Μνήμη Ειρήνης Γ. Χάλκου (1919 – 2012)


Για τη μνήμη της Ειρήνης Χάλκου,
μιας γυναίκας – αστείρευτης πηγής ποιητικής δημιουργίας,
που χάρηκε και πόνεσε,
και τραγούδησε και μοιρολόγησε,
και γέλασε και έκλαψε•
έ ζ η σ ε . . .

Απόσπασμα από χειρόγραφο τραγούδι της Ειρήνης Χάλκου, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης του βιβλίου της "Σαν παραμύθι" (αναδημοσίευση από το μπλογκ "Κορωνίδα Νάξου").

Καλό σου ταξίδι,  Χ α λ κ ο ρ ή ν η . . .
Μα θα ‘χεις πολλούς που θα σε καλοδεχθούν
και απέκειο θα παρεάζετε ωραία…

Σκοποί και τραγούδια τ’ Απεράθου (μέρος 6ο): Χραμάκι απεραθίτικο


Στα χρόνια της Κατοχής, τα ορεινά χωριά της Νάξου, κυρίως δε η Κόρωνος, το Σκαδό και τ’ Απεράθου, οι κάτοικοι των οποίων απασχολούνταν σε μεγάλο ποσοστό με την εξόρυξη σμύριδας (την οποία εκείνα τα χρόνια εκμεταλλεύονταν οι Ιταλοί), πέρασαν δύσκολες καταστάσεις πείνας και ανέχειας. Εκείνοι που είχαν μια οικονομική άνεση –όσο μπορούμε να μιλάμε για οικονομική άνεση στα χρόνια της Κατοχής– ήταν ελάχιστοι, κυρίως στα λιβαδοχώρια λόγω της αγροτικής παραγωγής που δεν είχε επηρεαστεί τόσο. Οι απεραθιτοπούλες τότε είχαν αναγκαστεί να κατεβαίνουν στα κατώχωρα και να πουλούν τα υφαντά τους –κυρίως χράμια–, αυτά κυρίως που φύλαγαν μέσα στα μπαούλα και προορίζονταν για την προίκα τους. Πουλώντας τα υφαντά τους μπορούσαν στη συνέχεια να αγοράζουν κριθάρι, πατάτες και άλλα είδη πρώτης ανάγκης.

Ο Νίκος Σφυρόερας, επηρεαζόμενος από αυτό το γεγονός, έγραψε το ποίημα «Χραμάκι απεραθίτικο», για τη σύνθεση και τη μουσική επένδυση του οποίου μας δίνει περισσότερες πληροφορίες ο εκδότης της εφημερίδας «Τ’ Απεράθου» Μιχάλης Γρατσίας στο βίντεο που ακολουθεί (από το κανάλι του Καπταν ‘Ιάννη Ζαζάνη).

Τραγουδά η Κούλα Κληρονόμου-Σιδερή. Στο βιολί ο Φλώριος Γλέζος.

Συνέχεια

Σκοποί και τραγούδια τ’ Απεράθου (μέρος 5ο): Ο σκοπός του τζίτζικα ή της παλιάς πατινάδας


Μερικές σκέψεις για τον «Σκοπό του τζίτζικα» στ’ Απεράθου της Νάξου, αλλά και την παρουσία της συγκεκριμένης μελωδίας σ’ ολόκληρο το Αιγαίο και όχι μόνο…

Οι πληροφορίες ελάχιστες, η έρευνα –ομολογώ– όχι τόσο ενδελεχής και διασταυρωμένη, όσο απαιτεί το θέμα… Θα ήθελα, ωστόσο, να καταθέσω κάποιες πρώτες μου καταγραφές και σκέψεις γι’ αυτόν τον γνωστό σκοπό, που επίσης είναι γνωστός ως «Νεράιδα είσαι μάτια μου». Θα ήθελα δε και τη δική σας ανατροφοδότηση, γιατί το συγκεκριμένο τραγούδι δεν τραγουδιέται μόνο στ’ Απεράθου, αλλά γενικότερα στη Νάξο και ευρύτερα στο Αιγαίο.

Στ’ Απεράθου, το συγκεκριμένο τραγούδι παραγγέλλεται, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις μου, ως «Σκοπός του τζίτζικα». Θεωρείται βέρσο μπάλλο, το οποίο κάποια στιγμή αυτονομήθηκε και αποτέλεσε από μόνο του ξεχωριστό τραγούδι, το οποίο χορεύεται κυρίως ως συρτό. Πάνω στη συγκεκριμένη μελωδία, η οποία επαναλαμβάνεται συνεχώς, τραγουδιούνται δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα, όπως τα παρακάτω:

Όλα μας κι αν τα ξέχασες, μιας βραδινιάς θυμίσου,
που σου ‘λεα «ξημέρωσε» και μου ‘λεες «κοιμίσου».

Όλα μας κι αν τα ξέχασες θυμίσου ένα βράδυ
ο λύχνος εκατσούβλιζε και δεν είχαμε λάδι.

Όλα μας κι αν τα ξέχασες, ένα θυμίσου μόνο:
τσοι τελευταίες μας μαθιές, πο’ λλάζαμε με πόνο.

Συνέχεια

Ειρήνη Κονιτοπούλου-Λεγάκη: Συνέντευξη στον Στ. Σπηλιάκο


Αναδημοσίευση από το μπλογκ του Σταύρου Σπηλιάκου, «Χορομπαλ(λ)όματα».

Από το βιβλίο: Σταύρος Χ. Σπηλιάκος. Παιχνίδια & Παιχνιδιατόροι (όργανα κι οργανοπαίχτες) του Χορού στη Νάξο, εκδ. Αντ. Αναγνώστου, Αθήνα 2003, σ.σ. 192-199.

Ειρήνη Κονιτοπούλου-Λεγάκη. Από τον δίσκο "Αθάνατα νησιώτικα Νο2".

Γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1931 στην Κεραμωτή της Νάξου. Από πολύ μικρό παιδί κάθε καλοκαίρι πήγαινε με τους γονείς της στο χωριό της μητέρας της, την Κεραμωτή, ενώ μόνιμη διαμονή είχε στην Αθήνα. Στην Αθήνα έμενε στα Κάτω Πατήσια, στα Τουρκοβούνια, στον Άγιο Θωμά στην Άνω Κυψέλη. Αυτά συνέβαιναν πριν τον Πόλεμο.

Αφού έπιασε ο Πόλεμος πήγανε οικογενειακώς στην Κεραμωτή. Με την άφιξη των Ιταλών στο νησί έφυγαν και πήγαν στον Κινίδαρο, το Γλινάδο, τη Χώρα και με την απελευθέρωση από τους Γερμανούς εγκαταστάθηκαν στο χωριό του πατέρα της, τον Κινίδαρο. Σαν κοπελίτσα πήγε στην Αθήνα. Πήγε πάλι κάτω, ξαναήρθε, πήγαινε, ξαναρχότανε.

Σχολείο δεν πήγε. Τον καιρό που ήτανε στην Κυψέλη, ήτανε μικρή, αλλά ο πατέρας της είχε μανία, με όλη την ταλαιπωρία του ήθελε να μάθει γράμματα και την είχε βάλει σ’ ένα ιδιωτικό σχολείο, στην Άνω Κυψέλη στου Καρούση. Εκεί ό,τι έμαθε. Πήγε μέχρι τη Β’ τάξη. Μετά, το 1940, έφυγε με την οικογένειά της για τη Νάξο. Επιστρατεύτηκαν όλοι οι άντρες για τον πόλεμο. Μείνανε οι γέροι κι οι γυναίκες στα χωριά. Δεν είχε πέσει ακόμα η πείνα και πήγε στην Κεραμωτή στη Γ’ τάξη.

Από τότε που θυμάται ο πατέρας της έπαιζε βιολί. Ήτανε η δουλειά του. Δούλευε τότε την ημέρα εργάτης και τις “καλές μέρες” δούλευε και σε μαγαζί ή σε γάμους ή γιορτές.

– Τραγούδαγες από μικρή;
Πολλές φορές, όταν τραγούδαγα μικρή μόνη μου, χόρευα και πολλές φορές μου ‘ρχότανε κλάμα σ’ ορισμένα τραγούδια, έτσι όπως τα λαϊκά, ου, ου… συγκινιόμουνα πάρα πολύ. Το τραγούδαγα μόνη μου και δεν μ’ ένοιαζε άμα μ’ ακούγανε. Δεν τραγούδαγα για να μ’ ακούσουνε. Τραγούδαγα γιατί το τράβαγ’ η ψυχή μου. Μου άρεσε αυτό το πράγμα τότε.

Οι γονείς της, Μαρία Φυρογένη & Μιχάλης Κονιτόπουλος (Μωρό).

– Σ’ έπαιρνε κοντά στις δουλειές του;
Όταν ήμουνα μικρό και τύχαινε να τους έχουνε καλέσει, γιατί τότε θυμάμαι οι γάμοι γινόντουσαν μες στο σπίτι, και μ’ έπαιρνε. Ήτανε ο θείος μου, ο Φλώριος, αδελφός του πατέρα μου, πού ‘παιζε σαντούρι, αδερφός του πατέρα μου, ο θείος μου ο Δημήτρης ο Φυρογένης στο λαούτο, αδερφός της μάνας μου κι ήτανε και κάποιος άλλος, Αυγουστής, ο μπάρμπας μου γιατί όλοι από την οικογένεια του μπαμπά μου, όλοι ξέρανε να τραγουδήσουνε και να παίξουνε, να το πιάσουνε το όργανο και να το παίξουνε και χωρίς να ‘χουνε και μάθει, ας πούμε. Και στο χορό ήτανε το κάτι άλλο η οικογένεια αυτή. Και τα παιδιά τους όλοι, όλοι. Και μ’ έπαιρνε μαζί. Ήμουνα πολύ γουστόζικο παιδί και τόσο μικρό και δεν εντρεπόμουνα κι όλα. Με κάνανε τέτοιο γούστο κι οι θείοι μου κι ο μπαμπάς μου και με βάνανε να χορέψω. Μ’ έπαιρνε πάντα μαζί του.

Συνέχεια

Οι εμπορικά ανώνυμοι μα Επώνυμοι στην ψυχή μας…

Εικόνα


Οι εμπορικά Ανώνυμοι – ΕΠΩΝΥΜΟΙ της ψυχής μας
Αναγνώριση και Τιμή σ’ αυτούς που “φύλαξαν Θερμοπύλες” στα χωριά μας

______________________________________

Από το μπλογκ «Χορομπαλ(λ)όματα»
του Δρ. Χορολογίας του Ελληνικού Παραδοσιακού Χορού, κ. Σταύρου Σπηλιάκου,
ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΚΑΡΠΟΝΤΙΝΗΣ (Κινιδαριώτης Βιολάτορας)

______________________________________

Δεν είναι δυνατόν κάποιος να καταγράψει το μουσικό και χορευτικό βίο των Κινιδαριωτών και να αγνοήσει ή στην καλύτερη περίπτωση να αχνογράψει την παρουσία του λαϊκού πρακτικού οργανοπαίκτη Μανούσου Καρποντίνη του Κοκκινογιάννη. Του οργανοπαίχτη, που έπαιξε και παίζει για τους Κινιδαριώτες, και όχι μόνο, για τους χωριανούς του που ήταν απαιτητικοί γλεντιστές, ενός χωριού που οι κάτοικοί του «κατάγονται από φυλή οργανοπαιχτών».

Πόσους δεν πάντρεψε με το βιολί του, πόσους δεν γλέντισε στα βαφτίσια των παιδιών τους, πόσα χρόνια δεν συνόδεψε τους Φουστανελάδες, πόσους δεν μεράκλωσε στα μαγαζιά του χωριού, σε πόσα σπίτια δεν γλέντισε τις φιλικές και συγγενικές παρέες, πόσα κοπέλια και κοπελούδια δεν «έβγαλε» στο δημόσιο χορό, σε πόσα δεν φανέρωσε τον έρωτά τους με τα δίστιχα στον Μπάλλο, πόσους ξενικούς δεν «χρόνισε» στο χορό τους, σε πόσα κοπέλια νεόβγαλτα σαν οργανοπαίχτες δεν συμπαραστάθηκε τακιμιάζοντας μ’ αυτά ή παραχωρώντας τη θέση του;

Συνέχεια

Ειρήνη Κονιτοπούλου – Λεγάκη: Σαράντα χρόνια μοναξιάς

Εικόνα


Αληθινοί άνθρωποι σε αληθινές συνεντεύξεις… Χωρίς φτιασιδώματα και επιτήδευση, που μόνο φίλτρα προσθέτουν στην εικόνα, με αποτέλεσμα να χάνεται η ουσία…

Πρόκειται για τη συνέντευξη της Ειρήνης Κονιτοπούλου – Λεγάκη στον Πέτρο Δραγουμάνο και στο περιοδικό «Δίφωνο», κάμποσα χρόνια πριν. Η συνέντευξη αυτή αποτελεί μέρος αφιερώματος που έκανε το συγκεκριμένο περιοδικό στα «Νησιώτικα τραγούδια», αφιέρωμα το οποίο περιελάμβανε άρθρα των Κώστα Γ. Σαχινίδη, Γιώργου Ε. Παπαδάκη και Γιώργου Τσάμπρα, καθώς και συνεντεύξεις της Ειρήνης Κονιτοπούλου – Λεγάκη, της Άννας Σαρρή – Καραμπεσίνη, της Έφης Σαρρή και της Αιμιλίας Χατζηδάκη.

Αναδημοσιεύω, λοιπόν, τη συνέντευξη της Ειρήνης Κονιτοπούλου – Λεγάκη, η οποία περνά με την ειλικρίνεια και την απλότητά της –που ακόμα και σήμερα αυτό αντανακλά σε όλους μας– πολλαπλά μηνύματα… προς τους σύγχρονους θιασώτες και μετέχοντες των νησιώτικων, αλλά κυρίως προς όλους αυτούς που θέλουν να ονομάζονται εκπρόσωποι και φορείς του…

Ελλήνων Δρώμενα (ΕΤ3): «Απείρανθος»

Εικόνα


Αντιγράφω από την ιστοσελίδα της εκπομπής «Ελλήνων Δρώμενα»:

Η εκπομπή ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΡΩΜΕΝΑ συνεχίζοντας το ταξίδι της στις αυθεντικές πολιτισμικές εκφράσεις ανθρώπων και τόπων, αυτή τη φορά κάνει στάση στην μαγευτική Απείρανθο της Νάξου, για να μας παρουσιάσει την ιδιαίτερη και πρωτότυπη μουσικοχορευτική της έκφραση.

H Απείρανθος είναι φημισμένη για την υψηλού επιπέδου μουσική και ποιητική της έκφραση. Οι Απειρανθίτες ισχυρίζονται πως το τραγούδι, η μουσική και ο χορός του Αιγαίου τροφοδοτήθηκαν κατά κύριο λόγο από την δική τους λαϊκή καλλιτεχνική παραγωγή. Ίσως να είναι κι έτσι, γιατί πράγματι οι Απειρανθίτες έχουν αυτό το σπάνιο χάρισμα της δημιουργίας των στίχων των τραγουδιών ανά πάσα στιγμή και σε πολύ μεγάλη ποσότητα.

Μπορούν να δημιουργούν τραγουδιστικά δίστιχα στην καθημερινότητά τους σε όλους τους διαλόγους επικοινωνίας τους, αλλά περισσότερο από κάθε άλλο, στα ξακουστά γλέντια τους, που πλημυρίζουν από ποιητική έκφραση. Εκεί συναντούμε τα πολύ γνωστά σε όλους μας Αιγαιοπελαγίτικα δίστιχα. Τα οποία υμνούν τον έρωτα, τη χαρά, τη λύπη και κάθε ανθρώπινη ανάγκη για έκφραση στον κύκλο του χρόνου και της καθημερινότητας.
Οι Απειρανθίτες πράγματι είναι πολύ εκπαιδευμένοι στη διαδικασία της ποιητικής σύνθεσης, έχοντας βέβαια πίσω τους μία καταγωγή πιθανά συγγενική με τους Κρητικούς -όπως ισχυρίζονται- αφού κι εκείνοι έχουν πολύ μεγάλη παράδοση στην σύνθεση του στίχου με τις γνωστές μαντινάδες.

Οι Απειρανθίτες ονομάζουν τα δίστιχά τους «κοτσάκια» από το κόψιμο των συλλαβών με τον δικό τους επιδέξιο τρόπο, ώστε να κατακτήσουν οι λέξεις σχεδόν ένα άλλο νόημα και να γίνουν τραγούδι, όπως το πολύ γνωστό παράδειγμα:

«δυό ματάκια μελαγχολι-
κά είν’ η ζωή μου όλη»

Συνέχεια

«Σε ήχο ελεύθερο» με τον Στάθη Κουκουλάρη


Από την εκπομπή του του Γιώργου Παπαδάκη «Σε ήχο ελεύθερο». Αφιέρωμα στον Κινιδαριώτη βιολάτορα Στάθη Κουκουλάρη, τον Βάρκα, όπως είναι το παρωνύμιό του στον τόπο καταγωγής του.

Συνέχεια