Πόσοι ομιλητές εγγυώνται τη ζωτικότητα μιας γλώσσας;


Η

ανάλυση μεμονωμένων πολιτισμικών καταστάσεων έχει αποδείξει ότι τα πληθυσμιακά νούμερα, χωρίς να ληφθεί υπόψη το περιβάλλον και να υπάρξει περικειμενοποίηση, είναι ανώφελα στο να αποδώσουν τον ρυθμό υποχώρησης και θανάτου των γλωσσών. Ο Brenzinger (1997: 276) αναφέρει ότι ο αριθμός των ομιλητών δεν είναι ένας αναμφίβολος δείκτης απειλής αντικατάστασης μιας γλώσσας, ωστόσο ένας πολύ σοβαρός δείκτης για την βιωσιμότητα μιας γλώσσας μπορεί να είναι η αναλογία ανάμεσα στον αριθμό των μελών μιας εθνοτικής ομάδας και στον αριθμό των ομιλητών της εθνικής γλώσσας. Ο Yamamoto (1997, στο Crystal 2000: 12) σημειώνει ότι ο αριθμός του πληθυσμού από μόνος του δεν αποτελεί ακριβή ένδειξη για μια γλωσσική κατάσταση.

Συνέχεια

Η οικολογία της γλώσσας


Στις μέρες μας δίνεται μια ιδιαίτερη, οικολογικού χαρακτήρα, έμφαση στη σχέση μεταξύ των ανθρώπων με το περιβάλλον τους, τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Ο όρος οικολογία της γλώσσας, αν και χρησιμοποιείται κατά κόρον τις τελευταίες δύο δεκαετίες, πλάστηκε στη δεκαετία του ‘70 από τον Haugen (1972), ο οποίος την ορίζει ως τη μελέτη των αλληλεπιδράσεων ανάμεσα σε οποιαδήποτε δεδομένη γλώσσα και το περιβάλλον της. Παρόλο που αναγνωρίζει ως πηγή του όρου τη βιολογία, χρησιμοποίησε τον όρο με το διευρυμένο νόημα που του έδωσαν οι κοινωνιολόγοι για να καλύψουν τις αλληλεξαρτήσεις των ανθρώπινων κοινωνιών με το περιβάλλον τους.

Στις αρχές του ‘80 κάποιοι συγγραφείς, όπως ο Denison (1982), άρχισαν να εξερευνούν τις μεταφορικές δυνατότητες του όρου, τονίζοντας μια υποτιθέμενη αναλογία ανάμεσα στα απειλούμενα βιολογικά είδη και τις απειλούμενες γλώσσες. Υπό αυτό το σκεπτικό, οι όροι ισχυρές και ασθενείς γλώσσες θεωρήθηκαν μεταφορές από τον χώρο της βιολογίας, όπου η ισχύς φέρνει στο νου τις ιδέες της υγείας και της ζωής, ενώ η ασθένεια την αρρώστια και τον θάνατο. Ο Bolinger (1980) μίλησε για γλωσσική ρύπανση, επεκτείνοντας την ήδη υπάρχουσα μεταφορά. Ο Mühlhäusler (1996) επανέφερε το κοινωνικό περιεχόμενο στον όρο, καθώς είδε ότι η οικολογική μεταφορά προσανατολίζεται δυνάμει στη δράση.

Συνέχεια

Ο θάνατος των γλωσσών


Προσέγγιση των φαινομένων της συρρίκνωσης και του θανάτου των γλωσσών

Το Ίδρυμα για τις Απειλούμενες Γλώσσες, σε αναφορά του πριν από μερικά χρόνια, σημείωνε ότι η πλειοψηφία των γλωσσών σε όλο τον κόσμο είναι επιρρεπής όχι μόνο στη φθορά, αλλά και στον αφανισμό, ενώ το ½ από αυτές βρίσκεται ήδη πέραν του απλού κινδύνου. Σε μια στατιστική του ανασκόπηση, ο Krauss υπολογίζει ότι, ενώ στην προϊστορική εποχή οι άνθρωποι μιλούσαν κατά πάσα πιθανότατα δέκα με δεκαπέντε χιλιάδες γλώσσες, σήμερα ο αριθμός των ομιλούμενων γλωσσών έχει μειωθεί περίπου στις έξι χιλιάδες, ενώ μειώνεται ταχύτατα. Υπολογίζει ότι τον επόμενο αιώνα θα εξαφανιστεί το 90% των γλωσσών, ενώ το υπόλοιπο 10% (εξακόσιες γλώσσες περίπου) έχει εξασφαλίσει την ύπαρξή του μέχρι το έτος 2100. Ήδη σήμερα ένα ποσοστό μεταξύ του 20% και 50% των γλωσσών του κόσμου δεν μαθαίνονται από τα παιδιά, πράγμα που σημαίνει ότι βρίσκονται πέρα από τη φάση του απλού κινδύνου και θα εξαφανιστούν μέσα στον επόμενο αιώνα…

Τέτοιου είδους υπολογισμοί και στατιστικά στοιχεία αναμφισβήτητα εγείρουν ακραίες συναισθηματικές αντιδράσεις. Η φύση του θέματος ωστόσο, αλλά και η πολιτισμική πραγματικότητα που το περιβάλλει είναι τέτοια, που αναμφισβήτητα τέτοιου είδους αντιδράσεις δεν πρέπει να εκληφθούν ως παράξενες ή μη φυσιολογικές, καθώς σχετίζονται με τις γλωσσικές πρακτικές και τις επιλογές των ομιλητών, αλλά και με κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής υφής παράγοντες.

Συνέχεια