Γλωσσικές προκαταλήψεις (β’)


Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό “Οι Νάξιοι”
(τεύχος 34, Απρίλιος-Μάϊος-Ιούνιος 2008).

Μέρος β’: Γλωσσικές προκαταλήψεις και εκπαίδευση

Οι γλωσσικές προκαταλήψεις και γενικότερα ο στιγματισμός και η περιθωριοποίηση γλωσσών και ομιλητών αναπαράγονται καθημερινά μέσα στις σχολικές αίθουσες, εκεί δηλαδή όπου μαθητές ποικίλης γλωσσικής προέλευσης (είτε έχουμε να κάνουμε με μαθητές που είναι ομιλητές μιας άλλης γεωγραφικής ή κοινωνικής ποικιλίας, που αποτελεί παραλλαγή της πρότυπης γλώσσας, είτε έχουμε να κάνουμε με μαθητές που είναι ομιλητές μιας διαφορετικής γλώσσας) καλούνται να αντιμετωπίσουν αυτό που η Φραγκουδάκη (1987) αναφέρει ως γλωσσική σύγκρουση. Παρόλο που θα ανέμενε κανείς το αντίθετο, ο καθηγητής ενός γλωσσικού μαθήματος πρέπει να διαχειριστεί μία σύνθετη και ανομοιόμορφη ομάδα μαθητών, συνεπώς πρέπει να συνθέσει μία επίσης σύνθετη ομάδα γλωσσικών αναγκών, ιδιαιτεροτήτων και στόχων.

Όπως σημειώνουν οι Ντάλτας (1997) και Αρχάκης & Κονδύλη (2002), διακρίνονται, σε γενικές γραμμές, τρεις βασικές ομάδες μαθητών:

  1. οι μαθητές εκείνοι που μετέχουν στο κοινωνιογλωσσικό σύστημα αξιών του σχολείου, το οποίο προωθεί και δίνει αξία σε τύπους ομιλίας που είναι ευρέως αποδεκτοί από ολόκληρη την κοινωνία και που παραπέμπουν στην κυρίαρχη ομάδα (διαθέτουν λοιπόν ισχυρό εμφανές γόητρο),
  2. οι μαθητές που ανήκουν σε ομάδες ισχυρών κοινωνικών δικτύων, των οποίων το κοινωνιογλωσσικό σύστημα είναι ανταγωνιστικό προς αυτό του σχολείου (π.χ. παιδιά που ανήκουν σε κατώτερα κοινωνικά στρώματα, σε ομάδες νέων και συνομηλίκων, σε άλλες εθνογλωσσικές ομάδες κ.λπ.) και
  3. οι «σακάτηδες» (lames) –όρος του Labov (1972)-, οι μαθητές δηλαδή που για διάφορους λόγους δεν συμμετέχουν στις δραστηριότητες της κοινωνικής ομάδας, απ’ όπου προέρχονται και που βρίσκεται σε ανταγωνιστική θέση με την κυρίαρχη.

Αυτό, λοιπόν, που παρατηρείται είναι ότι το σχολείο και οι λειτουργοί του ασχολούνται κυρίως με την πρώτη ομάδα μαθητών, ενώ οι άλλες δύο αποτελούν την απόκλιση, με αποτέλεσμα να μη δίνεται βάση σ’ έναν διαφορετικό χειρισμό της γλωσσικής τους αγωγής και προόδου.

Συνέχεια

Γλωσσικές προκαταλήψεις (α’)


Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό «Οι Νάξιοι»
(τεύχος 33, Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2008).

Μέρος α’: μια θεωρητική προσέγγιση…

Ίσως δύο από τις πιο χαρακτηριστικές πολιτισμικές σταθερές που παρατηρούνται στις περισσότερες κοινότητες ανά τον κόσμο είναι τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις, οι υπεραπλουστευμένες, δηλαδή, αλλά ως επί το πλείστον διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις, που διαμορφώνονται από τα μέλη μιας κοινότητας και έχουν ως αντικείμενο αναφοράς τους συγκεκριμένες κατηγορίες ατόμων και ομάδων. Το ενδιαφέρον με τα συγκεκριμένα κοινωνικά φαινόμενα είναι ότι ενώ προέρχονται από την καθημερινή κοινή πραγματικότητα, δεν ανταποκρίνονται στην αντικειμενική της πλευρά. Θα λέγαμε ότι αντιπροσωπεύουν περισσότερο το πώς τα ίδια τα άτομα αντιλαμβάνονται και κατηγοριοποιούν τον γύρω τους κόσμο (πώς τον αναπαριστούν), ενώ αυτές οι ιδεολογικές, υποκειμενικής υφής, κατασκευές σχετίζονται άμεσα με την ίδια τη συμπεριφορά που τελικά θα υιοθετηθεί απέναντι στις συγκεκριμένες ομάδες.

Πιο συγκεκριμένα, ως στερεότυπα θα χαρακτηρίζαμε τις οποιεσδήποτε κατηγορηματικές γενικεύσεις -όχι αποκλειστικά αρνητικές- που αφορούν ανθρώπους ή κοινωνικές ομάδες και που αγνοούν την ατομική ή κοινωνική ποικιλία και διαφορά. Η προκατάληψη διαφοροποιείται από το στερεότυπο στο ότι αποτελεί μία αποκλειστικά αρνητική ή δυσμενή στάση απέναντι σε μία ομάδα ή απέναντι στα μέλη που την απαρτίζουν. Χαρακτηρίζεται, όπως σημειώνει η Κωστούλα-Μακράκη (2001), από στερεότυπες πεποιθήσεις και πηγάζει από διαδικασίες που συντελούνται σε όσους τηρούν αυτή τη στάση και όχι από την πραγματική εξακρίβωση τού αν η ομάδα έχει τα γνωρίσματα που της αποδίδονται.

Συνέχεια

Πόσοι ομιλητές εγγυώνται τη ζωτικότητα μιας γλώσσας;


Η

ανάλυση μεμονωμένων πολιτισμικών καταστάσεων έχει αποδείξει ότι τα πληθυσμιακά νούμερα, χωρίς να ληφθεί υπόψη το περιβάλλον και να υπάρξει περικειμενοποίηση, είναι ανώφελα στο να αποδώσουν τον ρυθμό υποχώρησης και θανάτου των γλωσσών. Ο Brenzinger (1997: 276) αναφέρει ότι ο αριθμός των ομιλητών δεν είναι ένας αναμφίβολος δείκτης απειλής αντικατάστασης μιας γλώσσας, ωστόσο ένας πολύ σοβαρός δείκτης για την βιωσιμότητα μιας γλώσσας μπορεί να είναι η αναλογία ανάμεσα στον αριθμό των μελών μιας εθνοτικής ομάδας και στον αριθμό των ομιλητών της εθνικής γλώσσας. Ο Yamamoto (1997, στο Crystal 2000: 12) σημειώνει ότι ο αριθμός του πληθυσμού από μόνος του δεν αποτελεί ακριβή ένδειξη για μια γλωσσική κατάσταση.

Συνέχεια