Ναξίων γλώσσα…


Πώς να μη μοιραστώ στο μπλογκ ένα μεστό και ουσιάτο κείμενο από τον καθηγητή Ιωάννη Προμπονά, καθηγητή στο τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, για τα ιδιώματα της Νάξου…; Ακόμα και η κριτική που ασκεί στις μέχρι τώρα διατυπωθείσες απόψεις τόσο για τα ίδια τα γλωσσικά φαινόμενα όσο και για τα ζητήματα των εποικισμών (που με βρίσκουν εν πολλοίς σύμφωνη) είναι ψύχραιμη, λογική και υποδειγματική.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στον συλλογικό τόμο που εξέδωσε ο Δήμος Νάξου το 2006 με τίτλο «Νάξος. Αρμενίζοντας στο χρόνο». Μπορείτε να διαβάσετε ή και να κατεβάσετε το βιβλίο (σε pdf) από την ιστοσελίδα του ΝΟ.Π.Π.Α.Π.Π.Π.Α. του Δήμου Νάξου.

Ο χορός της Σουρμελίνας


Εκεί που οι καταγραφές και οι αναλύσεις σηκώνουν τα χέρια ψηλά… Εκεί έρχεται η ποίηση του Νίκου Καζαντζάκη… Ναι, σωστά, η ποίηση. Γιατί ο Καζαντζάκης ήθελε και κατάφερε να γίνει ένας μεγάλος ποιητής ακόμα και μέσα από τα μυθιστορήματά του… Ένας αοιδός που τραγούδησε το ηρωικό παρελθόν της Κρήτης…

Ειρήνη Κονιτοπούλου-Λεγάκη: Συνέντευξη στον Στ. Σπηλιάκο


Αναδημοσίευση από το μπλογκ του Σταύρου Σπηλιάκου, «Χορομπαλ(λ)όματα».

Από το βιβλίο: Σταύρος Χ. Σπηλιάκος. Παιχνίδια & Παιχνιδιατόροι (όργανα κι οργανοπαίχτες) του Χορού στη Νάξο, εκδ. Αντ. Αναγνώστου, Αθήνα 2003, σ.σ. 192-199.

Ειρήνη Κονιτοπούλου-Λεγάκη. Από τον δίσκο "Αθάνατα νησιώτικα Νο2".

Γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1931 στην Κεραμωτή της Νάξου. Από πολύ μικρό παιδί κάθε καλοκαίρι πήγαινε με τους γονείς της στο χωριό της μητέρας της, την Κεραμωτή, ενώ μόνιμη διαμονή είχε στην Αθήνα. Στην Αθήνα έμενε στα Κάτω Πατήσια, στα Τουρκοβούνια, στον Άγιο Θωμά στην Άνω Κυψέλη. Αυτά συνέβαιναν πριν τον Πόλεμο.

Αφού έπιασε ο Πόλεμος πήγανε οικογενειακώς στην Κεραμωτή. Με την άφιξη των Ιταλών στο νησί έφυγαν και πήγαν στον Κινίδαρο, το Γλινάδο, τη Χώρα και με την απελευθέρωση από τους Γερμανούς εγκαταστάθηκαν στο χωριό του πατέρα της, τον Κινίδαρο. Σαν κοπελίτσα πήγε στην Αθήνα. Πήγε πάλι κάτω, ξαναήρθε, πήγαινε, ξαναρχότανε.

Σχολείο δεν πήγε. Τον καιρό που ήτανε στην Κυψέλη, ήτανε μικρή, αλλά ο πατέρας της είχε μανία, με όλη την ταλαιπωρία του ήθελε να μάθει γράμματα και την είχε βάλει σ’ ένα ιδιωτικό σχολείο, στην Άνω Κυψέλη στου Καρούση. Εκεί ό,τι έμαθε. Πήγε μέχρι τη Β’ τάξη. Μετά, το 1940, έφυγε με την οικογένειά της για τη Νάξο. Επιστρατεύτηκαν όλοι οι άντρες για τον πόλεμο. Μείνανε οι γέροι κι οι γυναίκες στα χωριά. Δεν είχε πέσει ακόμα η πείνα και πήγε στην Κεραμωτή στη Γ’ τάξη.

Από τότε που θυμάται ο πατέρας της έπαιζε βιολί. Ήτανε η δουλειά του. Δούλευε τότε την ημέρα εργάτης και τις “καλές μέρες” δούλευε και σε μαγαζί ή σε γάμους ή γιορτές.

– Τραγούδαγες από μικρή;
Πολλές φορές, όταν τραγούδαγα μικρή μόνη μου, χόρευα και πολλές φορές μου ‘ρχότανε κλάμα σ’ ορισμένα τραγούδια, έτσι όπως τα λαϊκά, ου, ου… συγκινιόμουνα πάρα πολύ. Το τραγούδαγα μόνη μου και δεν μ’ ένοιαζε άμα μ’ ακούγανε. Δεν τραγούδαγα για να μ’ ακούσουνε. Τραγούδαγα γιατί το τράβαγ’ η ψυχή μου. Μου άρεσε αυτό το πράγμα τότε.

Οι γονείς της, Μαρία Φυρογένη & Μιχάλης Κονιτόπουλος (Μωρό).

– Σ’ έπαιρνε κοντά στις δουλειές του;
Όταν ήμουνα μικρό και τύχαινε να τους έχουνε καλέσει, γιατί τότε θυμάμαι οι γάμοι γινόντουσαν μες στο σπίτι, και μ’ έπαιρνε. Ήτανε ο θείος μου, ο Φλώριος, αδελφός του πατέρα μου, πού ‘παιζε σαντούρι, αδερφός του πατέρα μου, ο θείος μου ο Δημήτρης ο Φυρογένης στο λαούτο, αδερφός της μάνας μου κι ήτανε και κάποιος άλλος, Αυγουστής, ο μπάρμπας μου γιατί όλοι από την οικογένεια του μπαμπά μου, όλοι ξέρανε να τραγουδήσουνε και να παίξουνε, να το πιάσουνε το όργανο και να το παίξουνε και χωρίς να ‘χουνε και μάθει, ας πούμε. Και στο χορό ήτανε το κάτι άλλο η οικογένεια αυτή. Και τα παιδιά τους όλοι, όλοι. Και μ’ έπαιρνε μαζί. Ήμουνα πολύ γουστόζικο παιδί και τόσο μικρό και δεν εντρεπόμουνα κι όλα. Με κάνανε τέτοιο γούστο κι οι θείοι μου κι ο μπαμπάς μου και με βάνανε να χορέψω. Μ’ έπαιρνε πάντα μαζί του.

Συνέχεια

Οι εμπορικά ανώνυμοι μα Επώνυμοι στην ψυχή μας…

Εικόνα


Οι εμπορικά Ανώνυμοι – ΕΠΩΝΥΜΟΙ της ψυχής μας
Αναγνώριση και Τιμή σ’ αυτούς που “φύλαξαν Θερμοπύλες” στα χωριά μας

______________________________________

Από το μπλογκ «Χορομπαλ(λ)όματα»
του Δρ. Χορολογίας του Ελληνικού Παραδοσιακού Χορού, κ. Σταύρου Σπηλιάκου,
ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΚΑΡΠΟΝΤΙΝΗΣ (Κινιδαριώτης Βιολάτορας)

______________________________________

Δεν είναι δυνατόν κάποιος να καταγράψει το μουσικό και χορευτικό βίο των Κινιδαριωτών και να αγνοήσει ή στην καλύτερη περίπτωση να αχνογράψει την παρουσία του λαϊκού πρακτικού οργανοπαίκτη Μανούσου Καρποντίνη του Κοκκινογιάννη. Του οργανοπαίχτη, που έπαιξε και παίζει για τους Κινιδαριώτες, και όχι μόνο, για τους χωριανούς του που ήταν απαιτητικοί γλεντιστές, ενός χωριού που οι κάτοικοί του «κατάγονται από φυλή οργανοπαιχτών».

Πόσους δεν πάντρεψε με το βιολί του, πόσους δεν γλέντισε στα βαφτίσια των παιδιών τους, πόσα χρόνια δεν συνόδεψε τους Φουστανελάδες, πόσους δεν μεράκλωσε στα μαγαζιά του χωριού, σε πόσα σπίτια δεν γλέντισε τις φιλικές και συγγενικές παρέες, πόσα κοπέλια και κοπελούδια δεν «έβγαλε» στο δημόσιο χορό, σε πόσα δεν φανέρωσε τον έρωτά τους με τα δίστιχα στον Μπάλλο, πόσους ξενικούς δεν «χρόνισε» στο χορό τους, σε πόσα κοπέλια νεόβγαλτα σαν οργανοπαίχτες δεν συμπαραστάθηκε τακιμιάζοντας μ’ αυτά ή παραχωρώντας τη θέση του;

Συνέχεια

Ό,τι μας πόνεσε άμμος στον άνεμο…


Η Ψιλή άμμος... στα νοτιοανατολικά παράλια της Νάξου... (Φωτογραφία: Γιάννης Ζαζάνης)

Ό,τι μας πόνεσε άμμος στον άνεμο
τα σημάδια της τ’ αρμυρά στα χείλη,
γιατρεύοντας τη μεγάλη νοσταλγία μου
τρώγοντας ξανά αρμύρα…

Φωτογραφία – Ποίηση: Γιάννης Ζαζάνης

Μια ζωή σαν παραμύθι: Βασίλης Χατζόπουλος


Αναδημοσίευση αφιερώματος στον Βασίλη Χατζόπουλο από την Αθηνά Περράκη, το οποίο δημοσιεύτηκε κάποια χρόνια πριν (αν δεν απατώμαι το 2000) στην εφημερίδα «Ηχώ» του Γαλατσίου.

Μια ζωή σαν παραμύθι.

Βασίλης Χατζόπουλος: Ο Λαουτιέρης, ο Συνθέτης, ο Στιχουργός, ο Τραγουδιστής

Βασίλης Χατζόπουλος: ένας γνήσιος εκπρόσωπος του μουσικού δυναμικού της Νάξου.

Βασίλης Χατζόπουλος. 50 χρόνια της δημοτικής μουσικής. Της γνήσιας δημοτικής μουσικής. Του γνήσιου δημοτικού τραγουδιού, που είναι ζυμωμένο από τον αγέρα και την αλμύρα της θάλασσας. Βασίλης Χατζόπουλος. Ο λαουτιέρης, ο συνθέτης, ο στιχουργός, ο τραγουδιστής, ο κύριος εκφραστής του νησιώτικου τραγουδιού. Μέσα από τις σελίδες της «ΗΧΟΥΣ», ο Βασίλης Χατζόπουλος μας ξεναγεί στη νησιώτικη μουσική μας ιστορία, στα προσωπικά του βιώματα, στις αναμνήσεις του, με απλότητα, ειλικρίνεια, αυθορμητισμό. Ένας αυτοδίδακτος οργανοπαίχτης της δημοτικής μουσικής, που συνεχίζει ακόμη και σήμερα να την υπηρετεί πιστά, και να προσφέρει σημαντικές δημιουργίες.

Συνέχεια

Ο Μάνος Χατζιδάκις για την Παράδοση


Κείμενο του Μάνου Χατζιδάκι, κάπου μεταξύ 1980 και 1988 -πιθανώς το 1985- απο την έκδοση-συλλογή των κριτικών κειμένων του με τίτλο Ο καθρέφτης και το μαχαίρι, εκδόσεις Ίκαρος, 1988, έκτη έκδοση 2008.

Και πρώτα απ’όλα, τι θα πει παράδοση; Είν’ τα παιδιά, είναι οι πρόγονοι, είναι συνήθεια, για υποχρέωση; Είναι κάτι που μας παρέχει ασφάλεια, ταυτότητα και σιγουριά, ή εμπόδια, αναστολές και αποθάρρυνση για μια προς τ’άστρα εκτόξευσή μας; Πώς είμαστε τοποθετημένοι απέναντί της, είναι Κυρία, παρθένα ή γριά; Και πώς μας φανερώνεται εντός μας; Με μια εσωτερική διεργασία, από ανάγκη που πολλές φορές μας οδηγεί στο βάθος των πηγών μας, ή από διάθεση να’ μαστε κάτι διαφορετικό, να ξεχωρίζουμε απ’ τους άλλους; Είναι παράδοση οι συνήθειες των πατέρων μας, οι παλιές φωτογραφίες των συγγενών μας, που σκονισμένες χάνονται στα συρτάρια, ή εκείνο το φως που μας αποκαλύπτει, το αποτύπωμα των δακτύλων μας, το περίγραμμα του σώματός μας, η σκιά μας;

Ιδιαίτερα τούτο τον χρόνο που την γιορτάζουμε κι επίσημα, μας ήρθε ο πειρασμός να θέσουμε το ερώτημα: Τι πάει να πει παράδοση;

Συνέχεια

Δημήτριος Β. Οικονομίδης… δρυς υψικάρηνος…


Στη μνήμη του Δημήτρη Οικονομίδη, ο οποίος έφυγε, πλήρης ημερών, στις 15 Ιουλίου 2010…

Φοβάμαι το ύψος. Κράτα μου τα χέρια.
Ποιος με καλεί να πάω ψηλά στα αιθέρια;
Δημήτρη Οικονομίδη Λαογράφε,
εσύ με φώναξες;
Ερευνητή πνευματικέ, λαϊκέ,
των παραδόσεων, παροιμιών, ποικίλων εθίμων, αφηγημάτων,
ξένων, δικών δημοτικών ασμάτων.
Ανθρωπινέ!

Ω αστρομάντη, εσύ που ξέρεις,
στον ουρανό ερμήνεψέ μου αστέρια
και ονομάτισέ τα.
Είσαι πολύ ψηλά.
Φοβάμαι το ύψος. Κράτα μου τα χέρια!

Υμνολογώ τον Ασπροθαλασσίτη,
γέννημα θρέμμα Νάξου, Απεραθίτη.
Για την ευλογημένη μας πατρίδα
τιμή και δόξα είσαι. […]

Ποίημα της Κούλας Πετράτου – Μαργαρίτη
στον αφιερωματικό τόμο για τον Δημήτριο Β. Οικονομίδη
«Δρυς Υψικάρηνος» (Αθήνα, 2007).