Μειονοτικές γλώσσες & γλωσσικές μειονότητες στην Ελλάδα


Αναδρομή στις πολιτικές για τις γλωσσικές μειονότητες και τις μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα

Από το 1830 μέχρι σήμερα, με τη διαδοχική διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας, ορισμένες ομάδες Ελλήνων πολιτών δεν ανταποκρίνονταν απόλυτα στο εθνικό στερεότυπο του ελληνόφωνου χριστιανού ορθόδοξου. Τα οφέλη που αποκόμισε η Ελλάδα από τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο (1913) αντιστοιχούσαν σε αύξηση 68% της έκτασής της και 78% του πληθυσμού της, το 15% του οποίου ανήκε σε κάθε είδους μειονότητες: σλαβόφωνοι, τουρκόφωνοι και αλβανόφωνοι, χριστιανοί ή μουσουλμάνοι, Εβραίοι, Βλάχοι, Αρμένιοι και Τσιγγάνοι. Μετά τη λήξη των πολεμικών συγκρούσεων, από το 1913 μέχρι το 1922, έγιναν ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας (Συνθήκη του Νεϊγύ- 1919) και με την Τουρκία (Συνθήκη της Λοζάνης- 1923), ενώ με την προσάρτηση της Δ. Θράκης και τη Μικρασιατική Καταστροφή περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες ελληνικής καταγωγής εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και απέκτησαν ελληνική ιθαγένεια. Οι ανταλλαγές συντελέστηκαν ύστερα από πίεση πολιτικοστρατιωτικών γεγονότων, αλλά και την επιθυμία για ριζική επίλυση του μειονοτικού προβλήματος, που είχε δημιουργηθεί για τις βαλκανικές χώρες. Ωστόσο, η εξαίρεση των ελληνορθόδοξων της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου στην Τουρκία κα των μουσουλμάνων στην Ελλάδα δημιούργησε στις δύο γειτονικές χώρες de jure μειονότητες, το καθεστώς των οποίων ρυθμίστηκε με τη Συνθήκη της Λοζάνης. Η Ελλάδα εντάχθηκε έτσι στο διεθνές καθεστώς προστασίας των μειονοτήτων, που τελούσε υπό την κηδεμονία της Κοινωνίας των Εθνών (Τσιτσελίκης & Χριστόπουλος 1997: 427).

Συνέχεια

Το γλωσσικό μωσαϊκό της Ελλάδας


Μια προσέγγιση των μειονοτικών γλωσσών στον Ελλαδικό χώρο

Η πολυγλωσσία στον Ευρωπαϊκό χώρο αποτελούσε πάντοτε μια πρόκληση για όλες τις κυβερνήσεις και τα συλλογικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η διαφύλαξή της αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις για την διατήρηση της ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς. Στις μέρες μας, η δημιουργία και η διατήρηση ενός τόσο περίπλοκου γλωσσικού μωσαϊκού, το οποίο αποτελείται από γλώσσες επίσημες και μη, κρατικές και μη, τυποποιημένες ή όχι, ισχυρές και ασθενείς, μειονοτικές, λιγότερο ομιλούμενες, λιγότερο διδασκόμενες κ.λπ., απειλείται όλο και περισσότερο και ένας σημαντικός λόγος είναι το γεγονός ότι κάποιοι πιστεύουν στην αρχή της γλωσσικής επέκτασης και ομοιομορφίας και υποβαθμίζουν ως «διαλέκτους» ή «ιδιώματα» γλωσσικές μορφές, οι ομιλητές των οποίων έχουν κάθε δικαίωμα να τις χρησιμοποιούν, να τις τιμούν και να τις αναπτύσσουν. Η βαθμιαία κατάργηση των συνόρων, η ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων, ατόμων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, η δημιουργία ενιαίας αγοράς και ενιαίου νομίσματος είναι μερικοί μόνο από τους αντικειμενικούς παράγοντες που επηρεάζουν το γλωσσικό ευρωμωσαϊκό και προωθούν τη δημιουργία μιας ενιαίας κοινής γλώσσας, μιας lingua franca.
Η μειονοτική γλώσσα και η χρήση της είναι ένα από τα επιμέρους κομμάτια ενός «παζλ» που συνθέτουν τη μειονοτική ταυτότητα. Την τελευταία δεκαετία, τα ευρωπαϊκά κράτη μέσα από πρωτοβουλίες διεθνών οργανισμών, όπως είναι το Συμβούλιο της Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, μεριμνούν για τη δημιουργία προϋποθέσεων νομικής και πολιτικής διασφάλισης της ανεμπόδιστης χρήσης των μειονοτικών γλωσσών που μιλιούνται στην επικράτειά τους.

Συνέχεια