Category Archives: Διαλεκτικά κείμενα

Γλωσσικές στάσεις και απεραθίτικο ιδίωμα – Μέρος 2ο

Στάσεις των νεότερων γενεών των κατοίκων τ’ Απεράθου απέναντι στη μητρική τους γλώσσα – Μέρος 2ο

Το παρόν άρθρο αποτελεί ένα μικρό απόσπασμα έρευνας, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της εκπόνησης της διπλωματικής μου εργασίας για το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπό την εποπτεία της επίκουρης καθηγήτριας Γλωσσολογίας, Μ. Κακριδή Φερράρι. Παρουσιάστηκε στις εργασίες του 4ου Πανελλήνιου Συνεδρίου «Η Νάξος διά μέσου των αιώνων» τον Σεπτέμβριο του 2008 στην Κωμιακή της Νάξου. Θα συμπεριληφθεί στα υπό έκδοση Πρακτικά του Συνεδρίου.

4.2 Στάσεις των ομιλητών απέναντι στην ετερο-αξιολόγηση των απεραθίτικων

4.2.1 Στάσεις των Ναξιωτών απέναντι στ’ απεραθίτικα

Το 46% των ανδρών και το 35% των γυναικών υποστήριξε ότι οι υπόλοιποι Ναξιώτες έχουν θετική στάση απέναντι στο ιδίωμα, λόγω της διαφορετικότητάς του σε σχέση με τα υπόλοιπα ναξιώτικα, διαφορετικότητα η οποία, ως γνωστικό χαρακτηριστικό στάσης, αποπνέει γοητεία και προκαλεί θαυμασμό, ενεργοποιεί δηλαδή και την αξιολογική διάσταση των στάσεων. Τα βασικά διαφοροποιητικά γλωσσικά του χαρακτηριστικά, όπως η βαριά προφορά και το λεξιλόγιο, αποτελούν στοιχεία που το κάνουν ξεχωριστό, παράξενο, και που η όποια θετική αντίδραση από τους υπόλοιπους Ναξιώτες εκλαμβάνεται ως μία στάση υπέρ της διατήρησής του.

Α03: Γιατί είναι κάτι διαφορετικό ως προς τον τρόπο ομιλίας της υπόλοιπης Νάξου.

Α05: Εντάξει, έχει γούστο η προφορά μας και πιστεύω ότι αρέσει στους άλλους να την ακούνε.

Α11: ‘Ιατί όλοι θένε να μη χαθεί το ιδίωμα ευτό!

Θ07: Τώρα ίσως γιατί τους αρέσει, επειδή είναι περίεργα ας πούμε, στην έκφραση ομιλίας. Και με το Φιλώτι και από τα άλλα χωριά είναι διαφορετικά.

Θ13: Θετική νομίζω. Γιατί μάλλον πως δεν είναι ευτοί άξιοι να μιλήσουν και γι’ αυτό. Το ακούνε κάπως παράξενα και δεν μπορούν να τα πούνε. Όπως μιλούν τα λειβαδίτικα από κάτω το «νε», το «σου», το «μου» …

Συνέχεια

Το πιργιόνι λοιπό έχει ένα… -πώς να στο πω να πούμε- ένα ελάττωμα κι ένα καλό πάλι. Λοιπό… […] Αν τ’ ακονίσεις με χωρίς… –α dο πιάσεις το πιργιόνι ‘ια να κόψεις ξύλα χωρίς να τ’ ακονίσεις, λέγεται πιργιόνι που δε κόβγει -να πούμε- δηλαδή πριργιόνι χωρίς τσαπράζι. Το τσαπράζι είναι λοιπό… […] Τώρα άμα δε dο ακονίζομε λέμε χωρίς τσαπράζι, άμα τ’ ακονίζουμε πάλι λέμε με τσαπράζι. Γι’ αυτό ήλεα ‘ω στη ‘ιαγιά σας ότι να ‘τονε τρόπος να τση κόψουνε dη κεφαλή της χωρίς τσαπράζι, ‘ιατί με το χωρίς τσαπράζι δε κόβγει… θα dη παιδέψει να πούμε…

Ηχογραφημένος διάλογος με τον παππού μου,
Μαρθαίο Πρωτονοτάριο (Τσαρδινά/ Πατακομαρθαίο)

Το «ετοιμόλογον» του Δημητράκη (μέρος 5ο)

Πρωτότυπη πηγή της ιστορίας που παρατίθεται είναι η ιστοσελίδα Απείρανθος (Επιβάτες). Άλλη μια ιστορία, στις τόσες που έχουν ακουστεί, στις τόσες που έχουν δημοσιευτεί, αλλά και σε όσες έχουν μπει στο χρονοντούλαπο της λήθης…

Ο Δημητράκης του Λευτεραντώνη.

Με τον Φλώριο Μπάκαλο, αξιωματικό βενιζελικών πεποιθήσεων, ο Δημητράκης διατηρούσε σχέση έρωτα-μίσους. Η αμοιβαία αντιπάθεια ήταν εξώφθαλμη και τοις πάσι γνωστή. Δεν περιοριζόταν μονάχα στην πολιτική –ο Δημητράκης ανήκε στη χορεία των αμετάπειστων βασιλικών-, αλλά επεκτεινόταν και στα προσωπικά τους. Μολαταύτα επεδίωκαν ο ένας την παρέα του άλλου, λες κι η αντιπαλότητα έτρεφε έναν μυστικό δεσμό που θά ‘λεγε κανείς ότι απολάμβαναν αρκούντως κι οι δυό.

Ω, ζαβέ τω Λευτεράδω, συνήθιζε να τον αποκαλεί ο Μπάκαλος.

Κι ο Δημητράκης απαντούσε, τότε, με το στερεότυπο:

Ναι, αλλά είμαι μόνο ‘ώ, υπονοώντας ότι οι Μπακάληδοι είναι όλοι ζαβοί.

Συνέχεια

Ο ‘έρο Κωσταντής (Κωνσταντίνος Ι. Σκληράκης, 1840-1932)

Κείμενο του Δημητρίου Φλ. Γλέζου,
το οποίο δημοσιεύτηκε σε παλιό ημερολόγιο
του Απεραθίτικου Συλλόγου Νάξου.

Ο 'έρο Κωσταντής (Κωνσταντίνος 'Ιάννη Σκληράκης).

Ο ‘έρο Κωσταντής ήτονε του Πέτρακα του Μαστροϊάννη ο πάππος. Τση δουλειάς και τση προκοσύνης άθρωπος, μεγαλοασμυριγλάς, από κείνοι, λέει, ποκάνασι κονάκια [1], που το πουλούσα στο κράτος, αλλά και σ’ άλλες ξένες εμπορικές εταιρίες. Χαραχτήρας διαμαντένιος, έμπορας με «πρόσωπο» και κρέτητο, πούριζε συχνά τα δικά μας χωριά, αλλά και τ’ απέναντι κοντινά μας νησά, σα γκαλός πραματευτής. Και λένε πως όπου κι αν επάαινε ήκανε κουμπαριές και φιλίες και πως ήτονε του κεφιού, με πολλές διασκεδαστικές ιστορίες.

Είπαμε πως εσυχνοταξίδευγε στα νησά και ξεχωριστά στα Κουφονήσα, που τον ελοαριάζασι ‘ια πολύ δικό ντωνε και παντογνώστη άθρωπο. ‘Ια όλα τον ερωτούσα κι όλα τα ‘ξερε. Καμιά βολά, λέει, τον ερωτήξασι οι Κουφονησιώτες ‘ια μια ‘τοιμόεννη ‘υναίκα:

Καλέ μα πας και ξέρεις, του λόου σου, ίντα θα κάμει;

Εκείνος, αφού την ήβαλε να πορπατήξει προς τα πάνω και να στραφεί προς τα κάτω τωνέ λέει:

Συνέχεια

Γλωσσικές στάσεις και απεραθίτικο ιδίωμα – Μέρος 1ο

Το παρόν άρθρο αποτελεί ένα μικρό απόσπασμα έρευνας, η οποία πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της εκπόνησης της διπλωματικής μου εργασίας για το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπό την εποπτεία της επίκουρης καθηγήτριας Γλωσσολογίας, Μ. Κακριδή Φερράρι. Παρουσιάστηκε στις εργασίες του 4ου Πανελλήνιου Συνεδρίου «Η Νάξος διά μέσου των αιώνων» τον Σεπτέμβριο του 2008 στην Κωμιακή της Νάξου. Θα συμπεριληφθεί στα υπό έκδοση Πρακτικά του Συνεδρίου.

Στάσεις των νεότερων γενεών των κατοίκων τ’ Απεράθου απέναντι στη μητρική τους γλώσσα – Μέρος 1ο

1. Εισαγωγή

Σκοπός της ανακοίνωσης είναι η παρουσίαση τμήματος από τα αποτελέσματα κοινωνιογλωσσικής έρευνας για το ιδίωμα τ’ Απεράθου Νάξου, μέσα στα πλαίσια της διπλωματικής μου εργασίας για το μεταπτυχιακό πρόγραμμα Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών [1] . Η έρευνα εστιάστηκε στη διερεύνηση των στάσεων των νεότερων γενεών της απεραθίτικης κοινότητας (16 έως 24 και 24 έως 35 ετών) απέναντι στο απεραθίτικο ιδίωμα, με άλλα λόγια μελετήθηκαν οι απόψεις, τα συναισθήματα και οι προθέσεις τους απέναντι στη μητρική τους ποικιλία.

2. Μεθοδολογία και στοχοθεσία έρευνας

Λαμβάνοντας υπόψη το θεωρητικό πλαίσιο που ακολουθείται σε έρευνες γλωσσικών στάσεων [2], καθώς επίσης και προηγούμενες μελέτες που έχουν γίνει για τα ελληνικά δεδομένα [3], για την παρούσα έρευνα προτιμήθηκε ο συνδυασμός δύο άμεσων μεθόδων: του γραπτού ερωτηματολογίου και της δομημένης συνέντευξης [4].

Η κατασκευή του ερωτηματολογίου βασίστηκε στην επιδίωξή μας να δοθεί η δυνατότητα στους πληροφορητές να εκφράσουν την άποψή τους πάνω σε ζητήματα που αφορούσαν το απεραθίτικο ιδίωμα, την Κοινή Νεοελληνική, αλλά και γενικότερα το σύνολο των νεοελληνικών διαλέκτων και ιδιωμάτων. Για τον λόγο αυτό, προσπαθήσαμε να συγκροτήσουμε ένα ομοιόμορφο σώμα ερωτήσεων, το οποίο θα πραγματευόταν ζητήματα γλωσσικής επιλογής και χρήσης, καθώς επίσης και γλωσσικής διατήρησης, κυρίως όμως θα επικεντρωνόταν στις στάσεις των πληροφορητών απέναντι στο απεραθίτικο ιδίωμα, αλλά και στις κοινωνικές του συνδηλώσεις, οι οποίες σχετίζονται με τον καθορισμό της απεραθίτικης ταυτότητας και τον ενδεχόμενο ρόλο του ιδιώματος ως προς αυτό το θέμα.

Η προσέγγιση των στάσεων της συγκεκριμένης ομάδας πληροφορητών πραγματοποιήθηκε με μία ποικιλία ερωτήσεων, άμεσων και έμμεσων, αλλά και με τη χρήση κλιμάκων και ερωτήσεων ελέγχου.
Για την παρούσα ανακοίνωση, επιλέξαμε να παρουσιάσουμε τα συμπεράσματα μίας συγκεκριμένης ενότητας ερωτήσεων, μέσα από την οποία επιδιώξαμε να αποσπάσουμε τη γνώμη που οι πληροφορητές έχουν διαμορφώσει για τη γλώσσα τους (αν τους αρέσει να τη μιλούν, πώς θα την χαρακτήριζαν, αν τους είναι χρήσιμη κ.λπ.), προσπαθώντας να δούμε κατά πόσο διακρίνονται οι βασικές διαστάσεις των στάσεων (γνωστική, συναισθηματική, βουλητική).

Πέρα όμως από τις άμεσες αξιολογικές κρίσεις, ζητήθηκε η γνώμη των πληροφορητών για τη στάση των υπόλοιπων Ναξιωτών, αλλά και των Αθηναίων απέναντι στ’ απεραθίτικα, ενώ προστέθηκαν και ερωτήσεις ελέγχου, προκειμένου να γίνει διασταύρωση σε συγκεκριμένες παρατηρούμενες τάσεις. Πρόθεσή μας ήταν να δούμε κατά πόσο υπάρχει η πιθανότητα το απεραθίτικο ιδίωμα να διαθέτει εμφανές γόητρο, σε σχέση με τα υπόλοιπα ιδιώματα της Νάξου, αλλά και να διερευνήσουμε το αφανές του γόητρο σε σχέση με το εμφανές γόητρο της Κοινής.

Η συλλογή των ερωτηματολογίων πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο και τον Δεκέμβριο του 2007 (το σύνολο των ημερών παραμονής στ’ Απεράθου και της συγκέντρωσης του υλικού ήταν 20 μέρες). Ένας παράγοντας που συνέβαλε καθοριστικά στη μαζικότερη συγκέντρωση πληροφορητών ήταν η βοήθεια που είχαμε από τοπικούς βοηθούς, οι οποίοι λειτούργησαν ως σύνδεσμοι ανάμεσα στην ερευνήτρια και τους μετέχοντες στην έρευνα [5], δημιουργώντας μία φιλική ατμόσφαιρα που ευνοούσε την αυθόρμητη έκφραση και συμπεριφορά, γλωσσική και μη [6].

Συνέχεια

Το «ετοιμόλογον» του Δημητράκη (μέρος 4ο)

Το παρόν κείμενο αποτελεί το τέταρτο και τελευταίο μέρος μιας σειράς άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Οι Νάξιοι» του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων (τεύχη 29, 30, 31, 32).

Με το φωτογράφο της Χώρας

Ο Δημητράκης ήταν και βοσκός ήταν και σμυριγλάς και κάθε χρόνο εζύγιζε στο όνομά του από εκατό έως διακόσα κοντάρια σμυρίγλι. Όχι μόνο ο Δημητράκης, αλλά και όλοι οι βοσκοί είχαν και δυο εργάτες. Είχαν βέβαια όλοι τα βιβλιάριά τους και έβαζαν τα ένσημα. Ανάλογα με την ποσότητα του σμυριγλιού που παρέδιδαν στο κράτος, έμπαιναν και τα ένσημα στο βιβλιάριο. Ο Δημητράκης, λοιπόν, μια μέρα κατέβηκε στη Χώρα της Νάξου για να ανανεώσει το βιβλιάριό του που ήταν πολύ παλιό. Έπρεπε να βγάλει και φωτογραφίες που ήταν απαραίτητες στο βιβλιάριο.

Ευρήκε, λοιπόν, στην παραλία ένα φωτογράφο με την μηχανή με το πανί και με το τρίποδο που ήταν επάνω η μηχανή. Ο φωτογράφος, λοιπόν, έβαλε μια καρέκλα και κάθισε ο Δημητράκης επάνω και τον οδήγησε πώς θα κάθεται και τι «πόζα» θα κρατήσει. Ο Δημητράκης του λέει: «Να σε ρωτήσω κάτι;» «Ό,τι θες», του απαντάει ο φωτογράφος. «Αυτό ιαέ το νυχάκι που έχεις στο αριστερό σου δαχτυλάκι, είντα το χρειάζεσαι και τσιτώνει πέρα σαν διάολος». Ο φωτογράφος δε μίλησε. Ο Δημητράκης όμως του το ξαναλέει. Και πάλι δε μιλάει ο φωτογράφος. Αφού του είπε όμως και τρίτη φορά, ο φωτογράφος νευρίασε και, όπως ήταν θυμωμένος, λέει: «Για να ξύνω τα τέτοια μου». Και τότε ο Δημητράκης του λέει: «Αμ’ άφης, λοιπόν, και στο άλλο χέρι να ξύνεις και τα δικά μας». Ο φωτογράφος βέβαια δεν περίμενε μια τέτοια απάντηση από ένα χωριάτη βρακά, που μόνο ένας Πειραιώτης μάγκας μπορούσε να του απαντήσει έτσι.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Συνέχεια

Το «ετοιμόλογον» του Δημητράκη (μέρος 3ο)

Το παρόν κείμενο αποτελεί το τρίτο μέρος μιας σειράς άρθρων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Οι Νάξιοι» του Συλλόγου Ναξιωτών Αγίων Αναργύρων (τεύχη 29, 30, 31, 32).

Ο Δημητράκης του Λευτεραντώνη

Ο(Γ)ΐώργης ο Αυγερινός, ο Λιουδο(γ)ιώργης που λένε, όταν ήταν νέος που ήταν κάτοικος στην Αθήνα, είχε έρθει στο χωριό το καλοκαίρι. Ήταν πολύ του γλεδιού, του καλού κρασιού και της καλής παρέας. Ένα βράδυ που είχε συναντήσει τους φίλους του, πήγανε για καμιά ταβέρνα, αλλά ήταν κλειστές. Ένας από τους φίλους είπε: «Εγώ έχω καλό κρασί, αλλά δεν έχω μεζέ». Αποφάσισαν, λοιπόν, να πάνε να παραβιάσουν την πόρτα του χασάπικου του Δημητράκη να πάρουν κρέας και να το πλήρωναν την άλλη μέρα, όπως και έγινε. Παραβίασαν την πόρτα και πήρανε όσο κρέας χρειαζότανε και πήγανε στου ενός το σπίτι που είχε το κρασί και γλεντούσαν ως το πρωί. Ο Δημητράκης επήγε το πρωί ν’ ανοίξει το χασάπικο, αλλά μόλις πήγε να βάλει το κλειδί στην πόρτα, η πόρτα άνοιξε μοναχή της… εμπήκε στο μαγαζί και είδε ότι του είχαν πάρει ένα τετάρτι κρέας, που ήταν τέσσερις οκάδες. Απόρησε που δεν επήρανε τίποτα άλλο, που είχε σαράντα οκάδες κρέας και είχε χίλιες δραχμές μέσα στο μπεζαχτά. Δε μίλησε όμως, δεν είπε σε κανένα τίποτα, μόνο σκεπτότανε ποιος να ήταν ο άνθρωπος, που δεν πήγε για να τον ζημιώσει, μόνο για να φάει.
Ο Αυγερινός ξύπνησε το μεσημέρι και πήγε για καφέ στην Πλάτσα και πέρασε απ’ έξω από το χασάπικο του Δημητράκη. Ο Δημητράκης ήταν στο κατώφλι της Καλλιόπης, δίπλα στο μαγαζί, καθισμένος, είχε ακουμπήσει τα άγκωνά του στο γόνατο και το χέρι στο μάγουλο και σκεπτόταν. Μόλις είδε όμως τον Αυγερινό, πέταξε μια φωνή λίγο δυνατή και λέει: «Επ, γ…. το στανιό μου». Και ο (Γ)ιώργης τον αρώτησε: «Μα τι ήπαθες;» και ο Δημητράκης λέει: «Μωρέ ξεχασμένος ήμου πως είσ’ επά». Δηλαδή, αν είχε σκεφτεί ότι ήταν στο χωριό ο Λιουδο(γ)ιώργης, δε θα σπούσε το κεφάλι του για να βρει ποιος ήταν ο νυχτερινός πελάτης. Τότε πήγε κοντά ο (Γ)ΐώργης, του ζήτησε συγγνώμη και του πλήρωσε το κρέας και την πόρτα.

Γραπτή αφήγηση από το βιβλίο του Γιάννη Πρωτονοτάριου (Σωζογιάννη)

Συνέχεια

Ω, που να μη do χωνέψεις κακοθάνατε…

Κατρούτσος... κλασικός οινομετρητής...

Είχε λοιπό η Βροντού έναν ανιψό. Πκοιός ήταν ο ανιψός; Ο Ίφτης. Επέρνα λοιπό ο Ίφτης με τσοι βράκες, με εικοσιεφτά πίεση. Η πίεσή dου δεν ήπεφτε ποτέ. Επέρνα από κει και του ‘λεε η Βροντού, λέει, «κάτσε», λέει, «να σε κεράσω ένα κρασάκι». Το κατρουτσάκι τόσο δα ε; Ο Ίφτης τώρα ήξερε ότι δεν dο λέει με dη ψυχή της η Βρόνταινα, λέει «Δε θέλω Κατερίνα». «Όχι κάτσε, κάτσε», καθότανε ο Ίφτης κ’ ήπινε dο gατρούτσο και μετά σηκωνότανε κ’ ήφευγε. Λέει, «Ω, που να μη dο χωνέψεις» …λέει η Βρόνταινα. «Ω, που να μη dο χωνέψεις κακοθάνατε»

____________________________
Προφορική αφήγηση από τον Πέτρο Πρωτονοτάριο
Η ηχογράφηση έγινε τον Γενάρη του 2000