Θεματική ταξινόμηση της νεοελληνικής κατάρας. Το εθνογραφικό παράδειγμα τ’ Απεράθου Νάξου


Ξεφτέρη, Μ. (2015). «Θεματική ταξινόμηση της νεοελληνικής κατάρας. Το εθνογραφικό παράδειγμα τ’ Απεράθου Νάξου». Στο: Ν. Βερνίκος κ.ά. (επιμ.) Ναξιακά – Επετηρίδα Ομοσπονδίας Ναξιακών Συλλόγων, τόμ. 3-4 (2013-2014). Αθήνα: Ομοσπονδία Ναξιακών Συλλόγων – Εκδόσεις Ηρόδοτος, 229-250.

Advertisements

Ιστορίες με τον Μαργαριτοϊώργη και τον ‘ερο Σάκκο…


Untitled-4

[…] Ο Μαργαριτοϊώργης τώρα, είναι δυνατόν να γεννηθεί άνθρωπος σαν το Μαργαριτοϊώργη; Σα dον ’έρο Σάκκο, σα dο Δημητράκη, σα dο Μπεολοθέτη, το Βώλο; Πού είναι αυτοί οι άνθρωποι τώρα; Του ’λεγες: «Τι κάνουν τα ζα;». Λέει: «Βουρβουλιές». Λέει: «Πώς πάνε», λέει, «σε ρωτώ». «Με τα τέσσερα!!».

[…] Ο ’έρο Σάκκος είχε πάει στου Μαργαριτοϊώργη το μαζωμό, κι ο Μαργαριτοϊώργης ήβραζε σιταράκι. Ήβραζε λοιπό λίγο σιταράκι και του λέει: «Κάτσε, κακοθάνατε, να φας μια… γιατί το πρωί σηκώνουσου και φεύγεις». Χάφτηκε λοιπόν ο ’έρο Σάκκος το σιταράκι, επείνα και το ρούφα, εδιάηκεν ολόκληρο κάτω. Και τη νύχτα τον έπιασε ένας πόνος, σηκώνεται να βγει έξω απ’ το μιτάτο δε bρολαβαίνει να βγει έξω το κάνει μέσα! Ε… πήγε κι έπεσε τώρα… Πήγε κι έπεσε ο ’έρο Σάκος, τα ξημερώματα σηκώνουται και φεύγει. Και σηκώνεται ο Μαργαριτοϊώργης μετά και βλέπει το σιταράκι χάμαι, λέει: «Που να ’ναι διαόλοι μες τα μάτια dου, μα δε το ’θελε», λέει, «γιατί το ’χυσε; Και δε dό ’φηνε…;». Το μαζώνει με τη σκούπα, το ξανατρώει!!

[…] Και λοιπόν ήταν, ήτανε στη Dραγαία ο Μαργαριτο’ώργης και φόρτωσεν απάνω στο ’άδαρο ένα τσουβάλι αλεύρι. Δεν επάαινεν ο ‘άδαρος, δεν επάαινε. Κατεβαίνει, λοιπόν, σταματά λοιπόν το ’άδαρο, σταματά λοιπόν το ’άδαρο ο Μαργαριτοϊώργης και ξεφορτώνει το αλεύρι και το καθίζει στον ώμο κι ανεβαίνει απάνω στο ’άδαρο. Τίποτα ο ’άδαρος! «Ε, που να σε κόψου dα ’ργισμένα», λέει, «τόση ώρα που το σήκωνες εσύ δεν επάαινες, τώρα που το σηκώνω ’ω για δε bας;!».

Καταγραφή: Άγιοι Ανάργυροι, 1 Φεβρουαρίου 2000
Πληροφορητής: Γιώργος Πολυκρέτης (Μπαροϊώργης)
Αρχείο Μαρίας Ξεφτέρη

Και ένα δώρο για το καλό… οι αχτυπάλοι στ’ Απεράθου της Νάξου


Πληροφορητής: Γιάννης Πρωτονοτάριος (Πατακο’ιάννης).
Τόπος – Χρόνος: Απεράθου Νάξου, Αύγουστος 2010.
Πηγή: Προσωπικό αρχείο Μ. Ξεφτέρη σχετικά με το απεραθίτικο ιδίωμα.

Ο αχτύπαλος είναι όρος της φυτολογίας, όπως τουλάχιστον απαντά στ’ Απεράθου της Νάξου, πιο συγκεκριμένα (και όσο μπορώ να αποδώσω και γω πιο πιστά τον όρο, καθότι δεν είμαι ειδική) είναι ένα είδος γόνου της συκιάς, ο οποίος γονιμοποιεί το δέντρο, αλλά ο ίδιος δεν γίνεται σύκο παρά κάποια στιγμή πέφτει. Θεωρείται, δηλαδή, ότι δεν φελά, δεν αξίζει δηλαδή…

Η λέξη, ωστόσο, χρησιμοποιείται και μεταφορικά… και αναφέρεται σε ανθρώπους που δεν φελούν, δεν αξίζουν, που είναι ζαβήδες

Ο Κουντουράκος


Κείμενο του Δημητρίου Φλ. Γλέζου,
το οποίο δημοσιεύτηκε σε παλιό ημερολόγιο
του Απεραθίτικου Συλλόγου Νάξου.

Ο Κουντουράκος (Στέφανος Νικ. Κατσουρός 1883-1962)

Κουντουράκος (Στέφανος Νικ. Κατσουρός 1883-1962)

Απού τσοι τύποι πο’ μείνασι στην ιστορία του χωριού. Φαινόμενο χαραχτήρα και πολύ βασανισμένη ψυχή. Απού τσοι πονεμένοι αθρώποι, δίχως οικογένεια, καταφρονεμένος και πικραμένος. Όμως ως το τέλος εστάθηκε με αξιοπρέπεια και με το δικό ντου τρόπο ζωής, αντιπάλεψε τη γκοινωνία… Nτελάλης του χωριού με μοναδική δουλειά την α’ορά και τη μπούληση τω μπροβιώ, τω δερμάτω. Άκακος, αλλά πλη’ωμένος με όλα, και πκιότερο με τα κόμματα και τσοι πολιτικοί που συχνά τσοι καφτηρίαζε με τα λε’όμενα και τα τρα’ούδια ντου. Βασιλικός στα φρονήματα, δεξιός και καμιά βολά ήφηνε να φανερωθούν και κάπκοιες του συμπάθειες προς τ’ αριστερά…

Δεξά είναι ο πόνος μου κι αριστερά φωνάζω,
τα χάλια του ελληνισμού θωρώ κι αναστενάζω.

Κάπκοιες στιμές πο’ ξεσπάθωνε μετά από τα ποτηράκια και το κρασάκι ντου στη νταβέρνα, τα ‘βανε με την εξουσία και τσοι βολεμένοι του χωριού, που τσοι ‘χε βαφτισμένοι Νταουσάδες κι από κείνον ετσά τσοι λένε και τώρα. Το γκακό Θεό τον είχε βαφτισμένο Μανοϊώργη –κι ο χαρακτηρισμός με σημασία- που πολλές βολές τα ‘ψαλλε και κεινού ‘ια το κακό και τ’ άδικο.

Είπαμε, μόνου με το ποτηράκι εγλύκαινεν η ψυχή ντου και το ‘ριχτε στο τραούδι. Μοναχός στο σπίτι, μοναχός στα καπελειά, ένας ερημίτης τση νύχτας και τση ζωής. Ετσά και μια βραδινιά –ερημίτης- πο’ τραούδειε, τον ήχωσε στη ντουλάπα (=κρατητήριο) ο αστυνόμος, με μπισμπίλια τω Νταουσάδω, επειδής λέει, ετραούδειε τσοι νύχτες κι εΐνουντάνε ενοχλητικός σε καένα ντώνε. Έλα μου όμως που ο Στεφανάκος μερακλωμένος όπως ήτονε, ήρχεψε και στη ντουλάπα το τραούδι και δεν εμπόρειε να κοιμηθεί ο αστυνόμος;

Βρε, δε ντονε βγάνω, εσκέφτηκεν ο αστυνόμος,
να κοιμηθώ εώ κι άσε να πάει στον οξ’ από ‘πα ο Νταουσάς…

Και τον ήβγαλε.

Ο Στεφανάκος, ετσά όπως ήτονε κατάκοπος και πονεμένος, ήφυε μάνι μάνι ‘ια το κονάκι ντου, που δυστυχώς, τό ‘βρηκε, λέει κι εκείνο κλειδωμένο! Και ξέρετε ‘ιάντα; ‘Ιατί, λέει, οι κακοθάνατοι –ετσά ήλε ντα πειραχτήρια του χωριού- τού ‘χασι σφηνωμένο στη γκλειδαρότρυπα ένα φελό! Εκείνος, είντ’ άλλο; Χτυπημένος απού τη μοίρα, τσ’ αθρώποι και τσ’ αστυνόμοι ήκατσε στ’ απέναντι καντούνι του σπιθιού και μονολο’ούσε… Ήτανε μόνο κείνος κι η νύχτα, αλλά κι ο Θεός στη γκαρδιά ντου, που σε μια στιμής, εξάνοιξε βουβός τον ουρανό, ήκαμε ντο σταυρό του κι είπε απορημένος:

Έλα Χριστέ και Παναΐα μου,
να σε κλειδώνουσι μέσα
και να σε κλειδώνουσι κι όξω!

Είναι τόσα πολλά εκείνα που θα ‘χαμε να πούμε, ίσως μιαν άλλη βολά. Όμως να κλείσομε ‘ια σήμερα, μόνου με δυο-τρια τρα’ούδια ντου και με σημασία…

Όλος ο κόσμος κρέμεται σε μια κλωστή φαδένη
κι ο Μανοϊώργης τη βαστά κι ανεβοκατεβαίνει.

Οντέ ντον εκλειδώσασιν όξω απού το καπελειό τση Φωταννέζας:

Ζωή ‘εμάτη βάσανα, ζωή ‘εμάτη πόνοι
στση Φωταννέζας να ‘ρχεσαι κι όξω να σε κλειδώνει…

Οι 9 νομάτοι και ο 10ος!


Κείμενο του Δημητρίου Φλ. Γλέζου,
το οποίο δημοσιεύτηκε σε παλιό ημερολόγιο
του Απεραθίτικου Συλλόγου Νάξου.

Ο Μιχάλακας (Μιχάλακας Αντ. Ελευθερίου, 1889-1981)

Ο Μιχάλακας: Μιχάλης Αντωνίου Ελευθερίου.

Ο λόος ‘ια ‘ουτοί τσοι παλιοί μας αθρώποι, σα ντο Μιχάλακα και τσ’ άλλοι, είναι το φτυλάκι π’ ανάβγει στη θύμηση και στην ψυχή μας ‘ια κείνοι. […] Αλλά είπαμε ‘ια το Μιχάλακα η κουβέντα, εκείνο ντο μπροκειμένο νοικοκυούρη: μεγαλοασμυριγλάς, βοσκός, χτηματίας, μελισσουργός κι όλα τα καλά τση δουλειάς και τση προκοπής τα ’χε ο συχωρεμένος. Και βέβαια ήτονε και μεγαλοοικογενειάρχης. Όλα καλά και άγια αλλά εκεί που ‘ρχεψε να τα βρίσκει ζόρικα ήτονε με τα ‘εννοβολήματα τση ‘υναίκας του, που δεν είχε σταματημό του σταματημού και που κάθα χρόνο εκάνασι λέει κι από ‘να παιδί. Και ξέρετε εκείνοι τσοι καιροί –κατοχή- μπορεί το τραπέζι του σπιθιού να ‘τονε πλούσιο και χορτάτο, αλλά τα ρέστα τη ζωής δύσκολα… Και πόσα δηλαδή να ‘κανε ο άθρωπος αφού μέχρι ετότες του ‘χε φκιερώξει η Λιανή πέντε θυατέρες και δυο ‘ιοί; Είναι αλήθεια πως τον ήτρωεν αυτή η συλλοή, αλλά ίντα και πώς να τα… βόλευγε να τη σταματήξει τη δουλειά. Τα σκεύγουντάνε λέει όλα και ‘ια μια στιμής είπε να πάει στο ‘ιατρό το Ματζουράνη να τον αρωτήξει που ‘χε ακουστά πως κατιτίς δώνουσι οι ‘ιατροί και ξεμπερδεύγεις.

Έλα μου όμως πο δυσκολεύγουντάνε και πάλι ‘ιατ’ εδούλεια, λέει, τα πειράγματα του Ματζουράνη και πως εμπόρειε και καλά να ‘ενεί σιά σιά κουβέντα και κουτσομπολιό στο χωριό… κι ήλλαξε γνώμη.

Βρε δε σηκώνομαι να πάω στο ‘ιατρό το Βερώνη κάτω στη Ντραγαία πο ‘κεί τα πράματα θα ‘ναι πκιο κρυφά και σίουρα, δε θα μάθει καένας τίοτα;

Ετσά που λέτε τα σκέφτηκε και τα ‘καμε. Ήφυε κι εδιάηκε στο Βερώνη, που ‘βαστα λέει και πεσκέσα, τυριά και μέλια.

Έχω, ιατρέ μου, ένα πρόβλημα κι ήρθα να σου το πω.
Να τ’ ακούσομε, κ. Μιχάλη, του ‘πεν εκείνος.
Ξέρεις, κύριε ιατρέ, έχω 7 παιδιά κι εμείς οι 2 ‘ονείς μάς εκάνουσιν 9 και δε μπορώ, ιατρέ μου, να ταΐζω και να ντύνω 9 νομάτοι!
Ε, κι από μένα ίντα θες να σου κάμω μ’ αυτό σου το πρόβλημα αφού δεν είναι ιατρικό.
Μα… ιατρέ, ‘ι’ άλλο πράμα ήρθα. Θέλω να σταματήξω να κάνω παιδιά και μου ‘πασι πως υπάρχει λέει κατιτίς που μ’ ευτό και καλά…
Και βέβαια υπάρχει, στάσου να στο φέρω να το δεις (ετότες οι ‘ιατροί είχασιν οι ίδιοι τα φάρμακα) και του το’φερε.

Μόλις το ‘δε ο Μιχάλακας ενεγριεύτηκε!

Καλέ, μα ίντα’ ν’ ευτό;, τον ερώτηξε.
Να, του λέει ο Βερώνης, ευτό ‘ιαέ το σακουλάκι [προφυλαχτικό] θα φορείς άμα μπααίνεις με τη γκυουρά σου και δε θα κάνεις παιδιά.
Λέει, και ‘ια να ‘χομεν καλόν αρώτημα, πόσο γκάνει;
Ένα χιλιάρικο, του λέει ο ιατρός.
Ένα χιλιάρικο; Και δε μου λες, ‘ιατρέ, περνάς μπάρε μου καένα χρόνο μ’ ευτό;
Όχι, του λέει ο Βερώνης, θα το φορείς μια μόνου βολά και απέκειο θα το πετάς.
Καλέ σώπαινε, ‘ιατρέ, μα ‘ω δεν μπορώ να ντύνω τσ’ εννιά νομάτοι και συ θα με βάλεις να ντύνω και δέκατο; Όχι όχι, άντε γεια σου ‘ιατρέ.

Κι έδωκε ντων εμαθιώ’ ντου…

Μια ψηφίδα μόνο…


Όταν συνειδητοποιείς ότι η προσωπική ιστορία
γίνεται ψηφίδα γι’ αυτό που λέμε
εθνογραφικό-ανθρωπολογικό-λαογραφικό μωσαϊκό…

Ω, που να σε κόψουν τα ‘ργισμένα…!

Εικόνα


Και λοιπόν ήταν… ήτανε στη Dραγαία ο Μαργαριτο’ιώργης […] και φόρτωσεν απάνω στο ‘άδαρο ένα τσουβάλι αλεύρι… Δεν επάενε ο ‘άδαρος… δεν επάενε… Κατεβαίνει λοιπόν, σταματά λοιπόν τον ‘άδαρο… και ξεφορτώνει το αλεύρι και το καθίζει στον ώμο κι ανεβαίνει απάνω στον ‘άδαρο! Τίποτα ο ‘άδαρος! Ε που να σε κόψουν τα ‘ργισμένα, λέει, τόσην ώρα που το σήκωνες εσύ δεν επάενες, τώρα που το σηκώνω ‘ω για δε bας;

________________

Πληροφορητής: Γιώργης Πολυκρέτης (Μπαρός)
Η ηχογράφηση έγινε τον Γενάρη του 2000
στους Αγίους Αναργύρους.

Το σκεπασταριδάκι με τη gατσίνα…

Εικόνα


Π1: […] Εμείς τση λαλάς τση ‘χαμε κάνει τση συχωρεμένης την άλλη δουλειά. Μες στο κατωάκι [1] είχενε τυράκι, συκαλάκια μέσα· χρησμένα τα ‘χε. Κλειστή η μεθήρα και τση κάναμε μια dρύπα από κάτω και βγάλαμε τα σύκα από κάτου…

– Π2: Μωρέ δεν αφήσανε ένα οι αθεόφοβοι μέσα… γιατί όdεν ήκανε τη gατσίνα [2] ο αφέντης σου και την ήβανε… dο παρακολουθούσα… και ήκανε η συχωρεμένη η μάνα της…

– Π1: Μια φορά λοιπό είμαστε στη Ρουτσούνα [3] με το Ιάννη [4] κι απ’ τη Ρουτσούνα θα φεύγαμε να πάμε στον Αφικλή [5]. Με τα πόδια λοιπόν! Και είπαμε ας πάμε από δω στ’ Αρχάτσα [6] μήπως μας τύχει τίποτα. Τι να μας τύχει… τέλος πάντω… Και κρεμμυδόφυλλα έκοβες κι έτρωγες τότες. Περάσαμε λοιπόν στ’ Αρχάτσα· ο συχωρεμένος, ο θείος ο Δημήτρης [7], ήταν απέναντι εκεί, είχε πεντέξι ζουλάκια [8] κει και τα ‘βοσκε. Να ‘μπομε, λέω, μέσα να δούμε μπας κ’ είναι τίοτα μέσα; Μόλις μπήκαμε, λέει, μες στο μιτάτο [9]… μόλις μπαίνεις μέσα, από πάνω απ’ το πέγκι είναι μια θυρίδα καμωμένη έτσι σα dουλάπι χτιστό. Τακ! Βλέπω το σκεπασταριδάκι [10]! Κατεβάζουμε λοιπό, βλέπουμε ένα σκεπασταρίδι κι ήταν και με ζάχαρη, ε; Λέει ο Ιάννης να μη dο φάμε όλο. Όλο, λέω, όχι αποκλείεται. Μια κουταλιά εσύ θα τρως και μια εγώ! Μία, μία, μία, μία ο ένας, μία ο άλλος, μία ο ένας, μία ο άλλος…

– Π3: Εφάατε dη gατσίνα!!

– Π1: Φάαμε όλο το συκωταρίτζι και σώθηκε το κατσινάκι και σηκωνόμαστε και φεύγουμε. Τώρα από κει και πέρα δε ξέρω τι έγινε…

– Π2: Εδιάηκε ν’ ανοίξει το σκεπασταριδάκι κ’ ήτονε… τσοι αθεόφοβοι…να μην αφήσουν μια κουταλίτσα μέσα βρε…!!! Τι πράμα είν’ αυτό βρε…!!! […]
Πληροφορητές:
Π1: Ιώργης Πολυκρέτης (Μπαρός), ανιψιός της Κατερίνας και της Βδοκιάς.
Π2: Κατερίνα Βασιλάκη-Ρωμανού, αδελφή της Βδοκιάς.
Π3: Βδοκιά Πρωτονοταρίου-Ρωμανού.
______________

Σημειώσεις:
[1] Κατωάκι: μικρό υπόγειο στο σπίτι.
[2] Κατσίνα: χυλός ο οποίος μαγειρευόταν, κυρίως, στα χρόνια της Κατοχής με το λάδι που περίσσευε από τις τηγανίτες. Στο συγκεκριμένο τηγανισμένο λάδι έριχναν κρεμμύδι, κόκκινη πιπεριά και αλεύρι· ο χυλός αυτός ονομαζόταν κατσίνα και αποτελούσε συνοδευτικό των τηγανιτών.
[3] Ρουτσούνα: περιοχή τ’ Απεράθου, στον δρόμο που οδηγούσε προς τον Σταυρό της Κεραμωτής και την Κόρωνο.
[4] Ιάννης: Ο Ιάννης είναι αδελφός του Ιώργη.
[5] Αφικλής: περιοχή τ’ Απεράθου.
[6] Αρχάτσα: περιοχή τ’ Απεράθου.
[7] Δημήτρης: ο Δημήτρης ήταν αδελφός της Κατερίνας και της Βδοκιάς.
[8] Ζουλάκια: κατσικάκια.
[9] Μιτάτος: αγροτικό κατάλυμα βοσκού/ ζευγά.
[10] Σκεπασταριδάκι/ σκεπασταρίδι/σκεπασταριά: σκεπασμένο μεταλλικό ή αλουμινένιο δοχείο, μέσα στο οποίο οι βοσκοί/ αγρότες κλπ. έβαζαν το φαγητό που έτρωγαν όταν βρίσκονταν στους αγρούς.

Η ηχογράφηση έγινε τον Γενάρη του 2000
στους Αγίους Αναργύρους.