Category Archives: Μουσικοχορευτική παράδοση της Νάξου

Καλαμαθιανό: ‘ια τα μάθια μας μόνου

Η επαφή μου με τον παραδοσιακό χορό, και δη τ’ αξώτικα, μετρά πολλά χρόνια πίσω. Θυμάμαι τον εαυτό μου στο εξοχικό του θείου μου του Γιάννη στη Λούτσα -ήμουν δεν ήμουν 4 χρόνων, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80- να χορεύω μαζί με τον ξάδελφό μου τον Γιάννη κάτι που θα προσιδίαζε σε μπάλλο. Οικεία και αγαπημένη μνήμη στο μυαλό: δύο μικρά κοπελάκια να χορεύουν σαν ζευγάρι, ενώ ακούγεται στο κασετόφωνο η Ειρήνη Κονιτοπούλου Λεγάκη·το κοριτσάκι να κουνά τον κορμό του, αριστερά-δεξιά, με τα χέρια στη μέση και το αγοράκι με τα χέρια σε έκταση, στο ύψος των ώμων του, να προσπαθεί να σταυρώσει τα πόδια του και να κάνει, ενίοτε, και κανένα τσαλίμι. Το είδε πριν που το έκανε ο θείος του και θέλει να το κάνει και αυτό…

Κάπως έτσι θυμάμαι την πρώτη μου επαφή με τους αξώτικους χορούς, τον συρτό, τον μπάλλο -πόσο ντρεπόμουν, θυμάμαι, να με χορεύουν μπάλλο!-, τον καλαμαθιανό και τη βλάχα. Σε γενέθλια, γιορτές και γλέντια, τότε που άνοιγαν τα σπίτια, γιατί και οι καρδιές τότε ήταν ανοιχτές, τα χαλιά μαζεύονταν και μέσα σε ελάχιστα τετραγωνικά στηνόταν χορός. Ο παππούς χόρευε την εγγόνα, η γιαγιά χόρευε με την αδελφή της και τις συνομήλικές της, οι μικροί ακολουθούσαν στο τέλος… Κάπως έτσι ήταν τα πράγματα… Μετά ήρθαν και οι σύλλογοι και τα χορευτικά… Και κει μάθαμε πως δεν υπάρχει μόνο απεραθίτικη βλάχα, μα και κινιδαριώτικη, φιλωτίτικη, μελανίτικη, κορωνιδιάτικη, κεραμιώτικη, κωμιακίτικη κ.ο.κ. Δεν υπήρχε μόνο το καλαμαθιανό, όπως απαντά στ’ Απεράθου, αλλά και η παραλλαγή του στα υπόλοιπα χωριά. Δεν υπάρχει μόνο το βοσκίστικο ύφος, το βαρύ συρτό με τα κρατήματα και τα κοψίματα, μα και ο πιο αεράτος συρτός, όπου τα πόδια σου νιώθεις πως δεν πατούν στη γη την ώρα που χορεύεις… Βλέπαμε άλλους Αξώτες να χορεύουν στα γλέντια· και τολμώ να πω πως μερικές φορές θεωρούσαμε τον χορό τους ζαβό… Βλέπαμε, όμως, τα πόδια τους, χορεύαμε και μεις μαζί τους, μιμούμασταν αρχικά. Μέχρι να βρούμε το δικό μας προσωπικό ύφος. Μέχρι να αφήσουμε τη ντροπή στην άκρη και να απελευθερωθούμε πάνω στον χορό! Πάντα, όμως, σύμφωνα με τις νόρμες και τους κανόνες. Όταν ο παππούς μου ο Μαρθαίος ήθελε να με χορέψει συρτό, έπρεπε οπωσδήποτε να με πιάσει με το μαντήλι. Η γιαγιά μου χόρευε συρτό ή καλαμαθιανό, αλλά χόρευε άλλες γυναίκες. Όχι άντρες. Αν στον κύκλο που στηνόταν υπήρχε άντρας, αυτός θα ‘ταν που θα έσερνε και τον χορό. Ποτέ το αντίθετο… Αυτός ο άντρας κάποια στιγμή θα άλλαζε και ντάμα, θα άφηνε αυτή που είχε δίπλα του και θα άρπαζε -ίσως και λίγο άγαρμπα κάποιες φορές- τη δεύτερη ή την τρίτη γυναίκα που χόρευε μαζί και θα την έβαζε στ’ αριστερά του. Στον μπάλλο, είτε σε χόρευε συγγενής είτε σε χόρευε ο συνομήλικός σου στο χορευτικό, τα μάτια σου ήταν μονίμως στραμμένα προς το έδαφος. Ντρεπόσουν ν’ ανταλλάξεις την έντονη ματιά του καβαλιέρου σου, που σε κυνηγούσε και έπρεπε να του ξεφύγεις. Εκεί φαινόσουν αν ήσουνα χορεύτρα. Μπορούσες να του γλιτώσεις; Τότε ήσουν καλή! Αλλιώς…

Συνέχεια

Όσα οι αισθήσεις καταγράφουν στην ψυχή…

Όσα οι αισθήσεις μας καταγράφουν στην ψυχή μας… και όσα μπορεί να αποτυπώσει σε εικόνα και ήχο μία άψυχη συσκευή… Ανατολικά παράλια της Νάξου… Στο καντούνι τ’ Αζαλά… Αύγουστος 2010.

Φουρτoύνα

Μέσα στης ζωής την τρίκυ- / μια πλέω σαν καΐκι.
Μ’ ένα καϊκάκι ταξι- / δεύω μα δε θα βαστάξει.
Που μου δώνει σήματά κι- / νδύνου το παλιό βαρκάκι.
Άμα φουρτουνιάζει να’ ν’ η- / βάρκα πρέπει σε λιμάνι.
Κι ‘βρηκα λιμάνι που να / μην το πιάνει η φουρτούνα.
Είναι απαραίτητη σε μιά / φουρτούνα η απανεμιά.

Στίχοι: Μανώλης Γρατσίας (Καρφομανώλης)
Μουσική: Γιάννης Ζευγώλης
(στον δίσκο “Τ’ Αυγινά” της Κούλας Κληρονόμου-Σιδερή)

Μια ψηφίδα μόνο…

Όταν συνειδητοποιείς ότι η προσωπική ιστορία
γίνεται ψηφίδα γι’ αυτό που λέμε
εθνογραφικό-ανθρωπολογικό-λαογραφικό μωσαϊκό…

Μια ζωή σαν παραμύθι: Βασίλης Χατζόπουλος

Αναδημοσίευση αφιερώματος στον Βασίλη Χατζόπουλο από την Αθηνά Περράκη, το οποίο δημοσιεύτηκε κάποια χρόνια πριν (αν δεν απατώμαι το 2000) στην εφημερίδα «Ηχώ» του Γαλατσίου.

Μια ζωή σαν παραμύθι.

Βασίλης Χατζόπουλος: Ο Λαουτιέρης, ο Συνθέτης, ο Στιχουργός, ο Τραγουδιστής

Βασίλης Χατζόπουλος: ένας γνήσιος εκπρόσωπος του μουσικού δυναμικού της Νάξου.

Βασίλης Χατζόπουλος. 50 χρόνια της δημοτικής μουσικής. Της γνήσιας δημοτικής μουσικής. Του γνήσιου δημοτικού τραγουδιού, που είναι ζυμωμένο από τον αγέρα και την αλμύρα της θάλασσας. Βασίλης Χατζόπουλος. Ο λαουτιέρης, ο συνθέτης, ο στιχουργός, ο τραγουδιστής, ο κύριος εκφραστής του νησιώτικου τραγουδιού. Μέσα από τις σελίδες της «ΗΧΟΥΣ», ο Βασίλης Χατζόπουλος μας ξεναγεί στη νησιώτικη μουσική μας ιστορία, στα προσωπικά του βιώματα, στις αναμνήσεις του, με απλότητα, ειλικρίνεια, αυθορμητισμό. Ένας αυτοδίδακτος οργανοπαίχτης της δημοτικής μουσικής, που συνεχίζει ακόμη και σήμερα να την υπηρετεί πιστά, και να προσφέρει σημαντικές δημιουργίες.

Συνέχεια

Το τρίπτυχο της μουσικοχορευτικής παράδοσης της Νάξου: Η περίπτωση τ’ Απεράθου (Μέρος 2ο)

Η παρούσα σειρά άρθρων αποτελεί εργασία πάνω στη βασική βιβλιογραφία για τη μουσικοχορευτική παράδοση της Νάξου (με έμφαση στο χωριό Απεράθου), η οποία ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2009.

Το 1ο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

1. Ο Λόγος

1.2 Λαϊκοί στίχοι: δεκαπεντασύλλαβοι, οκτασύλλαβοι στίχοι (κοτσάκια) και εξάστιχα

Οι κυριότεροι λαϊκοί στίχοι στη Νάξο, συνεπώς και στ’ Απεράθου, είναι οι δεκαπεντασύλλαβοι και οι οκτασύλλαβοι οι οποίοι έχουν ως χαρακτηριστικό τους τη ρίμα/ την ομοιοκαταληξία. Ο Ζευγώλης (2006α:55) επίσης σημειώνει  ότι συναντούμε και πεντασύλλαβους, εξασύλλαβους και εφτασύλλαβους στίχους.

1.1.1 Δεκαπεντασύλλαβα δίστιχα (τετράστιχα)

Ο Οικονομίδης ήδη στα 1934 σχολιάζει ότι η εμμονή των Απεραθιτών στο ταίριασμα των δίστιχων, έθεσε σε δεύτερη μοίρα το περιεχόμενο των ίδιων των τραγουδιών. Ομοίως και ο Ζευγώλης την ίδια περίοδο (2006α:54) σημειώνει ότι η ομοιοκαταληξία έκανε τον στίχο τεχνικότερο, καθιστώντας τον δηλαδή ένα εξωτερικό στολίδι που έπρεπε να φτιάχνεται όσο το δυνατόν καλύτερα, ωστόσο έγινε και η αιτία να δημιουργούνται πολλές φορές φτωχά τραγούδια, χωρίς βαθύτερο νόημα.

Τα παλαιότερα χρόνια συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο, καθώς η ρίμα δεν ήταν υποχρεωτική, ενώ το περιεχόμενο των τραγουδιών τα οποία ακούγονταν μόνο από τα στόματα των γεροντότερων που τα θυμούνταν ήταν ασύγκριτα καλύτερα. «Η ρίμα κατέφαγε την ποίησιν. Εις αυτήν την ρίμαν συγκεντρούται τώρα πάσα η προσοχή των ποιηταράδων και ριμαδόρων και δι’ αυτήν είναι ικανοί να φλυαρήσουν και την έκφρασιν και την γλώσσαν ακόμα την ελληνικήν να παραβιάσουν και στρεβλώσουν» (Κυριακίδης• στο Οικονομίδης 1991:54).

Ο Οικονομίδης (1991:54) σημειώνει ότι το περιεχόμενο όλων σχεδόν των σύγχρονων τραγουδιών της Απειράνθου στρέφεται γύρω από μοτίβα ερωτικά, ενώ παρουσιάζονται και γλωσσικές ομοιότητες με τα κρητικά, κυρίως δε με τις παραλλαγές του Ερωτόκριτου και της Ερωφίλης. Αυτό περισσότερο συνέβαινε παλιότερα, όταν οι Απεραθίτες διάβαζαν τον Ερωτόκριτο και τα άλλα έργα της κρητικής λογοτεχνίας, ενώ πολλοί ήξεραν από μνήμης ολόκληρα αποσπάσματα. Σταδιακά, η ποιητική δύναμη των Ναξιωτών, κυρίως των Απεραθιτών, πέρασε από τα παραδεδομένα και επαναλαμβανόμενα δίστιχα (του Ερωτόκριτου, των ημερολογίων) στο αυτοσχέδιο δίστιχο, το οποίο χρησιμοποιείτο ευρέως στο χορευτικό τραγούδι ή όχι, με τη συνοδεία οργάνων ή με απαγγελία (Οικονομίδης 1969 στο Σπηλιάκος 2008:69). Το ερωτικό αίσθημα που διατηρείται στη μορφή του την πλατωνική (ας πούμε) εκδηλώνεται στα δίστιχα, που κατά τον Κυριακίδη «είναι αυτοσχέδια, ως επί το πλείστον, στιχουργήματα των συναναστροφών και των χορών, όπου εις ποιητικόν αγώνα διασταυρώνονται μετά θαυμαστής ευχέρειας και οξύτητος» (Κυριακίδης• στο Οικονομίδης 1991:54).

Συνέχεια

Το τρίπτυχο της μουσικοχορευτικής παράδοσης της Νάξου: Η περίπτωση τ’ Απεράθου (Μέρος 1ο)

Η παρούσα σειρά άρθρων αποτελεί εργασία πάνω στη βασική βιβλιογραφία για τη μουσικοχορευτική παράδοση της Νάξου (με έμφαση στο χωριό Απεράθου), η οποία ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2009.

Ο Διγενής Ακρίτας... κεντρική ηρωική φυσιογνωμία του Ακριτικού Κύκλου.

1. Ο Λόγος

1.1 Το «προναξιακό» τραγούδι

Σύμφωνα με τον Οικονομίδη (1978:1 κ.εξ.,1985:141), τα παλαιά δημοτικά τραγούδια της Νάξου ήταν ως επί το πλείστον πολύστιχα ανομοιοκατάληκτα δεκαπεντασύλλαβα, ενώ απαντούσαν και στα υπόλοιπα νησιά ή σε άλλες περιοχές της Ελλάδας (Θράκη, Μικρασία, Κύπρο, Δωδεκάνησα, Κρήτη κ.λπ.), με διαφορές κυρίως στη γλώσσα, στην ποσότητα των στίχων, το θεματικό περιεχόμενο, τη δομή και τη μορφή. Τα παλαιά ναξιακά τραγούδια (προναξιακά) δηλαδή αποτελούσαν παραλλαγές (variantes) πανελλήνιων τραγουδιών, για τον τόπο και το χρόνο δημιουργίας των οποίων γνωρίζουμε ελάχιστα, λόγω ακριβώς της προφορικής τους παράδοσης από γενιά σε γενιά. Περιέχουν συμφυρμούς, αναχρονισμούς και παραφθορές σε πρόσωπα και ονόματα και άλλες ελλείψεις. Μέσα από τέτοιες παραλλαγές μπορούμε να κατανοήσουμε τη γεωγραφική εξάπλωση που είχαν αυτά τα πανεθνικά δημοτικά τραγούδια, αλλά και το ιδιαίτερο ναξιακό γνώρισμα που θα μπορούσαν να έχουν, καθώς επίσης και τη λειτουργία τους διαχρονικά στην κοινωνική και όχι μόνο ζωή του ανθρώπου (Οικονομίδης 1978:6, 1985:142).

Σ’ αυτά τα πολύστιχα τραγούδια περιλαμβάνονται τα ακριτικά (περιπέτειες και ηρωικά κατορθώματα των ακριτών της βυζαντινής αυτοκρατορίας, π.χ. το τραγούδι του Πορφύρη, του Γιαννακή), οι παραλογές (μπαλλάντες με επική δραματική κυρίως υπόθεση, μεγάλα αφηγηματικά τραγούδια με παραμυθιακά στοιχεία, π.χ. το τραγούδι του νεκρού αδελφού), τα οποία διασώθηκαν στην προφορική παράδοση των Νάξιων, χωρίς όμως τη μουσική τους, είτε λόγω της αδυναμίας των πληροφορητών να τη θυμηθούν, είτε λόγω της έλλειψης τεχνικών μέσων από την πλευρά των συλλογέων, προκειμένου να καταγράψουν ψήγματα έστω αυτών (Οικονομίδης 1978:1). Ο Ήμελλος (1992:100) σημειώνει ότι οι παραλογές και τα ακριτικά άσματα είχαν ευρεία διάδοση στη Νάξο (ειδικά δε τα δεύτερα τα οποία ήταν ιδιαίτερα προσφιλή στο λαό, ο οποίος τα αποστήθιζε μιας και κυκλοφορούσαν σε «φυλλάδες» ή τα άκουγε από άλλους που είχαν μείνει στα Βουρλά της Μ. Ασίας). Αναφέρεται ότι πολλά ακριτικά άσματα έφτασαν στη Νάξο από τα Βουρλά της Μ. Ασίας, μεταξύ των οποίων κάποια είχαν να κάνουν με πειρατικές επιδρομές. Τα κλέφτικα τραγούδια ήταν σε περιορισμένο αριθμό, καθώς δεν υπήρξε ποτέ στις Κυκλάδες γενικότερα κλέφτικος βίος, ο οποίος να δημιουργήσει κλίμα για τη γένεση τέτοιων ασμάτων, όπως συνέβη στην Ήπειρο ή την Πελοπόννησο (Ήμελλος 1992:100).

Υπάρχουν επίσης αυτά της αγάπης, του Χάρου και του Κάτω Κόσμου, τα λατρευτικά (άλλα δίστιχα και άλλα πολύστιχα), οι ρίμες (πολύστιχα απαγγελλόμενα στιχουργήματα, σκωπτικά ερωτικών παρεκτροπών και σατιρικά λαϊκών τύπων, που και αυτά έχουν ομοιοκατάληκτους στίχους που ο ένας ακολουθεί τον άλλον), τα παιδικά (δίστιχα που απαγγέλλονται σε διάφορους ρυθμούς, κυρίως σε τροχαϊκό μέτρο), υποκατηγορία των οποίων είναι τα νανουρίσματα, τα οποία είναι δίστιχα ομοιοκατάληκτα δεκαπεντασύλλαβα.

Τα προναξιακά τραγούδια, καθώς επίσης και μωραΐτικα και ρουμελιώτικα, τραγουδιούνται, σύμφωνα με τον Σπηλιάκο (2008:66) α) ως χορευτικά στο ρυθμό του καλαμαθιανού, που χορεύουν κυρίως γυναίκες στα δρώμενα της Αποκριάς και την Καθαρά Δευτέρα, χωρίς να έχουν θεματολογική σχέση με την περίσταση, β) ως τραγούδια του τραπεζιού, στο ρυθμό του καλαμαθιανού, γ) ως χορευτικά στον ρυθμό της βλάχας και δ) στον θερισμό ως φωνητικά τραγούδια.

Τα νεότερα ναξιακά τραγούδια είναι δίστιχα ομοιοκατάληκτα δεκαπεντασύλλαβα και οκτασύλλαβα. Το πώς δημιουργήθηκαν, εξελίχθηκαν και τι επιδράσεις δέχθηκαν αποτέλεσε θέμα έρευνας και συζήτησης για πολλούς μελετητές (ενδεικτικά G. Soyter, S. Baud, Στίλπων Κυριακίδης. Πρβ. Οικονομίδης 1978:6 κ.εξ., 1985:142 κ.εξ.).

Βιβλιογραφία
Ήμελλος, Σ. [1974]1992. «Παρατηρήσεις εξ επιτοπίου ερεύνης εις τον λαϊκόν πολιτισμόν των νοτίων Κυκλάδων». Λαογραφικά, τ. Β΄, σ. 91-135. Αθήνα.
Οικονομίδης, Δ. 1978. «Τα ναξιακά δημοτικά τραγούδια (παρατηρήσεις και σκέψεις)». Ναξιακό Μέλλον (φιλολογική έκδοση), τ. 413 (411)(2), σ.1-8.
Οικονομίδης, Δ. 1985. «Τα δημοτικά τραγούδια της Νάξου». Κυκλαδικά θέματα, τ. 9, σ.141-146.
Σπηλιάκος, Στ. 2008. Ο Αιγαιοπελαγίτικος μπάλλος υπό όρους χορολογικούς και λεξιλογικούς (γλωσσοανάλυση, ετυμολογία, ερμηνευτική, ιστορία). Αθήνα: Εκδόσεις Αντώνης Αναγνώστου

____________

Μία πολύ ενδιαφέρουσα σειρά βίντεο, από το αρχείο του Φρατζέσκου Φατούρου για τα ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή, όπως τα θυμάται η Ζωίτσα Φατούρου. Η εγγραφή έγινε τον Αύγουστο του 2000 από τον Φρατζέσκο Φατούρο.

Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 1ο
Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 2ο
Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 3ο
Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 4ο
Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 5ο
Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 6ο
Ακριτικά και δημοτικά τραγούδια που τραγουδήθηκαν στην Κωμιακή. Μέρος 7ο

Στη μνήμη του…

Στη μνήμη του Γιάννη Μπαρδάνη, ενός από τους τελευταίους αυθεντικούς…
Καλά γλέδια εκειά πάνω, Σταματο’ιάννη…

Σκοποί και τραγούδια τ’ Απεράθου (μέρος 3ο): Ο σκοπός τσ’ αροχλάδας

Το ναξιώτικο τραγούδι ως ενιαία ενότητα μουσικής, στίχου και χορού παρουσιάζει μία πληθώρα χαρακτηριστικών δομής και περιεχομένου, που για κάθε στιχοπλόκο, «ασκούμενο» ή έμπειρο, αποτελούν απαράβατους κανόνες. Οι κυριότεροι λαϊκοί στίχοι που δημιουργούνται και τραγουδιούνται στ’ Απεράθου, καθώς επίσης και σε όλα τα χωριά της Νάξου, είναι οι δεκαπεντασύλλαβοι και οι οκτασύλλαβοι (τα λεγόμενα «κοτσάκια»).

Αντώνης Διαμαντίδης (Νταλγκάς). Κωνσταντινούπολη, 1892 – Αθήνα, 1945.

Βασικό μέλημα του στιχοπλόκου είναι η φροντίδα για το μέτρο και την ομοιοκαταληξία, η οποία πρέπει να είναι ακριβής και ταιριαστή ακουστικά και τεχνικά, ακόμα κι αν αυτό πολλές φορές μπορούσε να σημαίνει ένα φτωχό αποτέλεσμα ως προς το περιεχόμενο και την ουσία του ίδιου του τραγουδιού. Αναφέρει μάλιστα χαρακτηριστικά ο Δημήτρης Οικονομίδης, στα 1934, ότι η εμμονή των Απεραθιτών στο ταίριασμα των δίστιχων, έθεσε σε δεύτερη μοίρα το περιεχόμενο των τραγουδιών, ενώ και ο Ζευγώλης την ίδια περίοδο σημείωνε ότι η ομοιοκαταληξία έκανε τον στίχο τεχνικότερο, ένα εξωτερικό στολίδι που έπρεπε να φτιάχνεται όσο το δυνατόν καλύτερα και αυτό αποτέλεσε την αιτία να δημιουργούνται πολλές φορές φτωχά τραγούδια, χωρίς βαθύτερο νόημα. Σ’ αυτό το σημείωμα, δεν θα επιχειρήσουμε να ασκήσουμε κριτική στις απόψεις των σεβαστών επιστημόνων, οι οποίοι μελέτησαν τη λαϊκή δημιουργία από μια καθαρά φιλολογική ματιά και σε σύγκριση με τα προναξιακά τραγούδια (επιφυλασσόμαστε ωστόσο σε ένα μελλοντικό κείμενο να το εξετάσουμε ως θέμα).

Ο Οικονομίδης σημειώνει ότι στα χρόνια του το λαϊκό τραγούδι της Απειράνθου είχε υποστεί μεγάλη μεταβολή, ιδίως στη γλώσσα, λόγω της συχνότερης επικοινωνίας και κινητικότητας των Ναξιωτών με την πρωτεύουσα, συνεπώς και της μίμησης της γλώσσας των μορφωμένων. Πέρα από αυτό, παρατηρήθηκε μία ακόμα πιο έντονη κινητικότητα τραγουδιών και σκοπών, οι οποίοι είτε μεταφυτεύτηκαν αυτούσιοι από την Αθήνα στη Νάξο, είτε αποτέλεσαν τη βάση για τη δημιουργία παραλλαγών, στιχουργικών αλλά και μουσικών.

Συνέχεια