουστά γλέντια τους, που πλημυρίζουν από ποιητική έκφραση. Εκεί συναντούμε τα πολύ γνωστά σε όλους μας Αιγαιοπελαγίτικα δίστιχα. Τα οποία υμνούν τον έρωτα, τη χαρά, τη λύπη και κάθε ανθρώπινη ανάγκη για έκφραση στον κύκλο του χρόνου και της καθημερινότητας.
Οι Απειρανθίτες πράγματι είναι πολύ εκπαιδευμένοι στη διαδικασία της ποιητικής σύνθεσης, έχοντας βέβαια πίσω τους μία καταγωγή πιθανά συγγενική με τους Κρητικούς -όπως ισχυρίζονται- αφού κι εκείνοι έχουν πολύ μεγάλη παράδοση στην σύνθεση του στίχου με τις γνωστές μαντινάδες.

Οι Απειρανθίτες ονομάζουν τα δίστιχά τους «κοτσάκια» από το κόψιμο των συλλαβών με τον δικό τους επιδέξιο τρόπο, ώστε να κατακτήσουν οι λέξεις σχεδόν ένα άλλο νόημα και να γίνουν τραγούδι, όπως το πολύ γνωστό παράδειγμα:

«δυό ματάκια μελαγχολι-
κά είν’ η ζωή μου όλη»

Συνέχεια

Δημητράκης του Λευτεραντώνη: «Εσκέπασά τα, μα ‘βίδιαξε!»

Δημήτριος Αντ. Ελευθερίου (1896-1989)

«Πόσα πράματα και ιστορίες να θυμηθούμε και να γράψομε ‘ια το Δημητράκη. Φημισμένος στο νησί μας και πκιο πέρ’ ακόμα με τσοι κουβέντες, τα τραούδια και τσοι φιλοσοφίες του. Θαρρούμε πως κάθα χίλιοι χρόνοι μπορεί να ξαναφανεί ένας τέθοιος άθρωπος. Και τα ‘χε-ν- ο συχωρεμένος όλα. Κουβέντες και ιστορίες με τσοι δικαστές και τσοι δικαστίνες, με τσοι ‘ιατροί και τσ’ αστυνόμοι, με τσοι παπάδες, τσοι πολιτικοί και τσοι νόμοι. Σκέτο βουνό του είδους, λαογραφικός θησαυρός στο χωριό μας, που θα πααίνει από στόμα σε στόμα και θ’ απομείνει να ζει σα ντ’ αψηλά βουνά όσο και το χωριό που τονέ εέννησε, ντ’ Απεράθου» (σχόλιο από τον Δημήτρη Φλ. Γλέζο).

Ιστορία: Η απλωταριά και η βιδιά.
Αφηγητής-Πληροφορητής: Στέφανος Μπάκαλος (του Μπακαλονικόλα), εγγονός του Δημητράκη.
Χρονολογία καταγραφής: Αύγουστος 2008
Τόπος: Απεράθου Νάξου.
Αρχείο: Μαρία Ξεφτέρη

Και ένα δώρο για το καλό… οι αχτυπάλοι στ’ Απεράθου της Νάξου

Πληροφορητής: Γιάννης Πρωτονοτάριος (Πατακο’ιάννης).
Τόπος – Χρόνος: Απεράθου Νάξου, Αύγουστος 2010.
Πηγή: Προσωπικό αρχείο Μ. Ξεφτέρη σχετικά με το απεραθίτικο ιδίωμα.

Ο αχτύπαλος είναι όρος της φυτολογίας, όπως τουλάχιστον απαντά στ’ Απεράθου της Νάξου, πιο συγκεκριμένα (και όσο μπορώ να αποδώσω και γω πιο πιστά τον όρο, καθότι δεν είμαι ειδική) είναι ένα είδος γόνου της συκιάς, ο οποίος γονιμοποιεί το δέντρο, αλλά ο ίδιος δεν γίνεται σύκο παρά κάποια στιγμή πέφτει. Θεωρείται, δηλαδή, ότι δεν φελά, δεν αξίζει δηλαδή…

Η λέξη, ωστόσο, χρησιμοποιείται και μεταφορικά… και αναφέρεται σε ανθρώπους που δεν φελούν, δεν αξίζουν, που είναι ζαβήδες

Σκοποί και τραγούδια τ’ Απεράθου (μέρος 4ο): τ’ απεραθίτικα κάλαντα

Κάλαντα με τζαμπουνοντούμπακα, κάμποσα χρόνια πριν, εν Αθήναις... (Πηγή: Κεφαλληνιάδης, Ν. Η Απείρανθος (Ιστορία - Μνημεία - Λαογραφία). Έκδοση Πολιτιστικού Λαογραφικού Ομίλου Απειράνθου, Αθήνα 1985, σελ. 375).

Στ’ Απεράθου της Νάξου, οι παραμονές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων δεν ξέφευγαν από ένα εθιμικό τυπικό -αμιγώς κοσμικό- που είχε ως στόχο την αλληλογνωριμία και τις στενές σχέσεις των μελών της απεραθίτικης κοινότητας αλλά και τη γενικότερη γνώση των κοινωνικών δεδομένων από τα μέλη της (Γιαννούλης 2009: 306): όλα τα απεραθιτόπουλα, παρέες παρέες, ότι άρχιζε να σκοτεινιάζει, έβγαιναν στις γειτονιές του χωριού για να πουν τα κάλαντα. Μόλις έφταναν στο κατώφλι του κάθε σπιτιού ρωτούσαν τον νοικοκύρη ή την νοικοκυρά «Είναι με το θέλημα;», ζητώντας τους, ουσιαστικά, την άδεια για να ξεκινήσουν. Αν οι νοικοκυραίοι απαντούσαν θετικά, τότε τα παιδιά άρχιζαν να τραγουδούν τα γνωστά και πανελληνίως καθιερωμένα κάλαντα («Χριστός γεννάται σήμερον…», «Άης Βασίλης έρχεται…», «Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά…»), τα οποία όμως γρήγορα προσπερνούσαν, για να αρχίσουν να τραγουδούν, πάνω στον σκοπό των καλάντων, αυτοσχέδια δίστιχα, κυρίως παινέματα, που είχαν ταιριάξει μερικές μέρες νωρίτερα οι μητέρες των παιδιών, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη τα σπίτια που θα επισκέπτονταν (Οικονομίδης 1991: 49· Ζευγώλης 2006: 58· Γιαννούλης 2009: 305-6). Εκτός από τα παιδιά, μετά το δείπνο, έβγαιναν και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, επίσης παρέες παρέες, με βιολιά και έλεγαν τα κάλαντα μέχρι το πρωί. Σε κάθε παρέα έπρεπε να υπάρχει ένα καλός στιχοπλόκος, ο οποίος θα αυτοσχεδίαζε τα δίστιχα που θα τραγουδιόνταν σε κάθε σπίτι. Συνήθως, όμως, ξεκινούσαν με το εξής δίστιχο (Ζευγώλης 2006: 58):

Αν είναι με το θέλημα και με τον ορισμό σας
Άης Βασίλης έρχεται νά ‘μπει στ’ αρχοντικό σας.

Συνέχεια

Έμμετρες… μνήμες των παλιών καιρών στ’ Απεράθου

Καραβάς, Απεράθου (Φωτογραφία: Ματθαίος Μπουγιούκας, πηγή: http://www.facebook.com/photo.php?fbid=7101508390&set=o.8036945422)

Εκείνα τα Χριστούγεννα…

Εγέρασα στην ξενητιά κι αναπολώ με πόνο
εκείνα τα Χριστούγεννα, που είχα ζήσει στο χωριό
απλά, αλλά με νόημα των παιδικών μου χρόνω’.

Πάντοτε τις παραμονές δουλεύαμε απ’ την αυγή
όσο να βγούνε τ’ άστρα,
γιατί η απεραθίτισσα αλλά και η νησιώτισσα,
δεν την κουράζει η δουλειά, πεθαίνει για την πάστρα.

Πάντοτε την παραμονή, την καμινάδα ασπρίζαμε
και της αυλής μας τους αρμούς, κι όλα τα σκαλοπάτια
χόρταιναν πάστρα κι ομορφιά τα παιδικά μου μάτια.

Η θεία μου εζύμωνε στο φούρνο το δικό μας
κι ο τόπος μοσχοβόλαγε απ’ του χωμιού τη μυρωδιά,
αυτήν την όμορφη βραδιά κι απ ‘το Χριστόψωμό μας.

Από βραδύς την κόττα μας την έβραζε
σ’ αλαφρωτό και πήλινο τσικάλι
και με τη στάχτη έχωνε τη χόβολη
για να βαστά να ζεστάνει πάλι.

Εκράταγε στο χέρι της ένα φανάρι όμορφο και καθαροπλυμένο.
Και άλλοι για να φέγγουνε, έπαιρναν απ’ την παραστιά
γιατί ήταν έξω σκοτεινά ένα δαυλό αναμμένο.

Φεύγαμε για την εκκλησιά και η καμπάνα χτύπαγε
μέσα στην Άγια Νύκτα
μα τόσο κατανυκτικά, που το γλυκό αντίλαλο
πάντοτε τα Χριστούγεννα μέσα στ’ αυτιά μου είχα.

Τότε εμείς δεν είχαμε φώτα και μεγαλεία
είχαμε μια γκαζόλαμπα και λύχνο με φυτίλι
υπήρχαν όμως άνθρωποι μ’ αγάπη και αλληλεγγύη
και συγγενείς και φίλοι.

Δεν είχε τηλεόρασι και ράδιο να παίζη
μα κάθονταν η φαμελιά μ’ αγάπη και με σεβασμό
κι αληθινό ενθουσιασμό σ’ αυτό το πεντακάθαρο
και γιορτινό τραπέζι.

Γι’ αυτό λοιπόν δεν ξέχασα ποτέ τα χρόνια εκείνα
κι ας είμαι τώρα πια γριά,
γιαγιά μ’ εγγόνια και παιδιά
σαραντατρια χρόνια πια, που ζω μες στην Αθήνα.

Σοφία Κατινά (Αρφανή), Ναξιακό Μέλλον, Δεκέμβριος 1973

Από το βιβλίο Απείρανθος (Ιστορία – Μνημεία – Λαογραφία) του Νίκου Α. Κεφαλληνιάδη (Έκδοση Πολιτιστικού Λαογραφικού Ομίλου Απειράνθου, Αθήνα 1985, σ.σ. 449-450.).